Το Ζήτημα Ψυχή-Σώμα στην Φροϋδική Σκέψη

ΟΙΔΙΠΟΥΣ  ΤΕΎΧΟΣ 30, ΕΤΟΣ ΙΗ΄ – 2026

 

Δομινίκη Μυλωνά[1]

 

 Το Ζήτημα Ψυχή-Σώμα στην Φροϋδική Σκέψη – Μια σύντομη Ανασκόπηση

 

 

Περίληψη

Η παρούσα  ανασκόπηση  αφορά  το υπόβαθρο της φροϋδικής σκέψης σχετικά με το  διακαιρικό και μηδέποτε επιλυμένο πρόβλημα της σχέσης  ψυχής/νου- σώματος.

Το εν λόγω θέμα υπήρξε θεμελιώδες για τη γέννηση της ψυχανάλυσης και  διεκδίκησε έντονα την προσοχή του Φρόιντ.

Εντούτοις, παρόλο που  ένα  μεγάλο μέρος της θεωρίας του περιστράφηκε σταθερά γύρω του, ο Φρόιντ  δεν εστίασε ποτέ ρητά στο ζήτημα  και απέφυγε να δώσει   απαντήσεις, ανεχόμενος και διατηρώντας   μια  εγγενή αμφισημία  στην σκέψη του  από την αρχή ως το τέλος.

Παρομοίως οι αναγνώστες  και μελετητές του   δεν είναι  μέχρι σήμερα σε θέση να έχουν μια  κοινή και ενιαία κατανόηση αναφορικά με τις πεποιθήσεις του Φρόιντ  σε ένα θέμα τόσο θεμελιώδες για την ψυχανάλυση όσο η σχέση νου-σώματος. [2]

 

 

1 Η Δομινίκη Μυλωνά (domyl@otenet.gr) είναι ψυχίατρος, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της IPA, και ομαδική αναλύτρια, μέλος της GASI, πρόεδρος του Ινστιτούτου Ομαδικής Ανάλυσης ‘S.H.Foulkes’

(ΙΟΑΦ).

2 Συνοπτική εκδοχή της παρούσας εργασίας παρουσιάστηκε στο 7ο μεταΣυμπόσιο  Ψυχοσωματικής  της ΕΨΣΕ, Αθήνα  13/10/2019

 

 

Πρόλογος

 

Η παρούσα  ανασκόπηση  αφορά  το υπόβαθρο της φροϋδικής σκέψης αναφορικά με το  διακαιρικό και μηδέποτε επιλυμένο πρόβλημα της σχέσης  ψυχής/νου[3]– σώματος.

 

Για το  μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα  υπήρχε μεγάλη αμφισημία σχετικά με τις αιτίες των ψυχικών διαταραχών,  η ιατρική ψυχολογία ήταν συντριπτικά δεσμευμένη  στο σώμα και σπάνια υπήρχε  μια ξεκάθαρη διάκριση του νου έναντι του σώματος. Η αμφισημία αυτή προφανώς επηρέασε τη σκέψη του Φρόιντ – του οποίου, τελικά, η πρώιμη, τουλάχιστον, καριέρα ήταν ως νευρολόγος.

Υπενθυμίζoυμε ότι στην αγγλική  μετάφραση  της Φροϋδικής εργογραφίας, του  Strachey,     συστηματικά μεταφράζονται ως “mind”  οι φροϋδικές λέξεις  Seele (“ψυχή”) ή Geist (“πνεύμα”). Αυτό  έχει μάλλον ως αποτέλεσμα την δημιουργία  μιας πιο θετικιστικής εκδοχής του Φρόιντ, εξαλείφοντας την ένταση μεταξύ του  ιδεώδους του  να γίνει η ψυχανάλυση μια φυσική επιστήμη  και της    ταύτισης του  Φρόιντ με τον γερμανικό ρομαντισμό,  η οποία και συνέβαλε ιδιαιτέρως στην επαναστατική  ανακάλυψη του ασυνειδήτου εκ μέρους του[4].

 

 

Το ζήτημα ψυχή-σώμα στην δυτική σκέψη, μικρή εισαγωγή.

 

Μια από τις διαστάσεις της μετάβασης από τον μύθο στον λόγο που πραγματοποιήθηκε στην αρχαία Ελλάδα συνίσταται στην  απόπειρα ερμηνείας  της ψυχής βάσει της λειτουργίας του φυσικού κόσμου, ενός ή περισσότερων επί μέρους στοιχείων του (νερό, γη, φωτιά, αέρας κλπ.) (Vernant, 1989, σελ. 155-161).

 

Περιοριζόμενοι στην ιστορία της  Δυτικής σκέψης [5],   ας  ανακαλέσουμε  καταρχάς  ότι στην ελληνική γραμματεία η λέξη «ψυχή» πρωτοαπαντάται στον Όμηρο και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που σχετίζονται πάντα με τον άνθρωπο. Πιο ειδικά  διακρίνονται διαφορετικοί τύποι ψυχής, πχ η ζώσα ψυχή ή η νεκροψυχή.

 

Στην προσωκρατική σκέψη (7ος-5ο αι. π.Χ.) η χρήση του όρου «ψυχή»  γενικεύεται και χρησιμοποιείται ως συνώνυμη της «ζωής» ή  γενικότερα ως η κινητήρια δύναμη της φύσης.

Στις  αναζητήσεις της κλασικής εποχής το σώμα και η ψυχή βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της  φιλοσοφικής σκέψης, διερευνώντας την ανταγωνιστική και παραπληρωματική τους σχέση.

Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα ο Σωκράτης παρουσιάζεται να επιθυμεί να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και, έτσι, να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία.

Για τον  Πλάτωνα η  άυλη ψυχή    είναι απολύτως διαφορετικής ποιότητας  από το σώμα  το οποίο  συχνά θεωρήθηκε η  φυλακή της.

Ο Αριστοτέλης προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα που άνοιξε  ο δάσκαλός του, και, υπέρ μιας πιο εμπειρικής προσέγγισης, θεώρησε την ψυχή και το σώμα ως συνιστώσες που συναποτελούσαν ένα ενιαίο ον και σχετιζόταν ως μορφή και ύλη,  ο υλομορφισμός[6].

Μόλις άρχισε να αρθρώνεται η χριστιανική οντολογία στους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, βρέθηκε επίσης στον αντίποδα του Πλατωνισμού αποκηρύσσοντας   κάθε  είδος  δυϊσμού.   Στη χριστιανική αντίληψη υπάρχουν μόνο  δύο μεγάλες οντολογικές κατηγορίες. Το κτιστό σύμπαν και ο άκτιστος Θεός. Αυτό σημαίνει ότι τα πάντα πλην του Θεού ανήκουν στο ίδιο οντολογικό  είδος, δηλ.  σώμα και  ψυχή δεν έχουν  καμιά οντολογική διαφορά.

Ορισμένα μάλιστα πατερικά κείμενα δεν δίστασαν να ταυτίσουν την κτιστότητα με την υλικότητα και να μιλήσουν για την υλικότητα των πάντων, πχ  τα πρακτικά της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, το 787.

Κατ’  αυτόν τον τρόπο καταργείται η διαρχική λογική και  αναγνωρίζεται  ότι υπάρχει απόλυτη συγγένεια και αλληλουχία μεταξύ όλων των εκφάνσεων του κόσμου[7], όπως κι αν ταξινομηθούν αυτές. Ο μόνος απολύτως Άλλος- Ξένος παραμένει ο Θεός  και  η τελική συνάντηση του ανθρώπου μαζί του θα γίνει με τον άνθρωπο ολόκληρο,  ως ψυχοσωματική ενότητα[8],  και όχι μόνο ως ψυχή,  όπως πχ εννοεί ο Ωριγένης και εν μέρει και ο νεοπλατωνικός Αυγουστίνος.

Αυτή η διάκριση κτιστού-άκτιστου είναι  που δίνει και το περιεχόμενο στην χριστιανική αποφατική θεολογία όπου οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αγεφύρωτης διάκρισης ανάμεσα σε κτιστό και  άκτιστο. [9]

 

Στον δυτικό μεσαίωνα  και μέχρι την αρχή της αναγέννησης επικράτησε σε μεγάλο βαθμό μια αριστοτελική προοπτική.

Ο καρτεσιανός δυισμός όμως, [10]  επαναδιατυπώνοντας τα ήδη επικρατούντα δυτικά  θεολογικά δόγματα περί ψυχής,    επισφραγίζει την επαναφορά του  πλατωνισμού διαχωρίζοντας τον κόσμο της εμπειρίας σε δύο  αντίθετες περιοχές, τη νόηση  έναντι του υλικού κόσμου,  διαχωρίζοντας επίσης το νου από το σώμα ως ανεξάρτητες ουσίες. Ως αποτέλεσμα ο Καρτέσιος ήρθε και αυτός αντιμέτωπος με  το πρόβλημα του  πώς θα μπορούσαν αυτές οι ξεχωριστές οντότητες να συνδυαστούν και να ενσωματωθούν στο ανθρώπινο φαινόμενο. Οι απαντήσεις του δεν άντεξαν στον χρόνο καθώς δεν μπορούσε να οραματιστεί πώς μια άυλη,  όπως την θεωρούσε, ουσία (νους-ψυχή) θα μπορούσε να κινεί μια υλική (σώμα).  Είναι αυτή η  αντίληψη  που ο  Ryle (1949) [11] την αποκαλεί  κριτικά το “φάντασμα στη μηχανή”.

 

Καθώς το πρόβλημα του πώς ο νους και το σώμα  αλληλοεπηρεάζονται  επιβαρυνόταν  συνεχώς από θεωρητικές δυσκολίες η κλασσική  δυιστική θεωρία τροποποιήθηκε συν τω χρόνω και  προέκυψαν πολλές εκδοχές της.

Οι κύριες  σύγχρονες μορφές της, (που θα αναφερθούν στην συνέχεια και σε σχέση με την σκέψη στην εποχή του Φρόιντ) είναι  η θεωρία της αλληλεπίδρασης (σώμα και νους, αν και  είναι  διακριτές και ανεξάρτητες ουσίες,  ασκούν αιτιώδη επίδραση η μια στην άλλη),  ο ψυχοφυσικός παραλληλισμός (ψυχικές και σωματικές εκδηλώσεις λειτουργούν  απολύτως συντονισμένες, χωρίς καμία αιτιώδη αλληλαντίδραση μεταξύ τους, πχ το φυσικό γεγονός το ότι καίγεται ένα δάκτυλο και  η ψυχική εκδήλωση του πόνου τυχαίνει να συμβαίνουν ταυτόχρονα – το ένα δεν προκαλεί το άλλο),  ο επιφαινομενισμός (πιο μετριοπαθής  μορφή του παραλληλισμού  που θεωρεί ότι  τα ψυχικά φαινόμενα είναι μεν  τα αποτελέσματα, αλλά όχι τα αίτια, των φυσικών φαινομένων),   ο εξαλειπτικός υλισμός (που θεωρεί ότι  όσο θα  κατανοούμε καλύτερα την νευροεπιστήμη θα εξαλείφονται  έννοιες   όπως πίστη,  πόνος,  θλίψη κλπ. υπέρ των εννοιών της φυσιολογίας[12]),  και  ο λειτουργισμός (οι ψυχικές καταστάσεις  συνίστανται-αποτελούνται αποκλειστικά από τον λειτουργικό τους ρόλο) [13].

Επιπλέον  υπάρχει και η  βιολογική φυσιοκρατία του  Searle, όπου  η συνείδηση είναι κατεξοχήν βιολογικό φαινόμενο, μια  λειτουργία της φυσιολογίας του σώματός.[14]

 

Η άλλη πλευρά των λύσεων είναι μονιστικής ποιότητας.

Οι αυστηρά μονιστικές θεωρίες  θεωρούν ότι το ψυχικό και το σωματικό είναι  ένα και το αυτό, υποθέτοντας είτε ότι η εν λόγω πραγματικότητα είναι εντελώς ψυχική (ιδεαλιστική θεώρηση)  ή  εντελώς σωματική (υλιστική).

Επιλύουν λοιπόν  το πρόβλημα   με την εξάλειψη-αναγωγή  της  μιας ή  της άλλη πλευράς της εξίσωσης.

Οι θεωρήσεις του μονισμού παίρνουν τη μορφή  του ουδέτερου μονισμού (ότι τα γεγονότα στον κόσμο μπορεί να θεωρηθούν   είτε  ψυχικά ή  φυσικά ανάλογα με το δίκτυο των σχέσεων μέσα στο οποίο  υφίστανται),   της   θεωρίας ταυτότητας (ότι τουλάχιστον ορισμένοι τύποι  των ψυχικών καταστάσεων είναι κυριολεκτικά πανομοιότυποι με ορισμένους τύπους  των εγκεφαλικών καταστάσεων)[15],  και  η θεωρία  του πανψυχισμού (που ανήγαγε τα πάντα σε ιδιότητες του νου, θεωρώντας  ακόμη και αυτή  καθαυτή τη φύση  ως τίποτα  περισσότερο από ένα κατασκεύασμα του νου, πχ Spinoza και Leibniz).

 

 

Το ζήτημα ψυχή-σώμα στην φροϋδική σκέψη

Το θέμα της σχέσης  ψυχής-σώματος ήταν θεμελιώδες για τη γέννηση της ψυχανάλυσης και  διεκδίκησε έντονα την προσοχή του Φρόιντ. Και ίσως  χάρη σε αυτό το ειδικό ενδιαφέρον του, τόσο για τις σωματικές όσο και για τις ψυχικές λειτουργίες,   γεννήθηκε  η ψυχανάλυση  μέσα από  την  ψυχιατρική του 19ου αιώνα, εντοπίζοντας περιοχές  και μεθόδους έρευνας άγνωστες μέχρι στιγμής.

Όπως καταγράφει  ο Jones  στην βιογραφία του, ο Φρόιντ «προβληματίζονταν έντονα  πάνω  στο παλιό αυτό  ζήτημα της σχέσης μεταξύ  σώματος και  νου, και  αρχικά, βάσει των επηρεασμένων από τον Helmholtz[16] πεποιθήσεών του,  είχε  αγαπήσει την ελπίδα να δημιουργήσει ένα υπόβαθρο φυσιολογίας για την ψυχική λειτουργία» (1972, σ. 283-4).

Και όπως εξαιρετικά περιγράφει ο Carignani (2012, σελ. 290): «αυτό το “ζήτημα” διατρέχει το σύνολο του έργου του Φρόιντ, και, σαν μια τεράστια φάλαινα που μόνο περιστασιακά επανεμφανίζεται πριν  χαθεί  και πάλι στα βάθη, έτσι και αυτό  αναδύεται  από καιρού εις καιρόν, αν και κανείς αισθάνεται  σταθερά την παρουσία του είτε είναι ρητά παρόν είτε όχι».

Εν τούτοις   η κατανόηση,  εκ μέρους της ψυχαναλυτικής κοινότητας,   της  φροϋδικής  σκέψης αναφορικά με το ζήτημα ψυχή-σώμα,   σε καμία περίπτωση δεν είναι ενιαία.

 

 

 

Τα πρώτα χρόνια

 

Σε αυτήν την  πρώιμηπερίοδοτηςψυχανάλυσης ήτανστοαπόγειό του  τοενδιαφέρον  για την  ακριβήφύσητηςμετακίνησηςαπότηνψυχήστησώμα,  η οποία   παρέμενε ακόμη  περίπλοκη  και εν πολλοίς άγνωστη.

