Η Επαγγελματική Διαθήκη του αναλυτή
«Πριν από τον θάνατο ή τη μη διαθεσιμότητά του, ο ψυχαναλυτής, λαμβάνοντας υπόψη το απόρρητο του ασθενούς, λαμβάνει μέτρα για την ενημέρωση κάθε ασθενούς, συμπεριλαμβανομένων των επιλογών για τη συνέχιση της θεραπείας».
Η επαγγελματική διαθήκη του θεραπευτή συμπεριλαμβάνεται στον κώδικα δεοντολογίας του IGA και συμπεριλήφθηκε και στον κώδικα δεοντολογίας του ΙΟΑΦ, ανοίγοντας μία συζήτηση ανάμεσα στα μέλη του, σε ειδική συνάντηση και παρουσίαση της βιβλιογραφίας από την Επιτροπή Δεοντολογίας του ΙΟΑΦ.
Το θέμα αποδείχθηκε δύσκολο, τόσο από τα δεδομένα στην βιβλιογραφία όσο και από την συζήτηση των μελών του ΙΟΑΦ, αλλά απαραίτητο σε περαιτέρω προβληματισμό και επεξεργασία.
Ο προβληματισμός γύρω από την αναγκαιότητα μιας επαγγελματικής διαθήκης των θεραπευτών ξεκίνησε με ένα από τα πρώτα άρθρα, το 1993, από την Firstein, η οποία αναφερόταν στα προβλήματα τα οποία αντιμετώπισε η γυναίκα ενός αναλυτή με τον αιφνίδιο θάνατό του και την απότομη διακοπή του αναλυτικού του έργου και πρότεινε ένα αριθμό οδηγιών που συνιστούσε μια επαγγελματική διαθήκη.
Ακολούθησαν πολλές μελέτες, για το πώς έχουν βιώσει οι θεραπευτές ασθένειες απειλητικές για την ζωή τους[1], πώς μπορούν να διατηρούν την επαγγελματική τους ζωή υπό το άγχος της απειλής της ζωής τους[2], για την επίδραση που ασκούν στην θεραπευτική σχέση οι αλλαγές στον τρόπο του αναλυτή λόγω σοβαρών ψυχικών ή σωματικών ασθενειών που μπορεί να συμβούν σε οποιαδήποτε ηλικία[3], αλλά και λόγω ηλικίας[4], για τις επιπτώσεις στην θεραπευτική σχέση[5]. Καθώς και μελέτες με προτάσεις για βοήθεια από ένα εξειδικευμένο και αντικειμενικό σύμβουλο[6] για οργάνωση ενός πλάνου αντιμετώπισης μιας πρόσκαιρης ή σταδιακής ανικανότητας, στο οποίο να συμπεριλαμβάνεται και η ενημέρωση με συναίνεση των αναλυομένων – αν και με ερωτήματα γύρω από την επίδραση αυτού του πλάνου στην αναλυτική διαδικασία και στην μεταβίβαση[7] και γύρω από παραβιάσεις του ψυχαναλυτικού απορρήτου[8]. Καθώς και συγκέντρωση βιβλιογραφίας[9].
Όπως ακολούθησαν και συστάσεις από ψυχαναλυτικές εταιρείες στα μέλη τους για την υιοθέτηση της «διαθήκης του αναλυτή», δηλαδή λύσεις για το κλείσιμο ενός γραφείου σε περίπτωση αιφνίδιου θανάτου ή ανικανότητας του αναλυτή. Με πρωτοστατούσα την Καναδική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, η οποία από το 2007 ενέκρινε στην γενική της συνέλευση να προστεθεί στον κώδικα δεοντολογίας η ρήτρα ότι «Πριν από τον θάνατο ή τη μη διαθεσιμότητα ενός ψυχαναλυτή, ο ψυχαναλυτής, λαμβάνοντας υπόψη το απόρρητο του ασθενούς, λαμβάνει μέτρα για την ενημέρωση κάθε ασθενούς, συμπεριλαμβανομένων των επιλογών για τη συνέχιση της θεραπείας». Ενώ το 2009 στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της εγκρίθηκε πρόταση με πιο συγκεκριμένους τρόπους, οι οποίοι αφορούσαν στην δέσμευση των μελών και των υποψήφιων μελών της να παρέχουν το όνομα και τα στοιχεία ενός Ορισμένου Προσώπου – ή και την ίδια την Εταιρεία – με το οποίο η Εταιρεία θα επικοινωνεί σε περίπτωση αδυναμίας τους να ασκήσουν το επάγγελμα». Καθώς και ότι το ορισμένο άτομο, που θα επιλέγεται από τον αναλυτή, θα είναι ένας «ειδικός διαχειριστής» που θα έχει πρόσβαση στο γραφείο του αναλυτή και στον τρέχοντα κατάλογο ασθενών του και θα μπορεί να παρέμβει και να βοηθήσει ή/και να παραπέμψει τους ασθενείς όπως απαιτείται.