 

Ορισμένοι ιστορικοί της ψυχανάλυσης, οι «νομοταγείς» καθώς τους αποκαλεί ο Silverstein (1985, σελ. 203),    όπως  πχ  οι Bernfeld (1944),  Jones (1953) και  Strachey (1955,  σελ. xxiv) υποστήριξαν ότι, πριν από τη συστηματική αυτοανάλυση του το 1897, ο  Freud δεν ένιωθε άνετα να εξηγεί τα πράγματα με  ψυχολογικούς όρους, δεσμευμένος   στην επιθυμία  να     συσχετίσει τις ψυχικές διαδικασίες με την ανατομία του εγκεφάλου και τη φυσιολογία.

Η δήλωση του Φρόιντ στον Fliess, το 1898,  ότι  παρόλο που δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αφήσει την ψυχολογία  να κρέμεται στον αέρα χωρίς οργανική βάση,  δεν ξέρει πώς να συνεχίσει, ούτε θεωρητικά ούτε θεραπευτικά, και ως εκ τούτου ότι πρέπει να συμπεριφέρεται σαν να ήταν «αντιμέτωπος μόνο με ψυχολογικούς παράγοντες»[17], αντιπροσωπεύει, κατά την γνώμη των προαναφερθέντων θεωρητικών,   τη χειραφέτησή του από  μια ανάγκη νευρολογικοποίησης. Τώρα  πια ίσως θα μπορούσε να δημιουργήσει μια “καθαρή” ψυχολογία (Freud, 1898, σελ. 326).

Υποθέτουν δε ότι η αυτοανάλυση του   τον απελευθέρωσε από  μια ανάγκη να μεταφράζει νευροφυσιολογικά τις ψυχολογικές του  σκέψεις.

 

Άλλοι  πάλι (πχ Anderson,1962, Stewart,1967, κλπ.)   απορρίπτουν αυτήν την τοποθέτηση  θεωρώντας ότι ο Φρόιντ  είχε  ήδη από την αρχή  μετακινηθεί από μια  οργανική  προς  μια ψυχολογική εξήγηση  των  νευρώσεων ως, διακριτή από αλλά, ισάξια  με τις εξηγήσεις μέσω της σωματικής  φυσιολογίας.

 

Οι πιο αναθεωρητικοί ιστορικοί της ψυχανάλυσης, όπως ο Amacher (1965) και ο Holt  (1965),   ισχυρίζονται  ότι, παρόλο που προσπάθησε να απελευθερωθεί από, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ανάγκη να επεξηγεί πολλές ψυχολογικές του  σκέψεις και  ψυχικές διεργασίες με νευρολογικούς όρους  και  ουσιαστικά θεωρούν  την  φροϋδική μεταψυχολογία     ως αναδιατυπωμένες εκδοχές των νευρολογικών εννοιών που  είχε διδαχθεί  από τους δασκάλους του[18].

 

Ορισμένοι   επισημαίνουν (πχ Levin, 1978, σελ. 7-11)  ότι  ενώ από το 1886 έως το 1894 ο Freud  τόνιζε συνεχώς  τις ψυχολογικές ερμηνείες των κλινικών του δεδομένων,  στην  προσπάθειά  του  να  εξηγήσει τη νευρασθένεια και την αγχώδη νεύρωση, τις οποίες  θεώρησε ως  έχουσες οργανική βάση, κατέφευγε από το 1895 σε φυσιολογιστικές εικασίες.

 

Και άλλοι  (πχ Sulloway, 1979,  σελ. 121-122) θεωρούν ότι ο Freud,  αν και μετά το 1895 απομακρύνθηκε από   την   αναγωγιστική φυσιολογία, παρέμεινε  κρυπτοβιολόγος, διότι το  θεωρητικό του οικοδόμημα  εξαρτιόταν σημαντικά από έννοιες που δανείστηκε  από την  εξελικτική βιολογία.

 

Κατά τον Meissner  2003 (σελ. 322), oι  πρώιμες   θέσεις  του ήταν  λίγο πολύ  στο πλαίσιο του δυιστικού παραλληλισμού[19]  ενώ οι    μετέπειτα    ήταν πιο δυιστικά  αλληλεπιδραστικές,   ακόμα και προς την   μονιστική  κατεύθυνση της θεωρίας της ταυτότητας[20].

Οι δάσκαλοι που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον Freud  (σύμφωνα με Amacher,1965-  Meissner 2003, κλπ.)  ήταν οι Briicke[21], Meynert[22],  Wernicke[23] και Exner[24],  για τους οποίους πραγματικός και υπαρκτός ήταν ο εγκέφαλος ως φυσικό όργανο. Πίστευαν ότι ο νους ήταν ένα  παράλληλο, παθητικό συνακόλουθο της λειτουργίας του εγκεφάλου,  χωρίς ουσία ή ανεξάρτητες ιδιότητες και χωρίς  την δυνατότητα να  επηρεάζει την πορεία της νευρικής λειτουργίας. Η επιρροή τους  επί του Φρόιντ  φαίνεται να διατηρήθηκε  τουλάχιστον μέχρι το 1885.

 

Εν τούτοις οι 5 μήνες   κοντά στον Charcot   (από το Οκτώβριο του 1885 έως το Μάρτιο του 1886)   μάλλον απομάκρυναν τον Φρόιντ   από τη φυσιολογιστική-επεξηγηματική παράδοση της γερμανικής νευροπαθολογίας, οδηγώντας τον  προς μια πιο κλινική-περιγραφική προσέγγιση,  που υιοθετούσε η γαλλική  σκέψη, και  τον  ενέπνευσαν να δεχθεί την πιθανότητα μιας ψυχογενούς αιτιολογίας της  υστερίας.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Charcot, μίλησε  μεν για έναν ψυχογενή παράγοντα στην  πρόκληση της  υστερικής παράλυσης αλλά  συγχρόνως πίστευε ότι πρέπει   να  συνυπάρχει και μια δυναμική ή λειτουργική βλάβη στο τμήμα του φλοιού που ελέγχει την πληγείσα περιοχή του σώματος, ακόμη και αν μια τέτοια βλάβη θα μπορούσε να βρεθεί κατά τη μεταθανάτια εξέταση.

 

Ενώ μαθήτευε  στον  Charcot, ο Φρόιντ ξεκίνησε, με βάση τις παρατηρήσεις του στο Salpêtrière, μια συγκριτική μελέτη  μεταξύ οργανικής και υστερικής κινητικής παράλυσης (1888).  Σε αυτό το έργο  εξέφρασε μια διαφορετική άποψη από τον Charcot  λαμβάνοντας μια πιο ψυχολογική προσέγγιση, συνεπή με μια δυιστική ψυχοσωματική θεώρηση:  «…εγώ, αντιθέτως, ισχυρίζομαι ότι η βλάβη σε υστερικές παραλύσεις πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητη από την ανατομία του νευρικού συστήματος, δεδομένου ότι στην παράλυση και άλλες εκδηλώσεις η υστερία συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχε ανατομία ή σαν να μην είχε καμία γνώση για αυτήν “(1988, σελ. 169, πλάγια του Freud). Με άλλα λόγια, οι παραλύσεις και οι αναισθησίες της υστερίας καθορίζονται από τις ιδέες του ασθενούς για το σώμα του, όχι από τα γεγονότα της ανατομίας του νευρικού συστήματος.

 

Σχεδόν συγχρόνως,  το 1888 πάλι,  στον πρόλογό του στο βιβλίο του Bernheim για τη Υποβολή, ο Freud  θα  τοποθετηθεί  μεταξύ του Charcot, ο οποίος θεωρούσε την ύπνωση ως βασιζόμενη σε μια φυσιολογική προδιάθεση, και του Bernheim, ο οποίος  την θεωρούσε αμιγώς ψυχολογική.

Στον ίδιο πρόλογο (1988β) ο Freud  έρχεται εμμέσως αντιμέτωπος με τη σχέση  ψυχής-σώματος και το αίνιγμα της συνείδησης. Χωρίς καμία δυνατότητα να εντοπίσει το νου νευρολογικά, και με  αυξανόμενο το ενδιαφέρον για μια ψυχολογία που δεν εξισώνει τις ψυχολογικές διαδικασίες μόνο με τη συνείδηση,  ο Freud  στηρίχθηκε σε μεταφορές από τον φυσικό κόσμο για να  περιγράψει  έμμεσες, μη παρατηρήσιμες διεργασίες πίσω από τη συνείδηση ως δραστηριότητες  εντός μιας υποθετικής ψυχολογικής συσκευής.

Διαφώνησε  επίσης, στο ίδιο έργο,  με το να εξισωθεί το ψυχολογικό με τη λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκέφαλου (το κυρίαρχο ενδιαφέρον  της γερμανικής νευρολογίας της εποχής του), επισημαίνοντας ότι η  συνείδηση «δεν είναι συνδεδεμένη με κάθε δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού, ούτε  συνδέεται πάντα σε ίσο βαθμό με οποιαδήποτε από τις δραστηριότητές του. Δεν είναι  κάτι που είναι συνδεδεμένο με οποιαδήποτε τοποθεσία στο νευρικό σύστημα.» (1888β, σελ. 84).[25].

 

Και πάλι το  1888,  σε ένα άρθρο του  για  τη φυσιολογία του εγκεφάλου,  “Das Gehirn” (“The Brain”) που προετοιμάστηκε για την εγκυκλοπαίδεια ιατρικής του Villaret[26], ο Freud  διακρίνει μεταξύ της φυσιολογίας του εγκεφάλου, η οποία προσδιορίζεται με αυτόματο μηχανικό τρόπο, και ορισμένων  καταστάσεων του συνειδητού  νου. [27]

«Επιπλέον, υπάρχει το, απρόσιτο μέσω μηχανικής κατανόησης, γεγονός  ότι  ταυτοχρόνως στην μηχανικά προσδιορίσιμη διεγερμένη κατάσταση συγκεκριμένων εγκεφαλικών στοιχείων,  μπορεί να  προκύψουν και συγκεκριμένες καταστάσεις συνείδησης, που είναι  προσβάσιμες μόνο μέσω ενδοσκόπησης.

Το πραγματικό γεγονός της σύνδεσης των αλλαγών στην υλική κατάσταση του εγκεφάλου με τις αλλαγές στην κατάσταση της συνείδησης, ακόμα και αν [αυτό το γεγονός είναι] μηχανικά ακατανόητο, καθιστά τον εγκέφαλο  το όργανο της ψυχικής δραστηριότητας.   Ακόμα  και αν  η ουσία αυτής της σύζευξης μας  είναι ακατανόητη, δεν είναι τυχαία, και  μπορούμε να καθορίσουμε κάτι σχετικά με τους νόμους που  την διέπουν βάσει  των συνδυασμών αφενός  εμπειριών των εξωτερικών αισθήσεων και αφετέρου   της ενδοσκόπησης» (Freud 1888,  παρατίθεται στο  Solms and Saling 1990, σελ. 62).

 

Η γνώση λοιπόν  των ψυχικών διεργασιών δεν εξαρτιόταν από την γνώση της ανατομίας του εγκεφάλου ή της φυσιολογίας, ούτε ήταν πλήρως αναγώγιμη σε αυτές.

Ο Freud διακρίνει έναν  υλικό εγκέφαλο και έναν άυλο νου που  αλληλοεπιδρά με τον υλικό εγκέφαλο, και  έχει κάποια επιρροή επάνω του,  με τρόπο που αν και δεν είναι  κατανοητός και  μηχανικά καθορισμένος,  δεν είναι αυθαίρετος.

Μια   δυιστική θέση     αλληλεπίδρασης  κατά τον Meissner (2003, σελ. 325), αλλά μια  θέση ψυχοφυσικού παραλληλισμού  κατά τους Solms  και  Saling (1990, σελ. 90). [28]  

Συζητώντας  τον ίδιο  χρόνο για  την ψυχολογική πτυχή της εμπειρίας της εκούσιας κινητικότητας, ο Freud  (1888) απέδωσε μια ιδιότητα προθετικότητας- intentionality  ή  βούλησης στην ψυχολογική σφαίρα,  η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τη μηχανική σφαίρα.

Γράφει: «Τα βασικά κριτήρια για την εκούσια  κινητικότητα είναι εντελώς άυλα και προσβάσιμα μόνο μέσω ενδοσκόπησης: η  υλική-φυσική διαδικασία στην εκούσια  συμπεριφορά-κινητικότητα είναι ουσιαστικά η ίδια όπως στην ακούσια-αντανακλαστική   κινητικότητα.  Η εκούσια  κινητικότητα διακρίνεται από την ακούσια  μόνο στο ότι στην  πρώτη ορισμένες υλικές συνδέσεις-τμήματα στη διαδικασία  διέγερσης  μπορούν να  συμπαρασυρθούν μαζί  της,  με τις οποίες  μπορεί να συνυπάρχουν και αλλαγές    στη συνείδηση, και επίσης στο ότι  ορισμένες  από αυτές τις  αλλαγές στη συνείδηση στην πραγματικότητα   συμβαίνουν» (Freud 1888,  στο  Solms and  Saling 1990, σελ.64 και σε  μια διαφορετική μετάφραση σε Silverstein,1985, σελ. 209[29]).

Έτσι, όπως σημειώνει ο Silverstein (1985, σελ. 209),  ο Freud  διακρίνει  εδώ μεταξύ των ψυχικών  και σωματικών φαινόμενων  και αποδίδει στα ψυχικά φαινόμενα  την ενεργή λειτουργία της υποκειμενικής  προθετικότητας  και του νοήματος, προϋποθέτοντας έναν παράγοντα ατομικότητας.

Σε αυτό ο συμφωνεί με τον πρώην δάσκαλό του, τον φιλόσοφο  Brentano[30], ο οποίος απέρριψε την άποψη ότι η ψυχολογία πρέπει να βασίζεται στη φυσιολογία και υποστήριξε μια ψυχολογία βασισμένη στην ανάλυση των  ψυχο-νοητικών φαινομένων (1874). Δηλαδή  ότι όλη η γνώση της φυσιολογίας του εγκεφάλου δεν  δύναται  να καταστήσει τις ψυχικές διεργασίες εντελώς κατανοητές.  Οι ψυχολογικές διαδικασίες είναι διαφορετικής μορφής και απαιτούν διαφορετικό είδος εξηγήσεως.  Η επιρροή του Brentano, επισημαίνει ο Silverstein (1985, σελ. 210),  μπορεί να ήταν μια αποφασιστική  αντίρροπη δύναμη ενάντια στον επιστημονικό υλισμό που ο Freud  αντιμετώπισε στην ιατρική του εκπαίδευση.

 

Σε ένα  σύγχρονο άρθρο σχετικά με την υστερία, επίσης για την  Εγκυκλοπαίδεια του Villaret  ο Freud το 1888 δήλωσε: «Οι ψυχολογικές αλλαγές που πρέπει να θεωρούνται ως η βάση της υστερικής κατάστασης λαμβάνουν χώρα εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο της ασυνείδητης, αυτόματης, εγκεφαλικής δραστηριότητας. Μπορεί, ίσως, να τονιστεί περαιτέρω ότι στην υστερία αυξάνεται η επίδραση των ψυχικών διεργασιών  επί των σωματικών διεργασιών στον οργανισμό (όπως σε όλες τις νευρώσεις)» (1888α, σελ. 49).

Έτσι, στο εν λόγω άρθρο, οι ψυχολογικές διεργασίες που δεν βρίσκονται υπό  συνειδητό έλεγχο και  εντός της σφαίρας της συνειδητής  επίγνωσης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο σχηματισμό των συμπτωμάτων.

Αλλά πώς θα μπορούσε να  περιγράψει μη παρατηρήσιμες ψυχολογικές διαδικασίες και να τις διακρίνει από αυτό που ήταν σωματικό;  Και πώς αυτές αλληλεπιδρούν για να παραγάγουν νευρωτικά συμπτώματα;

Αν και κατά τον Freud  οι ασυνείδητες ψυχολογικές διεργασίες εξαρτιόνταν  από την εγκεφαλική δραστηριότητα εν τούτοις δεν μπορούσε να τις εντοπίσει στον εγκέφαλο καθώς δεν ήταν απλώς τα αποτελέσματα ενός μηχανικού εγκεφάλου, ανήκαν στο βασίλειο της ψυχολογίας.  Μπορούμε ήδη  να δούμε το δίλημμα που  οδηγεί τον Freud   στην  ανάπτυξη μεταψυχολογικών μοντέλων, όπως  επισημαίνει ο Silverstein (σελ. 211).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1889, σε μια ανασκόπηση του βιβλίου του  Forel σχετικά με τον υπνωτισμό, ο Freud υποστήριξε κατηγορηματικά το επιχείρημα ότι η ύπνωση πρέπει να θεωρηθεί  μόνο ως  ψυχολογικό φαινόμενο, ενώ το 1890, σε ένα άρθρο σχετικά με την ψυχολογική  θεραπεία, ο Freud  λαμβάνει και πάλι μια ξεκάθαρη αλληλεπιδραστικα  δυιστικη θέση[31] λέγοντας ότι:  «Η σχέση μεταξύ σώματος και νου… είναι αμοιβαία συσχέτιση · αλλά σε παλαιότερες  εποχές η μια πλευρά αυτής της σχέσης, η επίδραση του  νου  πάνω στο σώμα, δεν εκτιμήθηκε από  τους γιατρούς. Έμοιαζαν να φοβούνται να  αποδώσουν  στην ψυχική ζωή οποιαδήποτε ανεξαρτησία,  μήπως  και αυτό υπονοούσε  μια εγκατάλειψη του επιστημονικού εδάφους τους» (Freud,1890, σελ. 284).

 

Το 1893 στο  άρθρο που έγραψε, μαζί με τον Breuer, «On the psychical mechanism of hysterical phenomena»  ο Freud,  και πάλι σε ένα  δυιστικό πλαίσιο σκέψης, ισχυρίστηκε ότι η βλάβη στις υστερικές παραλύσεις πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητη από την ανατομία του νευρικού συστήματος (1893, σελ. 169).

 

Τα κεντρικά κείμενα του για το θέμα   την ίδια εποχή  είναι το νευρολογικό του έργο  η «Αφασία» (1891) και το   «Project for a Scientific Psychology»  (1895),  τα οποία προδιέγραψαν μεν πολλές από τις μετέπειτα ιδέες του αλλά σχετικά με το πρόβλημα  ψυχή-σώμα δεν ήταν εν τέλει συμπερασματικά.

 

Στη μονογραφία του για την Αφασία  το 1891[32]   (έργο το οποίο  υποβιβάστηκε σε ένα  «προψυχαναλυτικό» καθεστώς  και  δεν συμπεριλήφθηκε  καν στην Standard Edition) ο  Φρόιντ αμφισβήτησε  την  κυρίαρχη πεποίθηση  της εποχής ότι η αφασία θα μπορούσε να εντοπιστεί σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου. Επίσης επέκρινε την θεώρηση  ότι κάθε τμήμα του εγκεφάλου ήταν ικανό να διεξάγει μόνο μια συγκεκριμένη λειτουργία και κάθε ένα από αυτά τα  τμήματα λειτουργούσε ανεξάρτητα από το άλλο. Κατά συνέπεια, ο Φρόιντ προσπάθησε να αναπτύξει μια νέα δομή για το πώς λειτουργούσε η γλώσσα και,  στην πραγματικότητα,  η έννοια σώμα- νους.

Επεξεργαζόμενος τη σχέση ψυχής-σώματος  δηλώνει στο πλαίσιο ενός  δυιστικού παραλληλισμού[33]  ότι η σχέση μεταξύ της αλυσίδας των φυσιολογικών γεγονότων στο νευρικό σύστημα και των ψυχικών διεργασιών πιθανώς δεν είναι μία σχέση  αιτίας και αποτελέσματος.  Η πρώτη δεν παύει να υφίσταται όταν εμφανίζεται η δεύτερη· τείνουν να συνεχίζουν, αλλά, από μια συγκεκριμένη στιγμή ένα ψυχικό φαινόμενο αντιστοιχεί σε κάθε μέρος της αλυσίδας ή σε διάφορα μέρη. Το ψυχικό είναι επομένως μια διαδικασία παράλληλη με τη φυσιολογία, «μια εξαρτώμενη  συνακολουθία-dependent concomitant» (σελ. 55).[34] Μια  εικόνα της ψυχής που είναι παράλληλη με τις διεργασίες του εγκεφάλου, αλλά δεν προκαλείται εντελώς από αυτές.

 Έτσι  στο  ψυχολογικό αναγνωρίζεται κάποια ανεξαρτησία καθώς  δεν είναι απλώς μια διεργασία που παράγεται από μια σωματική αιτία, αν και εξαρτάται από τους υποκείμενους φυσιολογικούς μηχανισμούς.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο αν κάποιος θέλει να μάθει για τους νευρωνικούς μηχανισμούς, πρέπει να μελετήσει τον εγκέφαλο εμπειρικά.  Αλλά,   όπως υποδεικνύει ο Silverstein (1985, σελ. 212),  αν κάποιος θέλει να γνωρίζει για τις ψυχικές διεργασίες, πρέπει να τις μελετά μέσω ενδοσκόπησης.[35]

 

Το 1895 στο  Project (ένα ακόμα έργο από την μεταβατική φάση ανάμεσα στην νευρολογική και τη ψυχολογική περίοδο του),  ο Φρόιντ προσπάθησε  να  αντιμετωπίσειτονπιοφιλόδοξοπυρήνααυτούπου αναμένεται ναείναι μελλοντικά μιαολοκληρωμένηεπιστήμητουεγκεφάλουκαιτουνου.

Χωρίς τις εργαστηριακές τεχνικές απεικόνισης του σήμερα,  προσπάθησε ίσως να  δημιουργήσει ένα αμιγώς σωματικό, δηλαδή νευροφυσιολογικό, μοντέλο του νου για πολλές από τις βασικές ψυχαναλυτικές θεωρίες του.

Κατά την γνώμη του  Rangell (2002) επιχείρησε    να  κατανοήσει τις μικρο-ανταλλαγές μεταξύ του εγκεφάλου και του  νου προσπαθώντας να  συλλάβει το θέμα της  σύναψης, όχι βέβαια μεταξύ των νευρώνων, αλλά μεταξύ μιας νευρικής ώσης και μιας σκέψης- κίνητρου, μεταξύ  εγκεφάλου,  συναισθήματος και συμπεριφοράς,   και προς τις δύο κατευθύνσεις.  Το θέμα  του τελικά  ήταν η ανταλλαγή, που σήμερα εξηγούμε βιοχημικά με  τη σεροτονίνη (Rangell, 2002, σελ. 636).

 

Όπως παρατηρεί ο Gaddini (1987, σελ. 315),  όταν ο Φρόιντ το 1895 εγκατέλειψε το Project [36]η  σκέψη του περιελάμβανεδύοβασικέςπτυχές.Πρώτον,ότιταλειτουργικάμοντέλαπουπροσπαθούσεναπεριγράψειμεόρουςφυσιολογίας θαμπορούσανπαράλληλανααντιπροσωπεύουνμοντέλαψυχικήςλειτουργίας(ταοποίαυπόαυτήτηνέννοια στην πραγματικότητακαθορίζουν  ταφυσιολογικά),καιδεύτερον,ότι,κατάσυνέπεια, θα  ήταν  λάθοςναπεριγραφούναυτάταμοντέλα  απλώς με όρους   φυσιολογίας·αντιθέτως,ήταναπαραίτητοναλάβει  μια θέσηπουθαεπέτρεπετημελέτητουςαπόψυχολογικήάποψη. Αυτή  θα ήτανημόνηεπιστημονικήψυχολογίαπου  θαμπορούσενασυνδυάσειτηνιδέατουνουωςμιαιδιαίτεραδιαφοροποιημένηλειτουργίατουσώματοςκαιτηνέννοιαμιαςσύνθετηςκαι συνακόλουθης  δραστηριότηταςνου-σώματος.

Ο Meissner (2003)  από την πλευρά του θεωρεί ότι αν και ο Φρόιντ κατά καιρούς έγραφε με τρόπο που πρότεινε κάποια μορφή αλληλεπίδρασης,  η θεωρία του “Project”   ήταν ουσιαστικά μια  μονιστικά υλιστική προσέγγιση,  που ταύτισε ψυχικά και νευρολογικά γεγονότα (Meissner, 2003 σελ. 334).

Δεν έχουν όλοι οι μελετητές του Φρόιντ την ίδια  τοποθέτηση.  Οι Kanzer (1973, σελ. 95, 103) και Mancia (1983, σελ. 190) απεναντίας υποστηρίζουν ότι το «Project» ήταν μόνο φαινομενικά ένα νευρολογικό  έργο,  ενώ  ήταν  στην πραγματικότητα  ήταν ένα ψυχολογικό μοντέλο που πλαισιώθηκε με νευρολογικούς όρους.

Ενώ κατά τον Silverstein (1985, σελ.223) ο  Φρόιντ, που  είχε  ήδη επιχειρηματολογήσει κατά  της προσπάθειας να εντοπιστούν  χονδρικά  οι νοητικές λειτουργίες σε συγκεκριμένα μέρη του φλοιού,  δεν επιχείρησε ούτε και  στο  Project  έναν τέτοιο  εντοπισμό  [37]

 

Όπως  συνεχίζει ο Silverstein (1985, σελ. 225), ο Φρόιντ χρησιμοποίησε στο Project τις νευρολογικές θεωρήσεις του 19ου αιώνα για να διαμορφώσει τη νέα του ψυχολογία, (μεγάλο μέρος της οποίας δεν ήταν συμβατή με την αυστηρά ποσοτική και μηχανιστική νευρολογία της εποχής) και  επινόησε εφευρετικά ένα νευρολογικό σχέδιο που θα μπορούσε να την  φιλοξενήσει. Επίσης  πιστεύει ότι έγραψε το Project  για τον Fliess, μετά από την ρήξη της σχέσης του με τον Breuer, και η χρήση της νευρολογικής γλώσσας διευκόλυνε την επικοινωνία  μαζί του (με τον Fliess), την αποδοχή του οποίου  πλέον  χρειαζόταν. Ωστόσο, συνεχίζει ο Silverstein (1985)  πάνω απ’ όλα, το Project  ήταν η ψυχολογία του Φρόιντ, ή πιο σωστά, η μεταψυχολογία του. Θα μπορούσε να πεί κανείς, καταλήγει ο ίδιος συγγραφέας, ότι   ήταν το κεφάλαιο της θεωρίας  που θα ήθελε να υπάρχει στις Μελέτες για την Υστερία (ο.π., σελ. 224).

 

Κατά την γνώμη του Nagel (2016) στο Project, ο Φρόιντ προσπάθησε να δημιουργήσει ένα καθαρά σωματικό, δηλαδή νευρολογικό, μοντέλο του νου, αντανακλώντας την επικρατούσα πεποίθηση των συναδέλφων του ότι όλα τα φαινόμενα εντός των ζωντανών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των ψυχικών γεγονότων, θα μπορούσαν να εξηγηθούν από την άποψη των φυσικών αιτίων.

Αλλά όμως, συνεχίζει ο Nagel,   τότε συνειδητοποίησε ότι ακόμη και αν ο νους εδράζεται στον  εγκέφαλο, ο μόνος τρόπος που έχουμε για  να σκεφτούμε και να κατανοήσουμε αυτά τα ψυχικά γεγονότα είναι με ψυχικές έννοιες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια μη περεταίρω αναγώγιμη  υποκειμενική άποψη (Nagel, 2016, σελ. 12).

 

Το 1895  δημοσιεύθηκαν οι Μελέτες για την Υστερία (Breuer & Freud, 1893-1895), που, όπως το περιγράφει ο ίδιος τo 1925, επρόκειτο περί  της αντίθεσης: «”υπνοειδούς υστερίας” έναντι “νεύρωσης άμυνας“» (1925β, σελ. 23).  Γραμμένοτηνίδιαπερίοδο  με το Project   σημειώνειτο μετασχηματισμό-μετατροπήτηςψυχικήςδιέγερσηςσεχρόνιασωματικάσυμπτώματα τα οποίαθεωρήθηκαν  χαρακτηριστικάτηςυστερίας.

Καιοιδύο  συγγραφείς  αρχικά δελεάστηκαν, παρατηρεί ο Rangell (2000, σελ. 180),   από τασωματικάσυμπτώματα,τιςπαραλύσεις,τις αιμωδίες,τιςπαραισθησίες,  τα τικ,τουςπόνους,τόσοκοινάσεπολλέςαπότιςπρώιμεςπεριπτώσειςστιςμελέτεςτουςγιατηνυστερία.

Η προσέγγιση του Breuer [38] κινήθηκε   από τις παθογόνες ιδέες  προς εικασίες σχετικά με την ιδιαίτερη φυσιολογία του νευρικού συστήματος, που ευθύς εξ αρχής ευθύνεται για το ότι οι  ιδέες γίνονται παθογόνες.

Αντίθετα ο Freud  ξεκίνησε με το νόημα που είχαν οι ιδέες  για τους ασθενείς, και τις συγκρούσεις τους σχετικά με αυτές, ως βάση για την μετατροπή τους σε  παθογόνες.  Ο Breuer,  όπως ο Charco, προσέφερε μια περιορισμένα ψυχογενή προσέγγιση. Ο Freud αντίθετα  έδωσε  εξηγήσεις ανεξάρτητες από οποιαδήποτε προϋπόθεση υπνοειδούς κατάστασης ή  φυσιολογίας, οπότε στις Μελέτες αναγνωρίζει κανείς μια  πρώιμη  ώθηση προς  την αναγνώριση της δυιστικής άποψης  ότι  συμπεριφορά είναι ένα κοινό προϊόν  νου και σώματος.

 

Συνοψίζοντας  βλέπουμε λοιπόν ότι στα πρώιμα γραπτά του  ο Φρόιντ κινήθηκε από  μια τροποποιημένα δυιστική άποψη,  κυρίως του τύπου της  αλληλεπίδρασης[39],  προς  μια μονιστικά υλιστική προσέγγιση,   όπως η θεωρία ταυτότητας[40], και ότι  παράλληλα  άρχισε να αναζήτα τη οργανική βάση για την εξελισσόμενη ψυχολογία του στη σεξουαλική φυσιολογία,  και όχι στη νευροανατομία ή στη νευροφυσιολογία. Στη σεξουαλική φυσιολογία βρήκε τη βάση-πλάισιο για ένα δυναμικά λειτουργικό  νου που έδινε τα  νευρωτικά συμπτώματα και που θα μπορούσε να τον  περιγράψει χωρίς συγκεκριμένο εντοπισμό των ψυχικών λειτουργιών στον  φλοιό   (Silverstein, 1985, σελ. 204).

 

Εν τούτοις η  αμφισημία ήταν ήδη από την αρχή εγγενής στην σκέψη του Φρόιντ.