Η μέχρι τώρα εμπειρία γύρω από το θέμα της επαγγελματικής διαθήκης του αναλυτή έφερε στο προσκήνιο δυσκολίες, πλεονεκτήματα, αλλά και συστάσεις για την περαιτέρω επεξεργασία και υλοποίησή της.
Οι δυσκολίες:
- στην ανεύρεση ενός συναδέλφου, που να συμφωνεί να είναι το πρόσωπο του «ειδικού διαχειριστή».
- στην οργάνωση του γραφείου από τον αναλυτή με τρόπο που να είναι διαθέσιμη η λίστα των ασθενών, αλλά και το κλινικό υλικό και όλα όσα με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί ο «ειδικός διαχειριστής».
- σε προβληματισμούς εάν χρειάζεται σύσταση μιας συγκεκριμένης επιτροπής από την εκάστοτε εταιρεία, η οποία να βοηθά στην συμπλήρωση μιας επαγγελματικής διαθήκης και στην ανεύρεση του προσώπου του «ειδικού διαχειριστή», καθώς και εάν αυτή η επιτροπή θα πρέπει να συνδέεται με την επιτροπή δεοντολογίας της εταιρείας.
- σε θέματα εμπιστευτικότητας που προκύπτουν.
- στην ενημέρωση των ασθενών και θέματα που προκύπτουν σε σχέση με το εάν συμφωνούν ότι θα κατονομάζονται σε μια λίστα ιατρείου, που θα είναι διαθέσιμη στο ορισμένο άτομο ή/και στην εταιρεία.
- στις εσωτερικές ψυχικές δυσκολίες των θεραπευτών που αυτές κρίθηκε ότι είναι ίσως το πιο δύσκολο να αντιμετωπισθούν και αφορούν σε αντιστάσεις άρνησης της πραγματικότητας του αναπόφευκτου επικείμενου θανάτου. Αλλά και αντιλήψεις ότι, ο θεραπευτής είναι κάποιος ο οποίος διεισδύει αλλά ποτέ δεν αφήνει να τον διεισδύσουν[10], εμπλουτισμένες στην συνέχεια με επιπλέον θηλυκά χαρακτηριστικά στον ρόλο του ως ενός ατόμου «δοτικού, μητρικού, εμπεριέχοντος και ηρωικού» που ενισχύει ακόμη περισσότερο την άτρωτη εικόνα του[11], ως «ιδανικού», «άτρωτου» θεραπευτή, ιδεώδη που συμπυκνώνονται στην ανάγκη των θεραπευομένων να βλέπουν τους θεραπευτές τους παντοδύναμους καθώς και στην ανάγκη των θεραπευτών να ανταποκρίνονται σε αυτήν την εντύπωση[12].
Τα πλεονεκτήματα:
- στην δημιουργία ενός πρακτικού πλαισίου που σε δύσκολες καταστάσεις και αγχωτικές συνθήκες θα μπορούσε να διατηρήσει το αναλυτικό εργαλείο παράλληλα με την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτικότητα.