 

 

Στην ίδια σημαντική δεκαετία  της  Φροϋδικής σκέψης ανήκουν και οι απόψεις  του αναφορικά με τις ενεστώσες νευρώσεις.  Αν και θραύσματα αυτών  των απόψεων μπορούν να βρεθούν σε όλα τα γραπτά  του Φρόιντ, τα βασικά έργα για το θέμα ολοκληρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν  περί το 1898[41].

Ήδη  το 1895, αν όχι και  νωρίτερα, ο Φρόιντ είχε αποφασίσει ότι η πιο σημαντική αιτία της νευρωτικής ασθένειας  βρίσκονταν στη σεξουαλική ζωή του ασθενούς.

Με βάση τα διαφορετικά μοτίβα συμπτωμάτων και τις αιτιολογικές εκτιμήσεις, ο Φρόιντ χώρισε τις νευρώσεις που μελετούσε σε δύο βασικές ομάδες — τις ψυχονευρώσεις (υστερία και ψυχαναγκασμό) και τις  ενεστώσες νευρώσεις ( την νευρασθένεια “καθαυτή” και  την  αγχώδη νεύρωση), και η σεξουαλικότητα ενεπλάκη στην αιτιολογική  ερμηνεία  και των  δύο ομάδων. Ωστόσο, ενώ η διαταραχή βρέθηκε να είναι “ψυχικά” διαμεσολαβημένη στην περίπτωση των ψυχονευρώσεων, η διαταραχή που χαρακτηρίζει τις ενεστώσες νευρώσεις ήταν άμεσης, σωματικά τοξικής φύσης και άρα  δεν ήταν δεκτικές  ψυχαναλυτικής διερεύνησης.

Κατανοεί λοιπόν  (μεταξύ 1894 και 1898) την κρίσιμη διαφορά μεταξύ των συμπτωμάτων της υστερικής μετατροπής (τα οποία χαρακτήρισε ως «ψευδώς σωματικά» επειδή έχουν  ένα πρωταρχικό  νόημα που συνδέεται με την απώθηση και επειδή ενδίδουν στην  σωστή ερμηνεία), και των σωματικών συμπτωμάτων της  ενεστώσας νεύρωσης  (που τα θεώρησε ως «πραγματικά σωματικά», χωρίς κανένα πρωταρχικό νόημα, και  κατέφυγε στην οικονομική θεώρηση για να κατανοήσει τον μηχανισμό  τους (S.E., 3, σελ.  167, 266-270 και 278-280).

 

Προτείνοντας  αυτήν την διάκριση, ο Φρόιντ φαίνεται να ήταν ήδη  στην διαδικασία ανάπτυξης δύο μάλλον  όχι αλληλοαποκλειόμενων   μοντέλων του νου  ή  ενός δισδιάστατου μοντέλου.

Από τη μία πλευρά  ένα  μοντέλο ψυχικής λειτουργίας που εκφράζεται στη γλώσσα της νευροφυσιολογίας, και από την άλλη  ένα μοντέλο  σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένο από νευροφυσιολογικές αναφορές.

Από αυτήν την άποψη   φαίνεται ότι  ανέθεσε την εξήγηση για τις ψυχονευρώσεις στο   δεύτερο και την εξήγηση  για τις ενεστώσες  νευρώσεις σε ένα μοντέλο  που εκφράζεται με νευροφυσιολογικούς όρους, ένα δυιστικό μοντέλο αλληλεπίδρασης ή  και δυιστικού παραλληλισμού.

Όπως σχολίασε αργότερα ο  Jones (1972) , «…σε αυτό που αποκαλούσε  ενεστώσες  νευρώσεις, ο Φρόιντ είδε μια ευκαιρία να διασώσει ένα τουλάχιστον τμήμα  της ψυχοπαθολογίας για μια  εξήγηση με όρους φυσιολογίας» (Jones,1972, σελ. 285).  Αλλά, συνεχίζει ο  Jones (1972, σελ. 284), κατά τη διάρκεια των ετών 1888-98  ο Φρόιντ  βρέθηκε  σε μια σοβαρή πάλη πριν αποφασίσει να παραιτηθεί από την ιδέα της συσχέτισης  σωματικής και ψυχικής δραστηριότητας.

Ανκαι  υπάρχουν διαφωνίες γιατοβαθμόστονοποίοοΦρόιντεγκατέλειψετοπροηγούμενο μοντέλο  (Kanzer 1973, Pribram & Gill 1976), δεν υπάρχει αμφιβολίαότι αυτόεπηρέασεκριτικά την οργάνωση  των κλινικώνδεδομένων του κατάτηνπερίοδο κατά τηνοποία αυτόδιαμορφώθηκε.

 

Κατά τη γνώμη του Zucker (1979, σελ. 29)  οι απόψεις του  Φρόιντ σχετικά με την αιτιολογία της ενεστώσας νεύρωσης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με το συγκεκριμένο μοντέλο  του νου το οποίο είχε  ενστερνιστεί στα μέσα του 1890, που  όταν  το απαρνήθηκε έχασε γρήγορα και το ενδιαφέρον του   για την κατηγορία των νευρώσεων που εξηγούνταν  από αυτό.

Πιστεύει  όμως και αυτός  ότι ποτέ δεν απέρριψε εντελώς τις προηγούμενες  σκέψεις του σχετικά με τις  ενεστώσες νευρώσεις παρά το γεγονός ότι είχε επιλέξει  να κατασκευάσει μια θεωρία του  νου η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από μια φυσικοχημική υποδομή.

Αυτή η δυναμική ένταση φαίνεται να διατηρεί,   ηθελημένα ή αθέλητα,  την πολυπλοκότητα  και τον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα των φαινομένων που εμπλέκονται στην αιτιολογία των σωματικών ασθενειών, χωρίς να μειώνει κάθε σωματοποίηση σε υστερική μετατροπή.

Εν τούτοις   στο δισδιάστατο μοντέλο του  το ζήτημα της σωματοποίησης παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Διότι παραμένει συνδεδεμένο με τον κλινικό τομέα των νευρώσεων, είτε πρόκειται για ψυχονεύρωση είτε για  ενεστώσα νευρώση. Χωρίς να έχει προβλέψει την περίπτωση των μη νευρωτικών σωματοποιήσεων, ο Φρόιντ τις περιόρισε   στο επίπεδο   του λιβιδινικού σώματος και στη μοίρα της σεξουαλικής ενέργειας. [42]

Από το 1900 έως το 1925, κατά τη διάρκεια των πιο παραγωγικών χρόνων του Φρόιντ, τα θεμέλια της κλασικής φυσικής ταρακουνήθηκαν από μια σειρά εκπληκτικών ανακαλύψεων. Αυτές ώθησαν μια  μαζική επανεξέταση των επιστημολογικών θεμελίων της φυσικής, η οποία κορυφώθηκε με τη διατύπωση της κβαντικής μηχανικής  από τον Heisenberg. Η αβεβαιότητα εκείνων των καιρών αντικατοπτρίζεται  και στην επί του θέματος  ασάφεια  των γραπτών του Φρόιντ.

 

Στην Ερμηνεία των Ονείρων  το 1900 διακήρυξε: «Θα αγνοήσω εντελώς το γεγονός ότι το ψυχικό όργανο με το οποίο ασχολούμαστε εδώ είναι επίσης γνωστό σε εμάς με τη μορφή ανατομικού παρασκευάσματος-preparation, και θα αποφύγω προσεκτικά τον πειρασμό να προσδιορίσω ψυχολογικούς τόπους με οποιοδήποτε ανατομικό τρόπο. Θα παραμείνω σε ψυχολογικό έδαφος…» (σελ. 536).

Και το 1905, δείχνοντας μάλλον πεπεισμένος  για την  συμπληρωματική αλληλεξάρτηση  ψυχής-σώματος, ο Φρόιντ δηλώνει, στο πλαίσιο μιας δυιστικής τοποθέτησης, ότι: «είναι μόνο η θεραπευτική τεχνική που είναι καθαρά ψυχολογική· η θεωρία δεν  γίνεται  να  μην επισημάνει ότι οι νευρώσεις έχουν οργανική βάση αν και είναι αλήθεια ότι δεν ψάχνει για αυτή βάση σε οποιεσδήποτε παθολογικές ανατομικές αλλαγές, και προσωρινά χρησιμοποιεί την έννοια των οργανικών λειτουργιών   αντί για τις χημικές αλλαγές….. που θα πρέπει να αναμένουμε   για  να βρεθούν. ” (1905α, σελ. 113).

Μία από τις κεντρικές έννοιες της θεωρίας του Φρόιντ, αυτή της  ενόρμησης, εξελίχθηκε  μεταξύ 1915 και 1920.  Η ενόρμηση  όπως περιγράφεται το 1915 στο  «Instincts and their vicissitudes» βασίζεται σε μια γραμμική, σιωπηρά δυϊστική Καρτεσιανή προσέγγιση καθώς για τον Φρόιντ, ήταν το σώμα που οδηγούσε το νου.

«Αν προσπαθήσουμε», γράφει,  «να εξετάσουμε  την  ψυχική ζωή από μια βιολογική άποψη, το “ένστικτο”  φαίνεται  ως  μια  έννοια  στο  όριο μεταξύ του ψυχικού και του σωματικού . . . ως το  μέτρο της απαίτησης  επί  του νού για  εργασία, ως  συνέπεια της σύνδεσής του με το σώμα . . .» (Φρόιντ, 1915, σ. 121–2) .

Αυτή η έννοια,  σχολιάζει ο Press (2016, σελ. 98),  προϋποθέτει δύο ξεχωριστές οντότητες, το σώμα από τη μία πλευρά και την ψυχή από την άλλη· την ένταση μεταξύ των δύο· και την εργασία  για τη σύνδεσή τους.

 

Και το 1915 ο Φρόιντ  δήλωσε, σε ένα δυιστικο πλαίσιο,  σχετικά με  τις ασυνείδητες  ψυχικές διεργασίες: «Όσον αφορά τα σωματικά χαρακτηριστικά τους, είναι εντελώς απρόσιτα για εμάς: καμία φυσιολογική έννοια ή χημική διαδικασία δεν μπορεί να μας δώσει καμία ιδέα της φύσης τους. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι έχουν άφθονα σημεία επαφής με συνειδητές  ψυχικές διεργασίες . . . και όλες οι κατηγορίες που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε συνειδητές ψυχικές πράξεις, όπως ιδέες, σκοποί,  αποφάσεις και ούτω καθεξής, μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτές» (Freud, 1915, σελ.168).

 

Όπως συμπεραίνει και ο Silverstein (1989)  φαίνεται ότι η διατήρησητηςδιάκρισηςμεταξύ  ψυχικούκαι  σωματικού  ήταν  κρίσιμηγιατονΦρόιντ  (σελ. 1094).

 

Άλλωστε πέρα από το δυϊσμό νου-σώματος ο Φρόιντ, σε όλη την καριέρα του,  υιοθέτησε  και άλλους δυϊσμούς στο πλαίσιο  της σκέψης του ότι το ψυχικό και το σωματικό ήταν ποιοτικά διαφορετικά φαινόμενα.  Για παράδειγμα,  σε μια συνάντηση της Ψυχαναλυτική  Εταιρείας  της  Βιέννης το 1912, ο Φρόιντ δήλωσε: «Αν ο σημερινός ομιλητής έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των απόψεων των φιλοσόφων, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει  τον εαυτό του ως δυϊστή.   Κανένας μονισμός δεν  επιτυγχάνει να καταργήσει τη διάκριση μεταξύ των  ιδεών και των  αντικείμενων που αντιπροσωπεύουν» (Nunberg & Federn, 1975, σ. 136).

 

Το 1916  ο Φρόιντ γράφει : «η ψυχανάλυση πρέπει να παραμείνει απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υπόθεση που είναι  ξένη σε αυτήν, ανατομικού, χημικού ή φυσιολογικού τύπου, και πρέπει να λειτουργεί με αμιγώς ψυχολογικές ιδέες» (Freud 1916, σελ. 21).

Και μετά το 1917: «δεν ξέρω τίποτα που θα με ενδιέφερε λιγότερο για την ψυχολογική κατανόηση του άγχους από τη γνώση του δρόμου των νεύρων κατά μήκος του οποίου περνούν οι διεγέρσεις του» (Freud,1917, σελ.  393), υιοθετώντας  έναν μεθοδολογικό δυισμό που του επέτρεψε να μελετήσει την ψυχή ως ξεχωριστή από τον εγκέφαλο.

 

Ακόμα και όταν, πάλι το 1917, μιλά για το «αινιγματικό άλμα από το ψυχικό στο σωματικό»  στην περίπτωση της υστερικής μετατροπής (Freud, 1917, σ. 258),  ο δυισμός  είναι εγγενής στην αινιγματική διάσταση των διεργασιών,  μέσω των οποίων το αμιγώς σωματικό μπορεί να γίνει ψυχικό.

Ο Φρόιντ   έπαψε εν τέλει  να ασχολείται  με   το  “αινιγματικό”  πρόβλημα,  θεωρώντας  «το σχηματισμό των συμπτωμάτων στην υστερία μετατροπής … ένα παράξενα σκοτεινό πράγμα» (1926, σελ.112). [43]

 

Το 1919 ο Φρόιντ   έκανε την εξής την προσθήκη στην Ερμηνεία των Ονείρων: «Αν κοιτάξουμε τις ασυνείδητες επιθυμίες να ανάγονται στην πιο θεμελιώδη και αληθέστερη  μορφή τους, θα πρέπει  αναμφίβολα να  συμπεράνουμε ότι η ψυχική πραγματικότητα είναι μια συγκεκριμένη μορφή ύπαρξης που δεν πρέπει να συγχέεται με την υλική πραγματικότητα» (Freud, 1900, σελ. 620,  τα πλάγια στο πρωτότυπο).

Και το  1923  εξετάζοντας την ανάπτυξη του εγώ, ο Φρόιντ υποστήριξε ότι το εγώ ήταν αρχικά ένα  σωματικό εγώ  (προερχόμενο τελικά από τις σωματικές αισθήσεις, κυρίως της επιφάνειας του δέρματος,  1923, σελ. 25, 26),  του οποίου  η  ψυχική  δραστηριότητα είναι   ισοδύναμη με τη σωματική δραστηριότητα και  που ενεργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ του εαυτού και άλλων σωμάτων στον κόσμο[44].

Παρόλα αυτά  εν τέλει επέλεξε  να μην αναπτύξει περισσότερο αυτήν την ιδέα του “σωματικού εγώ”.  Και σε μια επιστολή που απαντά στα σχόλια του Ferenczi για το The Ego and the Id, ο Φρόιντ δηλώνει: «Θα  προτιμούσα να μην απαντήσω στη δεύτερη ερώτηση,  ως προς το πώς θα πρέπει να ερμηνεύσετε την πρόταση ότι το συνειδητό εγώ είναι κυρίως ένα σωματικό εγώ. Το genetic-γενετικό νόημα είναι σίγουρα σαφές, και δεν θα ήθελα να αγγίξω περαιτέρω αυτήν  την ασάφεια». (Freud, 1923β, σελ. 116)

 

Ακόμα και το 1925 επιστρέφοντας στην έννοια της «ενεστώσας  νεύρωσης» ο Φρόιντ επαναβεβαιώνει την πίστη του στη χημική φύση της νευρασθένειας [45] και την τοποθετεί   «δίπλα στις τοξικώσεις και τις διαταραχές όπως η νόσος του Graves, που προκύπτουν από περίσσεια ή έλλειψη   δραστικών ουσιών,  που είτε παράγονται στο εσωτερικό του σώματος είτε εισάγονται  από  έξω –  εν συντομία, είναι διαταραχές της χημείας του σώματος, τοξικές συνθήκες. Προς  το παρόν όμως δεν έχουν  απομονωθεί  οι υποθετικές ουσίες που αφορούν τις νευρώσεις, και δεν υπάρχει τέτοια  προσέγγιση για το πρόβλημα» (όπως παρατίθεται από  Jones, 1972, σ. 284)[46].

 

Αργότερα (1933) σχολίασε: «Υποθέτουμε ότι  το id  βρίσκεται κάπου σε άμεση επαφή με τις σωματικές διεργασίες και παίρνει από αυτές τις  ενστικτώδεις ανάγκες και τους δίνει  ψυχική έκφραση[47]» (Freud, 1933, σ. 73).

Φαινομενικά  λοιπόν  δείχνει να αμφιταλαντεύεται συνεχώς μεταξύ της προσπάθειας να διατυπώσει τις ψυχαναλυτικές ιδέες με όρους φυσιολογίας και της πίστης του ότι η ανάλυση θα μπορούσε να  χαράξει την πορεία της ανεξάρτητα από νευροφυσιολογία.

 

Όψιμα στην πορεία της καριέρας του, το  1935 (Burnham,1971) δηλώνει σαφώς δυιστικά: «Αντιτίθεμαι σε όλους σας στο βαθμό που δεν διακρίνετε πιο καθαρά και σαφώς μεταξύ του τι είναι ψυχικό και τι είναι βιολογικό,  και προσπαθείτε να εφαρμόσετε ένα  τακτοποιημένο παραλληλισμό μεταξύ των δύο…. Πρέπει να κρατήσουμε την ψυχανάλυση διακριτή από τη βιολογία, όπως την κρατήσαμε ξεχωριστή από την ανατομία και τη φυσιολογία» (Freud 1935/1971, σ. 329).

 

Και  στο Outline (1938), ο Φρόιντ,  πάλι  ως ένας  δυιστής  σχολίασε: «Δύο  πράγματα γνωρίζουμε σχετικά με αυτό που αποκαλούμε ψυχική ζωή: Πρώτον, το σωματικό όργανο της και τη σκηνή δράσης της,  δηλ.  τον εγκέφαλο (ή το νευρικό σύστημα), και,  δεύτερον  τις πράξεις της συνείδησης, που είναι άμεσα δεδομένα και δεν μπορούν να εξηγηθούν περαιτέρω από  καμιά περιγραφή. Όλα όσα βρίσκονται   ενδιάμεσα, μας  είναι άγνωστα, και  δεν έχουμε δεδομένα  για καμία άμεση σχέση μεταξύ αυτών των δύο τερματικών σημείων της γνώσης μας.» (1938, σελ. 144-145).  Και μετά  (σελ. 182): «Το μέλλον μπορεί να μας διδάξει να ασκούμε άμεση επίδραση  μέσω συγκεκριμένων χημικών  ουσιών στις ποσότητες ενέργειας και τη διανομή τους στον ψυχικό μηχανισμό».

 

Σε ένα από τα τελευταία έργα του, ο Φρόιντ (1938β) επαναλαμβάνει την δυϊστικά αλληλεπιδραστική του θέση. «Τα ψυχικά φαινόμενα», τα οποία είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητα, «εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από σωματικές επιρροές και από την πλευρά τους έχουν τις ισχυρότερες επιπτώσεις στις σωματικές διεργασίες» (σ. 283).

Ωστόσο ο Φρόιντ (1938β) αντιστεκόταν  ακόμα σε οποιαδήποτε σκέψη ότι οι ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες θα μπορούσαν να εξισωθούν με οργανικές διεργασίες οι οποίες τρέχουν παράλληλα με τη συνείδηση. «Η απάντησή μας», είπε, «είναι ότι θα  ήταν αδικαιολόγητο και ασύμφορο   να  γίνει   μια   ρήξη  της ενότητας της ψυχικής ζωής  χάρη της  υποστήριξης ενός ορισμού . . .»  (Freud, 1938β, σ. 286).

 

 

 

Η κατανόηση των επιγόνων-ενδεικτικά

 

Το ότι ο Φρόιντ είχε μια βαθύτατη  επίδραση στην ψυχολογία, και όχι μόνο,  είναι αδιαμφισβήτητο. Ωστόσο, είναι ιδιότυπα αμήχανο το γεγονός ότι οι αναγνώστες  και μελετητές του  δεν μπορούν να συμφωνήσουν  αναφορικά με το ποια ήταν η θέση του  σε ένα θέμα τόσο θεμελιώδες όσο η σχέση νου-σώματος.

 

ΟΦρόιντέχει ενδεικτικά  παρουσιαστείωςυλιστής(Natsoulas,1984, σελ.197),ωςβασικάδεσμευμένοςστοβιολογικόντετερμινισμόκαιτον αναγωγισμό(Snyder,1987,σελ. 136-37, 1988, σελ. 661-62),ωςμονιστής(Parisi,1987),  ωςδυϊστής της  αλληλεπίδρασης(Silverstein,1985,1988) και πολλά άλλα.

 

Κατά τον Jones (1972), ο Φρόιντ διατήρησε δύο απόψεις  σε όλη του τη ζωή.  «Η μια  ήταν ότι δεν υπήρχαν  ενδείξεις ψυχικών διεργασιών που συμβαίνουν χωριστά από τις  σωματικές: ότι δεν μπορούσε να υπάρχει ο νους  χωριστά από τον  εγκέφαλο.  Η άλλη ήταν ότι οι σωματικές διεργασίες πρέπει να προηγούνται των  ψυχικών ….. . Ο Φρόιντ πίστευε ότι, όχι μόνο η ουσιώδης φύση τόσο της ψυχής όσο και της ύλης είναι  άγνωστη, αλλά  και ότι είναι τόσο εγγενώς διαφορετική σε είδος ώστε να είναι  λογικό λάθος να μεταφράζεται μια περιγραφή των διαδικασιών του ενός πεδίου  με όρους του άλλου. Ούτε υπήρχε καμία ένδειξη για την αποσαφήνιση της άμεσης σχέσης του ενός με τον άλλο» (Jones,1972, σελ. 404).

 

Η May  (1999, σελ. 774) επίσης ισχυρίζεται  ότι  στην  πραγματικότητα ο Φρόιντ ανέπτυξε αρχικά δύο θεωρίες αιτιώδους συνάφειας, μία ψυχολογική και μια σωματική, αλλά ότι η πρώτη ήταν εκτενέστερα διατυπωμένη και καλύπτει μεγαλύτερο αριθμό κλινικών εικόνων,  έτσι ώστε η πρώιμη θεωρία του για τις νευρώσεις και τις ψυχώσεις  θα μπορούσε να περιγραφθεί   ως ‘κυρίως ψυχολογική θεωρία’.

Αλλά,   συνεχίζει η  May  (1999, σελ. 775): «όπως γνωρίζουμε, μετά 1896 ο Φρόιντ αποστασιοποιήθηκε από την έμφαση στα ψυχικά αίτια, αποδίδοντας γενετική προτεραιότητα και κινητήρια αυτονομία στη σωματική μάλλον   παρά στην ψυχική πτυχή της σεξουαλικότητας, και  αυτό όχι μόνο σε σχέση με τις σωματικά προκαλούμενες νευρώσεις: η  σεξουαλικότητα έγινε ένστικτο. (πχ.  Freud,  1906, σελ. 278).  Μια παρόμοια αλλαγή υπέστη  και η αντίσταση, η οποία περιεγράφηκε ως «οργανικά προσδιορισμένη» και «καθορισμένη  από την κληρονομικότητα» (Freud, 1905β,  σελ. 177).

 

Σύμφωνα  με τον Meissner (2003),  από την άλλη, ο Φρόιντ δεν είχε ποτέ ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ψυχικής λειτουργίας στο πλαίσιο  του  οποίου θα μπορούσαν να χωρέσουν συστηματικά οι διάφορες ανακαλύψεις του,  δεν εστίασε ποτέ ρητά  και απέφυγε να δώσει   απάντηση στο  πρόβλημα ψυχή-σώμα. Παρόλο που  ένα  μεγάλο μέρος της θεωρίας του γυρνούσε σταθερά γύρω από  εκεί, και το άγγιζε συνεχώς κατ’  εφαπτομένη,   στην ουσία άλλαζε  τη γνώμη του  ανάλογα με τη περίσταση. Οι κλινικές παρατηρήσεις του έδειξαν  ότι οι σωματικές διεργασίες από μόνες τους δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τα συμπτώματα των ασθενών του, και επίσης ότι με κάποιο τρόπο οι σωματικές επιρροές διαμεσολαβούνται    από επιθυμίες και άμυνες,  αλλά αυτό το “με κάποιο τρόπο”   δεν διευκρινίστηκε ποτέ (Meissner, 2003, σελ. 324).

Καθώς η ανακάλυψη των ασυνείδητων διανοητικών διεργασιών ήταν σε  αντίθεση με τις επικρατούσες δυιστικές παραδοχές,  τον άφηνε με δύο επιλογές-είτε  να εξηγήσει τέτοιες καταστάσεις ως αποσυνδεμένες από τη συνειδητότητα είτε ως νευροφυσιολογικές διαθέσεις. Απομακρυνόμενος  και  από τις δύο εναλλακτικές ο Φρόιντ επέλεξε μια θεωρία ταυτότητας και προσέφερε μια σύνθετη θεωρία της συνείδησης (Meissner, 2003, σελ.334).

 

Ο Brunnell (1999),  εξάλλου,  διαπιστώνει ότι: «Καθώς ωρίμαζε η καριέρα του Φρόιντ,  ήταν   όλο και δυσκολότερο,   αφενός να γίνονται  κατανοητές οι ιδέες του σχετικά με το   θέμα της αλληλεπίδρασης  σωματικών και ψυχικών φαινομένων και αφετέρου  να εντοπιστεί  μέσα από αυτές τις ιδέες  μια  θεμελιώδης υπόθεση» (σελ. 92).

 

Ο Mackay (1986, σελ. 388)  έχει μια κάπως διαφορετική άποψη  για την εξέλιξη της σκέψης του Φρόιντ  στο θέμα ψυχή-σώμα, θεωρώντας ότι  μετατοπίστηκε  από μια πρώιμη  θέση παραλληλισμού έως  την εγκατάλειψή της  το 1915 όταν γράφει: «Η συμβατική εξίσωση του ψυχικού με το συνειδητό είναι συνολικά  άστοχη-ασύμφορη. Διαταράσσει τις ψυχικές συνέχειες,  και μας  βυθίζει στις άλυτες δυσκολίες του ψυχοφυσικού παραλληλισμού»(Freud, 1915,σ.167-168).

Ο οποίος ψυχοφυσικός παραλληλισμός, όπως  θεωρεί ο  Meissner (2003, σελ. 325), αντικαταστάθηκε από μια μονιστική  μορφή θεωρίας της  ταυτότητας, στην οποία η ψυχολογία και η νευρολογία χρησιμοποιούσαν διαφορετικές γλώσσες για να εκφράσουν κάτι για τις ίδιες, λειτουργικά ταυτόσημες, υποκείμενες διαδικασίες.

 

Από τα παραπάνω προκύπτει λοιπόν   ότι ο Φρόιντ για μεγάλο χρονικό διάστημα   έμεινε ανάμεσα στην ιδέα ότι η ψυχανάλυση ήταν το πρώτο στάδιο μιας ολοκληρωμένης Φυσιολογίας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μια μονιστική τοποθέτηση δηλαδή,  και στη μετέπειτα πεποίθησή του ότι αναγκαστικά θα έπρεπε  να αυτονομηθεί   από την φυσιολογία, παρότι δεν έκοψε ποτέ τις βιολογικές του ρίζες. [48]

Ταλαντεύθηκε ανάμεσα  σε δυιστικές θέσεις  -κάποιες μορφές παραλληλισμού  ή    αλληλεπίδρασης –    προς μονιστικά υλιστικές, πχ. μια μορφή θεωρίας ταυτότητας [49],   όπου υπονοούσε  μια καθαρά ψυχολογική εξήγηση, στην οποία μερικές φορές επέτρεπε κάποια μορφή αλληλεπίδρασης και ενίοτε όχι. [50]

 

Μάλλον δεν ήταν σε θέση να  υπερβεί μια υπόθεση   συσχέτισης  μεταξύ  εγκεφαλικής δραστηριότητας και  συμπεριφοράς, και δεν είχε  απάντηση στο ερώτημα  πώς ο εγκέφαλος κινητοποιεί τις ψυχικές διεργασίες.

Το«μυστηριώδεςάλμα»  παρέμεινεέτσιέναμυστήριογια τον Φρόιντ,ανκαισυνέχισεναπιστεύεικαιναελπίζειότιη συσσώρευση τηςγνώσης  για τον εγκέφαλοκαιτηδραστηριότητάτουθαοδηγούσεσεισομορφικά εξισωτική αντίληψη  μετηνψυχολογικήθεωρίατου.

Φαίνεται  τελικά ότι στο έργο   του Φρόιντ μια οριστική ή ικανοποιητική επίλυση της σχέσης  ψυχής —σώματος  στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο παρέμεινε απροσδιόριστη,  και η απάντηση στο ερώτημα  έμεινε  για  στους διάδοχους του.

 

Εν κατακλείδι

 

Η στάση και η νοοτροπία  του αναλυτή σχετικά με το ζήτημα   νου-σώματος μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις,  και να  υπαγορεύσει  αποφάσεις για  θεραπευτική παρέμβαση και διαχείριση, κυρίως σε μια εποχή με  ταχείες εξελίξεις στην επινόηση σωματικών θεραπειών ακόμα και για τις  ψυχικές διαταραχές. Η εν λόγω νοοτροπία θα δημιουργήσει τις  συνθήκες όπου   θα χρειαστεί  να συζητηθεί η  τεχνική και  το πλαίσιο εφαρμογής,  ιδιαιτέρως  στο θέμα του συνδυασμού σωματικών και ψυχικών μεθόδων θεραπείας.  Αλλά επίσης θα έχει κρίσιμες επιπτώσεις  στην ψυχαναλυτική θεραπεία μέσω του πώς ο αναλυτής θα κατανοεί την σωματική νόσο του αναλυόμενου.

 

Σήμερα ο δυισμός  αμφισβητείται από τους περισσότερους αναλυτές  με το σκεπτικό ότι κατακερματίζει το ανθρώπινο φαινόμενο με τρόπους που καθιστούν  δυσκολότερη την κατανόηση των βασικών ψυχαναλυτικών διαδικασιών και αντιστέκονται στην  απαρτίωση  των θεωριών της εγκεφαλικής με την ψυχική λειτουργία.  Αμφισβητούν  δηλ. τον βαθμό στον οποίο οι δυιστικές θεωρίες μπορούν να μεταφέρουν το βάρος των ψυχαναλυτικών συμπερασμάτων.

 

Η έλευση της νέας τεχνολογίας της Νευροεπιστήμης, όπως η fMRI- Λειτουργική Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού[51], έχει οδηγήσει κάποιους να επιχειρήσουν να αναζωογονήσουν το όνειρο του Φρόιντ,   να   αποκτηθεί  δηλ. ασφαλής γνώση  για την ψυχή  μέσω του εγκεφάλου,  ανάγοντας  την υποκειμενική εμπειρία σε αντικειμενικά χαρακτηριστικά του εγκεφάλου.