- στην προστασία της εμπιστευτικότητας που μπορεί να παρέχει μια κατάλληλη για μια αναλυτική πρακτική επαγγελματική διαθήκη, καθώς: μόνο το καθορισμένο άτομο, ο «ειδικός διαχειριστής» θα έχει πρόσβαση στα εμπιστευτικά αρχεία ενός αναλυτή· οι ασθενείς θα μπορούν να εντοπιστούν πιο εύκολα, να ειδοποιηθούν κατάλληλα και να τους προσφερθεί συμβουλευτική ή προαιρετική θεραπεία· επιπλέον, οι υποψήφιοι για ανάλυση και εποπτεία μπορούν να αντιμετωπιστούν με ευαισθησία· τα κλινικά αρχεία που απαιτούνται νομικά ή για περαιτέρω φροντίδα των ασθενών μπορούν να διατεθούν ανάλογα με τις ανάγκες· επεξεργαζόμενες σημειώσεις που περιέχουν τις υποθέσεις, τις εικασίες και το προσωπικό υλικό του αναλυτή μπορούν να καταστραφούν χωρίς να χρειάζεται να τα δουν άλλοι άσκοπα, και το κλείσιμο του γραφείου ως επιχείρηση μπορεί να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά. Επίσης, μπορεί να αποφευχθούν σοβαρές παραβιάσεις που μπορεί να συμβούν ακόμη και όσο ο αναλυτής είναι ζωντανός, αλλά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατο του ή μετά τον θάνατο του ασθενούς, ως προς το ποια θα είναι η πιθανή μελλοντική χρήση «μαγνητοφωνημένων αρχείων» για ερευνητικούς και ιστορικούς σκοπούς.
- στην αξιοποίηση του αρχειακού υλικού του αναλυτή, το οποίο μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς: Οι ιστορίες των ιδρυτών και των αναλυτικών οργανισμών και οι συνεισφορές σημαντικού έργου αναλυτών συμβάλλουν στην ιστορία της ψυχανάλυσης, τη συνέχεια και τη συνάφειά της. Χωρίς κάποια καταγραφή, δεν μπορούν να γραφτούν ακριβείς βιογραφίες των αναλυτών και της σταδιοδρομίας τους. Οι εταιρείες δυσκολεύονται να βρουν χώρο και κονδύλια για αρχειακό υλικό. Οι περισσότεροι εξαρτώνται από τα ενδιαφερόμενα μέλη για να διατηρήσουν την ιστορία των οργανώσεών τους. Ως επί το πλείστον, οι αναλυτές δεν γνωρίζουν τις επιλογές για τη διατήρηση του δικού τους υλικού ή για τη συμβολή τους στην ψυχαναλυτική ιστορία. Οι ηθικοί τρόποι συμβολής στα αρχεία έχουν γίνει πιο περίπλοκοι με τη χρήση ηχογραφήσεων και ηλεκτρονικών αρχείων. Ένας αναλυτής δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα γίνει με το ιδιωτικό/επαγγελματικό υλικό. Μια επαγγελματική διαθήκη παρέχει τουλάχιστον την ευκαιρία στους αναλυτές να δηλώσουν πώς επιθυμούν να προστατεύσουν την κλινική τους εμπειρία.
- στην ευκαιρία που έχει ο αναλυτής να προετοιμάσει τους ασθενείς, να οργανώσει τους φακέλους, να διαχωρίσει τι είναι εμπιστευτικό και τι όχι, να συμπληρώσει έντυπα ασφάλισης, να κάνει μια τελική χρέωση ή να οργανώσει επαγγελματικές εργασίες. Μπορεί να αποφασίσει εκ των προτέρων ποια από τα προσωπικά και επαγγελματικά του έγγραφα θα αποτελούν δημόσια πληροφορία και ποια θα παραμείνουν ιδιωτικά, και ποια μπορούν να συνεισφέρουν στην κοινωνία και τα αρχεία του εκάστοτε ινστιτούτου, στο οποίο ανήκει. Εκτός από την ανακούφιση από την πίεση, μια διαθήκη μπορεί να προστατεύσει τη φήμη της ψυχαναλυτικής κοινότητας και των οργανώσεών της ως υπεύθυνων οντοτήτων, που φροντίζουν ηθικά και με ευαισθησία αυτούς που υπηρετούν και εκπαιδεύουν.
- στην ευκαιρία να αναπτυχθούν μέθοδοι για να ενθαρρύνουν τους υποψηφίους και τους νέους αναλυτές να σκέφτονται από νωρίς στην καριέρα τους για απρόβλεπτα ενδεχόμενα και να ενθαρρύνουν τους ώριμους αναλυτές να κάνουν σχέδια για το κλείσιμο των πρακτικών τους με ηθικό, δεοντολογικό τρόπο. Μια αναλυτική διαθήκη κατάλληλη για μια συγκεκριμένη δικαιοδοσία που θα ξεκινά από τους νέους πτυχιούχους αναλυτές θα μπορούσε να διευκολύνει την ηθική φροντίδα των ασθενών, από την αρχή της σταδιοδρομίας τους και να συνεχίζεται με αναθεωρήσεις σε κάθε επακόλουθη φάση της σταδιοδρομίας. Επιπλέον, η αυξανόμενη μέση ηλικία της αναλυτικής κοινότητας, η αποδοχή για εκπαίδευση μεγαλύτερων υποψηφίων σαράντα και πενήντα ετών και ο επακόλουθος διορισμός ακόμη μεγαλύτερων εκπαιδευτών αναλυτών υπογραμμίζει την ανάγκη για μια επαγγελματική διαθήκη, ξεκινώντας από το σημείο της αποφοίτησης.