 

Για τον,  μονιστή και οπαδό της επιστημονικοποίησης της ψυχανάλυσης, Kandel (1998) πχ, η διάκριση ψυχής-σώματος δεν είναι πλέον αποδεκτή, δεδομένου ότι «δεν μπορεί να υπάρξουν αλλαγές στη συμπεριφορά που δεν αντανακλώνται στο νευρικό σύστημα και δεν υπάρχουν  σταθερές αλλαγές στο νευρικό σύστημα που δεν αντανακλώνται στις διαρθρωτικές-δομικές αλλαγές σε κάποιο επίπεδο ανάλυσης.... Δεν πιστεύουμε πλέον ότι μόνο ορισμένες ασθένειες, οι οργανικές, επηρεάζουν την ψυχική λειτουργία μέσω βιολογικών αλλαγών στον εγκέφαλο και ότι άλλες, οι λειτουργικές ασθένειες, δεν την επηρεάζουν. Η βάση του νέου πλαισίου για την ψυχιατρική είναι ότι όλες οι ψυχικές διεργασίες είναι βιολογικές, και επομένως οποιαδήποτε τροποποίηση σε αυτές τις διεργασίες είναι αναγκαστικά οργανική» (Kandel, 1998, σελ. 464).

 

Όμως για άλλους,  όπως  για  τον φιλόσοφο και επικριτή του υλιστικού αναγωγισμού  Thomas Nagel[52]   όλα αυτά ανήκουν στην προσπάθεια της ψυχανάλυσης να τεκμηριώσει αποδείξεις.   Ο ίδιος υπερασπίζεται  μεν  την αξίωση ότι   ο νους είναι δεμένος με τον σωματικό εγκέφαλο, θεωρεί εντούτοις  ότι υπάρχει  κάτι που είναι  αναπόφευκτα υποκειμενικό στην ανθρώπινη εμπειρία, συνειδητή  και ασυνείδητη,  και που δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως  με,   ή να αναχθεί σε νευροφυσιολογικές διεργασίες Nagel , 2016, σελ. 390).

 

 

Οι υπόλοιποι    στην ψυχαναλυτική κοινότητα  ρητά ή υπόρρητα  παραμένουμε σε όλο το  ενδιάμεσο φάσμα.

Από την   μάλλον μονιστική πεποίθηση  του  Groddeck[53], που το 1923 δεν κάνει καμία διάκριση  μεταξύ οργανικών και ψυχικών ασθενειών ούτε καν  μεταξύ υγείας και ασθένειας και  θεωρεί  ότι η σωματική ασθένεια είναι επίσης  μια ψυχική ασθένεια[54] (Groddeck, 1977, σελ.9.10), μέχρι τις μάλλον δυιστικές κατανοήσεις του  Alexander[55]   (1950, που  θεωρεί  τις σωματικές ασθένειες ως ένα προϊόν πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ  ιδιοσυγκρασίας ενός ατόμου και των σωματικών συνεπειών της συναισθηματικής διέγερσης).

 

Ή συμμεριζόμαστε την σκέψη   του  Gaddini (1987):  «η ψυχανάλυση θεωρεί την ψυχική δραστηριότητα ως την πιο διαφοροποιημένη λειτουργία του σώματος, τόσο διαφοροποιημένη, στην πραγματικότητα, ώστε να απαιτείται η ανάπτυξη ερευνητικών μεθόδων ειδικά για τη μελέτη των φαινομένων της  καθαυτών, ως ανεξάρτητα από τις υποκείμενες βιολογικές προδιαθέσεις.  Παρ ‘όλα αυτά, για την ψυχανάλυση το σώμα και ο νους  αποτελούν ένα λειτουργικό «συνεχές», το κύριο στοιχείο του οποίου είναι μια διαδικασία διαφοροποίησης που οδεύει από το σώμα στο  νου, αλλά διαμέσου της οποίας η ψυχανάλυση, πηγαίνοντας μέσω του νου, μπορεί τελικά να φτάσει στο σώμα»  (Gaddini, 1987, σελ. 315).

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

 

Alexander, F. (1950) Psychosomatic Medicine. New York. Norton.

 

Amacher, P. (1965) Freud’s Neurological Education and Its Influence on Psychoanalytic Theory. New York: International Universities Press

 

Αmacher, P. (1974). The Concepts of the Pleasure Principle and Infantile Erogenous Zones Shaped by Freud’s Neurological Education. Psychoanal. Q., 43:218-223

 

Anderson, D. (1962) Studies in the Prehistory of Psychoanalysis. Stockholm: Svcnska Bokforlaget.

 

Armstrong, D., 1968, A Materialist Theory of the Mind, Routledge

 

Bernfeld, S. (1944). Freud’s Earliest Theories and the School of Helmholtz. Psychoanal. Q., 13:341-362

 

Brentano, F. (1874) Psychology from an Empirical Standpoint. London: Routledge & Kegan Paul, 1973.

 

Brook, Andrew. (1998). “Neuroscience versus Psychology in Freud,” in Neuroscience of the Mind on the Centennial of Freud’s Project for a Scientific Psychology. New York: New York Academy of Sciences, Vol. 843: 66-79. https://doi.org/10.1111/j.1749-6632.1998.tb08205.x

 

Brunnell, C. (1999), How accurate is Grünbaum’s reading of Freud? Psychoanal. Contemp. Thought, 22: 85-110.

 

Burnham Donald L. M.D. (1971) Freud and Female Sexuality: A Previously Unpublished Letter, Psychiatry, 34:3, 328-329, DOI: 10.1080/00332747.1971.11023679

 

Carignani, P. (2012). I. The Body in Psychoanalysis. Brit. J. Psychother, 28(3):288-318

Freud, S. (1888α). Hysteria.  S E Volume I, 37-59

 

Freud, S. (1888β). Preface to the Translation of Bernheim’s SuggestionS E, Volume I, 73-87

 

Freud, S. (1888). Some Points For a Comparative Study of Organic and Hysterical Motor Paralyses.  S E, Volume I, 157-172

 

 

Freud, S. (1990). “The Brain,” in Mark Solms and Michael Saling, Eds. A Moment of Transition: Two Neuroscientific Articles by Sigmund Freud. London: Karnac Books, 39-86.

 

Freud, S. (1889). Review of August Forel’s Hypnotism (1889).  S E, Volume I, 89-102

 

Freud, S. (1895) Project for a Scientific Psychology. S E, 1: 283-397.

 

Freud, S. (1898). Letter from Freud to Fliess, September 22, 1898. The Complete Letters of Sigmund Freud to Wilhelm Fliess, 1887-1904, 326-327

 

 

Freud, S. (1890). Psychical (or Mental) Treatment (1890). S E Volume VII, 281-302

 

Freud, S. with Breuer, J. (1893). On the psychical mechanism of hysterical phenomena: Preliminary communication. SE 2

 

Freud, S. (1894), The neuropsychoses of defence, S E, Vol. 3, 43-61.

 

Freud, S. (1895), On the grounds for detaching a particular syndrome from neurasthenia under the description ‘anxiety neurosis,’ S E, Vol. 3, 87-115.

 

Freud, S. (1895β). Letter from Freud to Fliess, May 25, 1895. The Complete Letters of Sigmund Freud to Wilhelm Fliess, 1887-1904, 128-131

 

Freud, S. (1896), Heredity and the aetiology of the neuroses, S E, Vol. 3,  141-156.

 

Freud, S. (1896) Further Remarks on the Neuro-Psychoses of Defense. S E, 3: 159-185.

 

Freud, S. (1898), Sexuality in the aetiology of the neuroses, S E, Vol. 3, 261-285.

 

Freud, S. (1898), Letter from Freud to Fliess, March 10, 1898. The Complete Letters of Sigmund Freud to Wilhelm Fliess, 1887-1904, 301-302

 

Freud, S. and Breuer, J. (1895).     Studies on Hysteria. S E, 2.

 

Freud, S. (1900), The Interpretation of Dreams. S E, Volume 4 & 5. ix-627

 

Freud, S. (1905α). Fragment of an Analysis of a Case of Hysteria (1905 [1901]).  S E, Volume VII

 

Freud, S. (1905β). Three Essays on the Theory of Sexuality. S.E.  Vol.7.

 

Freud, S. (1906). My views on the part played by sexuality in the aetiology of the neuroses. S.E. 7.

 

Freud, S. (1915) The unconscious. SE Vol. 14. Pp. 159-204.

 

 

Freud, S. (1916). Introductory Lectures on Psycho-Analysis.  S E Volume XV, 1-240

 

Freud, S. (1917). Introductory Lectures on Psycho-Analysis.  S E, Volume XVI , 241-463

 

Freud, S. (1920). Beyond the Pleasure Principle. S E, Volume XVIII

 

Freud, S. (1923). The Ego and the Id.  S E, Volume XIX

 

Freud, S. (1923β). Letter from Sigmund Freud to Sándor Ferenczi, October 30, 1923. The Correspondence of Sigmund Freud and Sándor Ferenczi Volume 3,

 

Freud, S. (1925). The Resistances to Psycho-Analysis. SE, Volume XIX

 

Freud, S. (1925β). An Autobiographical Study.  S E, Volume XX

 

Freud, S. (1926), Inhibitions, Symptoms and Anxiety. S E, 20:75-172

 

Freud, S. (1933). New Introductory Lectures On Psycho-Analysis. S E, Volume XXII

 

Freud, S. (1938). An Outline of Psycho-Analysis.  S E, Volume XXIII

 

Freud, S. (1938β). Some Elementary Lessons in Psycho-Analysis. SE, Volume XXIII

 

Gaddini, E. (1987). Notes on the Mind—Body Question. Int. J. Psycho-Anal., 68:315-329.

 

Groddeck, G. (1977). The Meaning of Illness. Int. Psycho-Anal. Lib., 105:1-266. London: The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis.

 

Gubb, K. (2013). Psychosomatics Today: A Review of Contemporary Theory and Practice. Psychoanal. Rev., 100(1):103-142

 

Hartocollis, P. (2002). ‘Actual Neurosis’ and Psychosomatic Medicine. Int. J. Psycho-Anal., 83(6):1361-1373

 

Holt, R. R. (1965) A Review of Some of Freud’s Biological Assumptions and Their Influence on His Theories. In N. S. Greenfield & W. C. Lewis (Eds.), Psychoanalysis and Current Biological Thought. Madison: University of Wisconsin Press, 1965, pp. 93-124.

 

Jung, C. G. (1965), Memories, Dreams, Reflections. New York: Random House.

 

Jones, E. (1972). Sigmund Freud Life and Work, Volume One: The Young Freud 1856-1900, 1-444. London: The Hogarth Press.

 

Kandel, E. R. (1998), A new intellectual framework for psychiatry. Am. J. Psychiatry, 155: 457-469.

 

Kanzer, M. (1973), Two prevalent misconceptions about Freud’s ‘Project’ (1895), Annu. Psychoanal., 1, 88-103

Levin, K. (1978).  Freud’s Early Psychology of the Neuroses: A Historical Perspective. Pittsburgh: University of Pittsburgh Press.

 

Mackay, N. (1986). Freud, Explanation, and the Mind-Brain Problem. Psychoanal. Contemp. Thought, 9(3):373-404

 

Mancia, M. (1983), Archeology of Freudian thought and the history of neurophysiology. Int. Rev. Psycho-Anal., 10: 185-192.

May, U. (1999). Freud’s Early Clinical Theory (1894–1896). Int. J. Psycho-Anal., 80(4):769-781

Meissner, W.W. (2003). Mind, Brain, and Self in Psychoanalysis. Psychoanal. Contemp. Thought, 26(3):321-344

 

Merlan, P. (1949) Brentano and Freud —A Sequel. J Hist. Ideas, 10: 451.

 

Nagel, T. (2016)   An exchange  with Thomas Nagel: The mind-body problem and psychoanalysis. Journal of the American Psychoanalytic Association, 64(2), 389–403.

 

Natsoulas, T. (1984). Freud and Consciousness. Psychoanal. Contemp. Thought, 7(2):195-232.

 

Nunberg, H., & Federn, E. (eds.) (1962-1975). The Minutes of the

Vienna Psychoanalytic Society, 1906-1918, 4 volumes. New York: International Universities Press.

 

Parisi, T. (1987) `Why Freud failed: Some implications for neurophysiology and sociobiology’. Am. Psychol., 42: 235.

 

Press, J.  (2016). Metapsychological and Clinical Issues in Psychosomatics Research. Int. J. Psycho-Anal., 97(1):89-113

Pribram & Gill (1976). Freud’s ‘Project’ Re-assessed: Preface to Contemporary Cognitive Theory and Neuropsychology, Basic Books.

Πλάτων (1993)Φαίδων. Αθήνα:  εκδόσεις Κάκτος.

 

Rangell, L. (2000). Psyche and Soma: Leaps and Continuities. J. Clin. Psychoanal., 9(2):173-200

 

Rangell, L. (2002). Mind, Body, and Psychoanalysis. Psychoanal. Psychol., 19(4):634-650

 

Ryle, G. (1949), The Concept of Mind. New York: Barnes & Noble, 1967.

 

Strachey, J. (1955), Editor’s Introduction to J. Breuer and S. Freud. (1893-1895)

 

Strachey, J. (1957), Editor’s note to “The Unconscious”’. S E,  14.

 

Strachey, J. (1962). The Emergence of Freud’s Fundamental Hypotheses, Appendix to The Neuro-Psychoses of Defence.  S E, Volume III

 

Stewart, W. A. (1967) Psychoanalysis: The First Ten Years, 1888-1898. New York: Macmillan.

 

Searle, J. (1984), Noυς, Εγκέφαλος, Επιστήμη, Μτφ. Κ. Χατζηκυριάκου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,  Ηρακλειο,1994.

 

Silverstein, B. (1985). Freud’s Psychology and its Organic Foundation: Sexuality and Mind-Body Interactions*. Psychoanal. Rev., 72(2):203-228

 

 

Silverstein, B. (1989). Contributions to the history  of psychology: LVIII.  Freud’s Dualistic Mind-Body Interactionism: Implications  for  the development of his psychology.  Psychological Reports,  64, 1091-1097

Snyder, D.M. (1987). On Freud’s Adoption of the Objective View Regarding Psychological Phenomena. Psychoanal. Contemp. Thought, 10(1):129-153

Snyder, D. M. (1988). Comment on Parisi. American Psychologist, 43(8), 661–662.

Solms, Mark. (2014). “The Conscious Id” in Neuropsychoanalysis: An Interdisciplinary Journal for Psychoanalysis and the Neurosciences, Vol. 15, no. 1: 5-19. DOI: 10.1080/15294145.2013.10773711

Solms, Mark and Michael Saling, Trans and Eds. (1990). A Moment of Transition: Two Neuroscientific Articles by Sigmund Freud. London: Karnac Books

Sulloway, F. (1979) Freud: Biologist, of the Mind. New York: Basic Books.

 

Taylor, G. J. (2010). Symbolism, symbolization, and trauma in psychosomatic theory. In M. Aisenstein & E. R. Aisemberg, eds., Psychosomatics today: A psychoanalytic perspective (pp. 181-199). London: Karnac.

 

Vernant, J., Μύθος και σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις  Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθηνά, 1989

 

Zucker, K.J. (1979). Freud’s Early Views on Masturbation and the Actual Neuroses. J. Am. Acad. Psychoanal. Dyn. Psychiatr., 7(1):15-32

 

 

 

 

[1]1 Η Δομινίκη Μυλωνά (domyl@otenet.gr) είναι ψυχίατρος, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της IPA, και ομαδική αναλύτρια, μέλος της GASI, πρόεδρος του Ινστιτούτου Ομαδικής Ανάλυσης ‘S.H.Foulkes’

(ΙΟΑΦ).

[2] Συνοπτική εκδοχή της παρούσας εργασίας παρουσιάστηκε στο 7ο μεταΣυμπόσιο  Ψυχοσωματικής  της ΕΨΣΕ, Αθήνα  13/10/2019

 

[3] Στην  παρούσα εργασία θα χρησιμοποιούμε  την λέξη  νους ως μετάφραση του mind, και τις  ελληνικές λέξεις ψυχή-νους αδιαφοροποίητα.

 

[4] Η οποία  και υπονόμευσε τις  βάσεις του θετικιστικού  και αναγωγιστικού επιστημονισμού  της ιατρικής του εκπαίδευσης.

[5] Θα παραλείψουμε  την αναλυτική αναφορά στις απόψεις των προσωκρατικών, την υλιστική περί ψυχής θεωρία του Δημόκριτου και τους πυθαγόρειους.

[6] Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης με τον όρο αυτό υποστήριζε ότι κάθε φυσικό σώμα διέπεται από δύο βασικές εγγενείς αρχές, θεωρούμενες καταστάσεις. Την μία την χαρακτήριζε “δυνάμει κατάσταση” που αντιστοιχούσε στην άμορφη ύλη του σώματος και την άλλη “ενεργεία κατάσταση” που αντιστοιχούσε στο “είδος” που μορφοποιεί την ύλη και έτσι πραγματοποιείται η γένεση  του όντος

 

[7] Και με αυτήν την έννοια το περιβάλλον δεν διαφέρει καθόλου από τον άνθρωπο

[8] Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς το περιγράφει ξεκάθαρα το 1361:”Μη αν ψυχήν μόνην μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον…” (Γρηγόριος ο Παλαμάς, P.G. 150, 1361).

 

[9] Εξουδετερώνοντας έτσι μια Σχολαστική  Λογική που απαιτούσε την ‘ανεύρεση της αλήθειας και μόνον’  και έτεινε να υπερτιμήσει τα όρια και τις δυνατότητές της,  ως προς την κατανόηση του θείου.

Στην ασταθή ισορροπία πίστης και λογικής και στον εσωτερικό κίνδυνο του ορθολογισμού για την πίστη αντιτέθηκε ως διορθωτικός παράγοντας η αποφατική θεολογία. Τα κείμενα του Διονυσίου του Πρεσβυτέρου (Διονυσίου του Αρεοπαγίτη κατά την επίσημη εκκλησιαστική βιβλιογραφία), επιδεχόμενα της ερμηνείας του μεγάλου θεολόγου Μάξιμου του Ομολογητή προσέφεραν το αναγκαίο αντιστάθμισμα της αποφατικής θεολογίας απέναντι στον ορθολογισμό, κάνοντας την ανατολική αυτή αντίληψη γνωστή και ενεργό στη δύση, με τον Αρεοπαγίτη να εισάγεται έμμεσα στο δυτικό τρόπο σκέψης.

[10] Η διάκριση μεταξύ του νου-ψυχής και του σώματος είναι πιθανώς μία από τις γνωστότερες θέσεις του Καρτέσιου  την οποία  βρίσκει κανείς με διάφορες μορφές και στους πρώτους φιλοσόφους. Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του Πλατωνισμού και, σε διαφορετική μορφή, είναι κοινή στους περισσότερους από τους πρώτους χριστιανούς φιλοσόφους, που γενικά υποστήριζαν ότι κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου -ο νους ή η ψυχή του- επιζεί του σωματικού θανάτου.

 

H σχολαστική θεολογία και η θεολογία της Μεταρρύθμισης είχαν επηρεάσει με τη διδασκαλία τους τη σκέψη των επιστημόνων όσο και τη σκέψη των απλών ανθρώπων, των φιλοσόφων και των κληρικών της εποχής εκείνης. Tην ορθόδοξη διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής την είχαν διαμορφώσει η πλατωνική και η αριστοτέλεια θεωρία για το νου.

Παρότι λοιπόν  η επίσημη θεωρία δεν  πηγάζει μόνο από τις θεωρίες του Kαρτέσιου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο κατέγραψε ο Καρτέσιος τη διάκριση και τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε άσκησαν μεγάλη επίδραση σε μεταγενέστερους διανοητές.

 

[11] Ο Gilbert Ryle (1900–76) ήταν φιλόσοφος που δίδαξε στην  Οξφόρδη με σημαντικές συνεισφορές στη φιλοσοφία του νου. Στα σημαντικότερα γραπτά του περιλαμβάνονται τα Philosophical Arguments (1945), The Concept of Mind (1949), Dilemmas (1954), Platos Progress (1966),  και On Thinking (1979). Στο The Concept of Mind (1949) ο  Ryle  ασκεί κριτική στην αντίληψη ότι ο νους είναι διακριτός από το σώμα και αναφέρεται στην ιδέα ως “το φάντασμα στη μηχανή”. Σύμφωνα με τον Ryle, η κλασσική θεωρία του νου, ή ο “Καρτεσιανός ορθολογισμός”, κάνει ένα βασικό λάθος κατηγορίας, επειδή προσπαθεί να αναλύσει τη σχέση μεταξύ “ψυχής” και “σώματος” σαν να ήταν όροι της ίδιας λογικής κατηγορίας. Αυτή η σύγχυση των λογικών κατηγοριών μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες θεωρίες της σχέσης μεταξύ του νου και της ύλης. Για παράδειγμα, η ιδεαλιστική θεωρία του νου κάνει επίσης ένα βασικό λάθος κατηγορίας, προσπαθώντας να αναγάγει τη σωματική πραγματικότητα στο ίδιο καθεστώς με την ψυχική πραγματικότητα, ενώ η υλιστική θεωρία  αντίστοιχα προσπαθεί να αναγάγει την ψυχική πραγματικότητα στην  φυσική.

 

[12] Η Ιατρική Φυσιολογία είναι μία επιστήμη, κλάδος της Βιολογίας και θεμελιώδες αντικείμενο μελέτης στην Ιατρική.  Ασχολείται με τη μελέτη της λειτουργίας των ανθρωπίνων κυττάρων, των οργανικών συστημάτων του ανθρωπίνου σώματος και συνολικότερα με τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού.  Θεωρεί ότι κάθε μονάδα ζωής είναι ένα σύνολο δομών που έχει στόχο την παραγωγή κάποιου έργου, υποσυνόλου της λειτουργίας του συστήματος ή σώματος στο οποίο ανήκει.

[13] Ο λειτουργισμός (ή φανξιοναλισμός) είναι τρόπος ερμηνείας και μέθοδος ανάλυσης σύνθετων κυρίως δομών του επιστητού, με βάση την εξάρτηση, δράση, απόδοση, αποτελεσματικότητα ή τον προορισμό των μερών στα πλαίσια ενός συνόλου.

Δηλώνει ότι οι ψυχικές καταστάσεις (πεποιθήσεις, επιθυμίες, πόνος κ.λπ.) συνίστανται αποκλειστικά από τον λειτουργικό τους ρόλο, δηλαδή τις αιτιακές σχέσεις με άλλες ψυχικές καταστάσεις, τις αισθητηριακές  εισροές και τα συμπεριφορικά αποτελέσματα.

Ο λειτουργισμός αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό ως εναλλακτική λύση στη θεωρία της ταυτότητας του νου και  του συμπεριφορισμού.

Δεδομένου ότι οι ψυχικές καταστάσεις αναγνωρίζονται από ένα λειτουργικό ρόλο, θεωρείται από τον λειτουργισμό ότι γίνονται αναγνωρίσιμες σε πολλαπλά επίπεδα,  με άλλα λόγια, είναι σε θέση να εκδηλώνονται σε διάφορα συστήματα, ίσως  ακόμα και σε υπολογιστές, εφόσον το σύστημα εκτελεί τις κατάλληλες λειτουργίες. Όπως οι υπολογιστές είναι φυσικές συσκευές με ηλεκτρονικό υπόστρωμα που εκτελούν υπολογισμούς  σε εισερχόμενα-inputs για να δώσουν αποτελέσματα-outputs, έτσι ο εγκέφαλος είναι φυσική συσκευή με νευρικό υπόστρωμα που εκτελεί υπολογισμούς σε εισερχόμενα που παράγουν συμπεριφορές-εξερχόμενα.

Έτσι, οποιοδήποτε ον με διαφορετική σύνθεση  και όχι μόνο με φυσιολογία που μοιάζει  με την δική μας, θα μπορούσε να έχει  πχ πόνο.

Ο λειτουργισμός είναι διαφορετικός από τον καρτεσιανό δυισμό  αλλά και τον συμπεριφορισμό και τον φυσικαλισμό (που υποστηρίζουν την ύπαρξη μόνο των φυσικών  ουσιών)  επειδή αφορά μόνο την αποτελεσματική λειτουργία του εγκεφάλου, μέσω της οργάνωσής του ή των «software προγραμμάτων λογισμικού» του.

 

 

[14] Κατά τον Searle (1994) η συνείδηση είναι κατεξοχήν βιολογικό φαινόμενο,  κάτι σαν φυσιολογική λειτουργία του σώματός. Έχει όμως και χαρακτηριστικά που δεν έχουν ορισμένα άλλα βιολογικά φαινόμενα, όπως η «υποκειμενικότητα». Δηλαδή ιδιωτικά γεγονότα που ανήκουν ατομικά σε κάθε άνθρωπο.  Αναφορικά με την παραδοσιακή διάκριση σώματος και νου  o Searle επισημαίνει ότι οι συνειδητές καταστάσεις προκαλούνται από χαμηλότερου βαθμού νευροβιολογικές διαδικασίες στον εγκέφαλο και αποτελούν υψηλότερου βαθμού χαρακτηριστικό του εγκεφάλου. Δηλαδή τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου μετατρέπονται από το νευρικό σύστημα σε πολλαπλές βαθμίδες νευρωνικών ώσεων,   και οι κυριότεροι μετατροπείς των χαμηλότερων λειτουργιών σε υψηλότερες είναι οι νευρώνες και οι συνάψεις. Οι εγκεφαλικές λειτουργίες δεν αποτελούν μια ιδιαίτερη εξωϋποκειμενική οντότητα αλλά μια υψηλότερη (ποιοτικότερη) λειτουργία του εγκεφάλου. Το χαρακτηριστικό λάθος κατά τον Searle στην έρευνα της συνείδησης είναι η άγνοια της ουσιαστικής υποκειμενικότητας της συνείδησης και η αντιμετώπισή της ως αντικείμενο τρίτου προσώπου. Δηλαδή η ανάλυση με συμπεριφερολογικούς ή υπολογιστικούς όρους είναι εσφαλμένη, καθότι δεν υπάρχει καμιά λογική και αναγκαία σύνδεση μεταξύ εσωτερικών, νοητικών αναπαραστάσεων και εξωτερικής δημόσιας συμπεριφοράς.

[15] Η θεωρία ταυτότητας είναι ένα σύνολο απόψεων για το θέμα  ψυχή-σώμα. Οι θεωρίες ταυτότητας τύπου θεωρούν ότι τουλάχιστον ορισμένοι τύποι  των ψυχικών καταστάσεων είναι κυριολεκτικά πανομοιότυποι με ορισμένους τύπους  των εγκεφαλικών καταστάσεων. Αυστηρά μιλώντας, δεν  θεωρεί ότι ο νους είναι πανομοιότυπος με τον εγκέφαλο.

Όταν  ο D. M. Armstrong  το 1968, έκανε τον ριζοσπαστικό ισχυρισμό ότι όλες οι ψυχικές καταστάσεις (συμπεριλαμβανομένων των σκόπιμων- intentional) είναι πανομοιότυπες με τις φυσικές καταστάσεις ταυτίζοντας τις με τις αντίστοιχες του νευρικού συστήματος.  τότε  οι  απόψεις των φιλόσοφων του νου   χωρίστηκαν σε στρατόπεδα.

Με την πάροδο των χρόνων έχουν διατυπωθεί πολυάριθμες αντιρρήσεις κατά της «ταυτότητας τύπου». Μέχρι σήμερα, η συζήτηση σχετικά με την εγκυρότητα αυτών των στρατηγικών – και την αλήθεια της «ταυτότητας τύπου»– μαίνεται στη φιλοσοφική βιβλιογραφία.

Οι θεωρητικοί ταυτότητας συχνά περιγράφουν τους εαυτούς τους ως «υλιστές», αλλά  «φυσιοκράτες -physicalists» μπορεί να είναι μια δοκιμότερη λέξη. Δηλαδή, θα μπορούσε κανείς να είναι υλιστής για το νου, αλλά παρ ‘ όλα αυτά να πιστεύει ότι υπάρχουν οντότητες που αναφέρονται στη φυσική  και οι οποίες δεν περιγράφονται  ως «υλικές».

 

[16] Ο Hermann Ludwig Ferdinand von Helmholtz (1821– 1894) ήταν Γερμανός γιατρός και φυσικός με σημαντικές συνεισφορές σε διάφορους επιστημονικούς τομείς. Η  Helmholtz Association,  η μεγαλύτερη γερμανική ένωση ερευνητικών ιδρυμάτων,  πήρε το όνομά του.

 

[17]Και συνεχίζει: «Γιατί δεν μπορώ να τα συνδέσω-ταιριάξω μεταξύ τους   [το οργανικό και το ψυχολογικό] , δεν έχω καν αρχίσει να  το αντιλαμβάνομαι.»

[18] Tη στιγμή που ο Φρόιντ το 1876 εντάχθηκε εργαστήριο Brücke  η σκέψη των ” mechanists-μηχανιστών,” όπως ήταν γνωστοί οι  κυρίαρχοι τέσσερις επιστήμονες, οι Brücke, Du Bois-Reymond, Ludwig, και Helmholtz,  ήταν σε πλήρη   άνθιση. Μια σειρά από τα θεμελιώδη αξιώματα στα οποία αυτοί προσυπέγραψαν – η αρχή της διατήρησης της ενέργειας, η αναγωγή των φυσιολογικών διεργασιών στις μηχανικές δυνάμεις της έλξης και της απώθησης, η  νευρική αγωγιμότητα   ως αποτέλεσμα  ποσοτήτων διέγερσης, η  αρχή  της άθροισης των ερεθισμάτων, κ.λπ., είναι εύκολα ανιχνεύσιμα, σε  μια ¨μεταφρασμένη¨ μορφή, στα πρωιμότερα γραπτά του Φρόιντ.

[19] Ψυχικές και σωματικές εκδηλώσεις τρέχουν  απολύτως συντονισμένες, χωρίς καμία αιτιώδη αλληλαντίδραση μεταξύ τους, πχ το    ότι καίγεται ένα δάκτυλο και ο πόνος που προκαλείται τυχαίνει να συμβαίνουν ταυτόχρονα – το ένα δεν προκαλεί το άλλο.

[20] Τουλάχιστον ορισμένοι τύποι  των ψυχικών καταστάσεων είναι κυριολεκτικά πανομοιότυπα με ορισμένους τύπους  των εγκεφαλικών καταστάσεων.