- στην αύξηση της επίγνωσης της ανθρώπινης ευαλωτότητας, της υπερνίκησης της προάσπισης της άρνησης του θανάτου και της άμβλυνσης της επιθυμίας μεταβίβασης για τον αναλυτή να είναι η άτρωτη θεότητα, η παντοδύναμη μητέρα, ο δυνατός πατέρας και ούτω καθεξής.
Οι Συστάσεις:
- η ανοιχτή και συχνή συζήτηση σχετικά με τον ορισμό, τη συνάφεια, τα πλεονεκτήματα, τις ελπίδες, τους φόβους και τις αντιστάσεις σε μια επαγγελματική διαθήκη.
- η συζήτηση να ξεκινά ήδη με τους υποψηφίους σε προγράμματα εκπαίδευσης και να ενθαρρύνεται μεταξύ νέων αποφοίτων, καθώς και έμπειρων αναλυτών.
- η ανάληψη της ευθύνης από τις τοπικές εταιρείες και τα ινστιτούτα να διευκολύνουν τα μέλη τους να έχουν επαγγελματική διαθήκη. Μπορούν να παρέχουν ένα υπόδειγμα επαγγελματικής διαθήκης κατάλληλο για μια αναλυτική πρακτική εντός μιας συγκεκριμένης δικαιοδοσίας. Και να παρέχουν ένα σύμβουλο ή μια επιτροπή για να διευκρινίζει και να απαντά στις ερωτήσεις των αναλυτών σχετικά με τα καθορισμένα άτομα, τις διαθήκες και τα αρχεία, καθώς και τον καλύτερο τρόπο προετοιμασίας από νωρίς για ξαφνικό ή προγραμματισμένο κλείσιμο ενός ιατρείου.
- η προώθηση από τις εταιρείες περαιτέρω έρευνας και άρθρων που να ασχολούνται με τις επιβλαβείς επιπτώσεις του θανάτου (ξαφνικού ή μη) ή της ανικανότητας ενός αναλυτή που δεν έχει κάνει προηγούμενο σχεδιασμό.
- η αφιέρωση μεγαλύτερης προσοχής από τις εταιρείες για πιθανές αρνητικές συνέπειες της γήρανσης των μελών τους και παροχής βοήθειας στους αναλυτές ώστε να συνταξιοδοτηθούν με αξιοπρέπεια και αναγνώριση.
Το θέμα παραμένει δύσκολο κυρίως, όπως δηλώνει με συγκινητικό τρόπο η Firestein (1990, σ. 333), λόγω της άρνησης της πραγματικότητας ότι μια μέρα θα πεθάνουμε που αποτελεί μία τόσο προσαρμοστική όσο και δυσπροσαρμοστική άμυνα. Προσαρμοστική στο ότι δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην καλή διαβίωση και εργασία και δυσπροσαρμοστική στο ότι η επαγγελματική προετοιμασία για αυτό το ενδεχόμενο δεν γίνεται.
Η Επιτροπή Δεοντολογίας
Ελένη Μοσχονά, Κατερίνα Μήλιου, Λένα Τελειώνη
[1] Arlow, 1990; Abend, 1982; DeWald, 1982; Edwards, 2004; Fajardo, 2001; Finesilver, 1998; Silver, 1982
[2] Schwartz and Silver, 1990
[3] Edwards, 2004; Fajardo, 2001; Schwartz, 1987
[4] Chessick, 2013
[5] Linna, 2002; Torrigiani and Marzi, 2005, Galatzer-Levy, 2005
[6] Clark, 1995
[7] Galatzer-Levy, 2005
[8] Bollas & Sundelson, 1995; Hayman, 1965; Levin, Furlong, & O’Neil, 2003
[9] Junkers, 2006, Junkers, 2013a, 2013b
[10] Frommer, 2013
[11] Harris and Sinsheimer, 2008
[12] Winnicott, 1971