[21] Εκπρόσωπος της σχολής φυσιολογίας του Helmholtz, η οποία προσπαθούσε να εξηγήσει όλα τα φαινόμενα στη βάση φυσικοχημικών διεργασιών. Στη δεκαετία του 1860   η σχολή φυσιολογίας του Helmholtz  θεωρούνταν η πιο ενδιαφέρουσα, επιδραστική και σύγχρονη σχολή του γερμανικού πανεπιστήμιου. Όταν ο Φρόιντ το 1873 ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιατρική σχολή της Βιέννης, η φυσιολογία  διατηρούσε  την λάμψη  της και  το Ινστιτούτο Φυσιολογίας του Brücke ήταν ακόμα πολύ δραστήριο και διάσημο.   Οιπρώτεςσαράντασελίδες  των «Διαλέξεων  Φυσιολογίας»,  που ο Brückeδημοσίευσετο1874στηΒιέννη και   περιέχουνκατ’ουσίαντιςγενικέςιδέεςτης  Φυσιολογίας,  φαίνεται  να  επηρέασαν ιδιαίτερα τοννεαρόΦρόιντ.

Συνοπτικά αναφέρεται στα εξής: Η Φυσιολογία είναι η επιστήμη των οργανισμών. Οι οργανισμοί διαφέρουν από τα νεκρά υλικά σύνολα-μηχανές- στο ότι κατέχουν της ικανότητας αφομοίωσης αλλά εν τέλει  είναι όλα φαινόμενα του φυσικού κόσμου: συστήματα ατόμων, που κινούνται από  δυνάμεις, σύμφωνα με την αρχή της διατήρησης της ενέργειας που διατυπώθηκε από τον  Helmholtz: το άθροισμα των δυνάμεων (κινητήριες δυνάμεις motive forces and potential  δυνάμεις) παραμένει σταθερό σε κάθε απομονωμένο σύστημα. Οι πραγματικές αιτίες συμβολίζονται στην επιστήμη από τη λέξη «δύναμη».  Όσα λιγότερα γνωρίζουμε γι’ αυτές, τόσο περισσότερες δυνάμεις διακρίνουμε: μηχανικές, ηλεκτρικές, μαγνητικές δυνάμεις, φως, θερμότητα. Η πρόοδος στη γνώση τις ανάγει σε δύο: έλξη και απώθηση. Αυτό ισχύει και για τον ανθρώπινο οργανισμού.  Σε αντίθεση με τον Καρτέσιο, δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι οι αέναες αλλαγές που βιώνουμε και που συμβαίνουν στο εγώ μας δεν είναι το αποτέλεσμα εξωτερικών αιτίων.

Ο Brücke στρέφεται έπειτα σε μια επιμελημένη παρουσίαση όσων  ήταν τότε γνωστά για το μετασχηματισμό και την αλληλεπίδραση των φυσικών δυνάμεων στους ζωντανούς οργανισμούς: «που βοηθούν ή αναστέλλουν  η μια  την άλλη, συνδυάζονται  η  μια με  την  άλλη,   συμβιβάζονται μεταξύ τους, κ.λπ.»

Αυτές είναι και οι λέξεις με τις οποίες  ο Φρόιντ περιγράφει το 1929 την ψυχανάλυση  από την δυναμική  της οπτική στο λήμμα Ψυχανάλυση στην Εγκυκλοπαίδεια Britannica (Freud, ‘Psychoanalysis’ in Encyclopedia Britannica, 14th edition, 1929, Vol. XVIII  p. 673,  παρατίθεται στον Bernfeld, 1944).

Άλλωστε χάρη στην επίμονη  εισήγηση  του  Brucke, η ιατρική σχολή του πανεπιστημίου της Βιέννης επιχορήγησε στον  Freud   τους  5 μήνες στο Παρίσι με  τον  Charcot στο Salpetriere, από το φθινόπωρο 1885 έως τις Φεβρουαρίου 1886.

 

[22] Διακεκριμένος ανατόμος της εποχής  και σε αντιπαράθεση με την θεωρία του Charcot για την αυθυποβολή ως αιτία των υστερικών παραλύσεων.

[23] Γερμανός γιατρός, ανατόμος, ψυχίατρος και νευροπαθολόγος.

[24] Ο οποίος  θεωρείται από τους πατέρες της συγκριτικής φυσιολογίας, της έρευνας στον εγκέφαλο και της αντιληπτικής ψυχολογίας.

[25] Αυτή η δήλωση προμηνύει τη μεταψυχολογική  ανάπτυξη  εκ μέρους του Φρόιντ ενός μοντέλου ψυχικού οργάνου  που περιγράφεται τοπογραφικά. Σε αυτό το μοντέλο,  δυναμικά σχετιζόμενα επίπεδα συνείδησης θα εντοπίζονταν-αποδίδονταν σε τοποθεσίες εντός του ψυχικού  οργάνου, χωρίς να προϋποτίθεται καμία σχέση μεταξύ του ψυχικού  εντοπισμού   και της ανατομικής τοποθεσίας.

[26] Όπως σημειώνει ο James Strachey στην εισαγωγή του στο Freud, 1888α, Hysteria, (σελ. 39), «H εγκυκλοπαίδεια του Villaret  δημοσιεύτηκε σε 2 τόμους (1888  και 1891). Δεδομένου ότι τα άρθρα  είναι ανυπόγραφα, δεν είναι δυνατόν να είμαστε απολύτως σίγουροι για την  πατρότητά τους. Ο ίδιος ο Φρόιντ διευκρινίζει μόνο ένα από αυτά-  αυτό  της εγκεφαλικής ανατομίας-και διαμαρτύρεται σε μια επιστολή  ότι έχει  περικοπεί  πολύ».  O  Φρόιντ έγραψε το  ‘Gehirn’  2 χρόνια μετά που μαθήτευσε στον  Charcot στο Παρίσι,  ενώ κατασκεύαζε τις πιο πρώιμες ψυχολογικές του θεωρίες.

 

[27] Όπως καταλήγουν οι Solms  και  Saling (1990, σελ.117) «Το «Gehirn» είναι σημαντικό για την ψυχανάλυση για τέσσερις λόγους:

-Δείχνει  ότι  ο Φρόιντ  τη στιγμή  που ανέπτυσσε τις πιο πρώιμες ψυχολογικές θεωρίες του  εννοιολόγησε την ψυχική ζωή ανεξάρτητα από το οργανικό της  υπόστρωμα.

-Δείχνει ότι ο Φρόιντ δεν υποστήριξε τα σήμερα πλέον  δυσφημημένα μοντέλα του  Meynert, τα οποία τόσο συχνά φέρονται να έχουν ενσωματωθεί στην ψυχαναλυτική μεταψυχολογία του.  Αντιθέτως, ότι ο Φρόιντ σε αυτό το στάδιο ήταν Τζάκσονιος νευρολόγος και ότι οι πιο  πρώιμες ψυχολογικές θεωρίες  του δεν βασίζονταν σε νευρολογικές υποθέσεις.

– Υποστηρίζει την άποψη ότι το φροϋδικό  «Project»  ήταν ένα πραγματικά ψυχολογικό μοντέλο. Ως εκ τούτου, αυτές οι πτυχές της Ερμηνείας των Ονείρων και της μεταγενέστερης ψυχαναλυτικής θεωρίας που μπορεί να αναχθούν στο «Project»  δεν μπορούν να κριθούν  σε νευρολογική  βάση  αλλά με βάση τις δικές τους ψυχολογικές  αρετές.

-Δείχνει ότι οι πρώτες ψυχολογικές θεωρίες του Φρόιντ δεν προέρχονταν άμεσα από καμία από τις επικρατούσες ψυχολογικές σχολές και ήταν από πολλές απόψεις αρκετά πρωτότυπες».

 

[28] Όπως  όμως  υποσημειώνουν  οι Solms  και  Saling (1990, σελ 118-19): «Δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στο «Gehirn» για να αποφασιστεί αν ο Φρόιντ σε αυτό το στάδιο ήταν παραλληλιστής ή μη αναγωγικός υλιστής.  Εν τούτοις, αν και αυτές οι δύο φιλοσοφικές τοποθετήσεις διαφωνούν για την ακριβή φύση της σχέσης μεταξύ νου και σώματος, και οι δύο αντιλαμβάνονται την ψυχολογία ως ανεξάρτητη επιστήμη. Έτσι, από την πρακτική άποψη του ψυχολόγου, υπάρχει μικρή διαφορά μεταξύ τους. Και οι δύο προσεγγίσεις θεωρούν ότι η φύση του νου δεν μπορεί να συναχθεί από νευρολογικές γνώσεις- και ότι αυτό απαιτεί μια σωστή ψυχολογική ανάλυση. Αυτή φαίνεται να είναι η ουσία και της άποψης του Φρόιντ».

[29] «Thus the essential criteria for voluntary movement is completely immaterial and only accessible through introspection.  Τhe physical process in voluntary behavior is essentially the same as in involuntary behavior. Voluntary behavior distinguishes itself from involuntary movement only in that in voluntary behavior some material links in the stimulation process can be brought in with which stimulation changes in consciousness can be associated, and also in that certain of these changes in consciousness actually have entered in».

 

[30]ΑυτέςοιιδέεςενσωματώνουντοαξίωματουBrentanoότιοιψυχικέςπράξειςαναφέρονταιπάντασεένααντικείμενοπουενσαρκώνουντηνπρόθεσητηςπράξης.Ο Franz Brentano  θεώρησε ταψυχικάφαινόμεναωςπράξεις.

Αυτόπουείναιψυχικόόταναντιλαμβάνεταικανείς,υποστήριξε,δενείναιτοαντικείμενοπουγίνεταιαντιληπτό,αλλάηπράξητου  βλέπειν   καθαυτή.Επιπλέον,οιψυχικέςπράξειςέχουνπάνταένααντικείμενο.Τοαντικείμενοείναιηπρόθεσητηςπράξης.Οιψυχικέςπράξεις,επομένως,δενείναιαυτόνομες.αναφέρονταιπάντασε  ένα  εξωτερικό αντικείμενο.Τα  σωματικάγεγονότα,απότηνάλληπλευρά,είναιαυτόνομα. Και δεναναφέρονταισετίποτα.Έτσιο Brentano διακήρυξεμιαθεμελιώδηδιάκρισημεταξύτουψυχικούκαιτου σωματικού.Ηδιάκρισηαυτήβασίζεταιστηνπαρουσίαήτηναπουσίαπρόθεσης.Πίστευεεπίσηςότιόλεςοιψυχολογικέςθεωρίεςτουασυνείδητουείναικρυπτο-φυσιολογικες(δηλαδήότιβασίζονταιστηνέννοιατηςαντανακλαστικήςδράσης) (Solms, & Michael, 1990,σελ. 115).

 

[31] Ύλη και νους αν και  είναι δύο διακριτές και  ανεξάρτητες ουσίες  ασκούν αιτιώδη επίδραση η μια στην άλλη.

[32] Δημοσιεύθηκε την εποχή που ο Φρόιντ καθιερώθηκε ως ιδιωτικός γιατρός με  εστίαση στην νευρολογία (που περιελάμβανε και τις “λειτουργικές” διαταραχές).

[33] (ψυχικές και σωματικές εκδηλώσεις τρέχουν  απολύτως συντονισμένες, χωρίς καμία αιτιώδη αλληλαντίδραση μεταξύ τους.)

[34] H «Αφασία» είναι σημαντική για την ψυχανάλυση διότι αφενός έρχεται σε αντίθεση με την άποψη ότι ο Φρόιντ δεν  πήρε τις  θεωρητικές του αποστάσεις από τις απόψεις των νευρολόγων δασκάλων του  (δεν υποστήριξε τα -ανατομικά- «φλοιοκοκεντρικά» και -φυσιολογικά -«υδραυλικά αντανακλαστικά» μοντέλα  του Meynert για  την νευρική και ψυχική λειτουργία).

Επίσης (αν και έμμεσα) έρχεται σε αντίθεση με το σχετικό επιχείρημα ότι οι λανθασμένες νευρολογικές υποθέσεις των δασκάλων του Φρόιντ ενσωματώθηκαν στην ψυχαναλυτική μεταψυχολογία. Αφετέρου δε περιέχει την πρώτη αναφορά του Φρόιντ στην έννοια της «παραπραξίας».

Είναι επίσης  ένα  σημαντικό  έργο για τη νευροεπιστήμη διότι    αφενός υποδηλώνει ότι ο Φρόιντ μπορεί να είχε φτάσει στη δική του αντι-τοπική (anti-localizationist) αντίληψη της αφασίας  ανεξάρτητα από την  άμεση επιρροή του Jackson, και αφετέρου προμηνύει τη σύγχρονη νευροδυναμική προσέγγιση  αναφορικά με τις ανώτερες φλοιώδεις λειτουργίες (Solms  και  Saling, 1990).

 

O John Hughlings Jackson (1835–1911) είναι μια σημαντική, ιδρυτική προσωπικότητα της νευρολογίας και της νευροεπιστήμης στη Βρετανία. Παράλληλα με τη συμβολή του στην κλινική ιατρική, άφησε  πολλά θεωρητικά κείμενα  σχετικά με τον εντοπισμό-localisation της λειτουργίας στο νευρικό σύστημα, το ”δόγμα της concomitance ”  δηλαδή  την παραλληλιστική θεωρία του για τη σχέση νου-εγκεφάλου.

 

 

[35]Οι Solms και Saling (1986) υποστηρίζουν  ότι πρόκειται  για ένα  κλασσικό έργο στη Νευρολογία, και ότι  θεωρήθηκε από τον ίδιο τον Φρόιντ  ως το πιο σημαντικό και καλύτερο τμήμα των  νευρολογικών του άρθρων, υπερισχύοντας, κατά βάση, του μεταγενέστερου “Project”,  ως  ορόσημο της σημαντικής εξέλιξης στη σκέψη του Freud, από μια βασικά νευρολογική θεώρηση προς την ψυχαναλυτική.  Ποτέ δεν αποκήρυξε το βιβλίο του για την Αφασία όπως συνέβη με το “Project”.

 

[36] Σύμφωνα με τον Strachey (1957, σελ. 163), το”Project”  εγκαταλείφθηκε διότι  ο « Φρόιντ ο νευρολόγος είχε ξεπεραστεί από τον  Φρόιντ τον ψυχολόγο».

 

[37] Η ασάφεια αναφορικά με  το μοντέλο της ψυχικής λειτουργίας χτίστηκε πάνω  στην έννοια της επένδυσης. Ο  Strachey επινόησε τη λέξη «Cathexis» το 1922 από την ελληνική  λέξη κατέχειν,-καταλαμβάνω. Καταγράφει  δε στην Standard Edition   ότι ο  Freud ήταν δυσαρεστημένος με αυτήν την επιλογή λόγω της απέχθειάς του για τους  τεχνικούς όρους (Strachey, 1962, σελ.63, n. 2). Το γερμανικό ρήμα «besetzen» είναι  στην πραγματικότητα  μέρος της καθημερινής γλώσσας,  έχει ποικίλες έννοιες,  με κύρια την έννοια  του  καταλαμβάνω (με την στρατιωτική έννοια,  η κατάληψη  μιας πόλης, περιοχής, εδάφους). Μια εναλλακτική αγγλική μετάφραση, που χρησιμοποιείται περιστασιακά, είναι η λέξη  investment-επένδυση.

 

Στις Μελέτες (Breuer και Freud, 1893-1895)  ο Φρόιντ εισήγαγε  τον όρο Besetzung-cathexis  που  στο σύγχρονο «Project» (1895)  ορίστηκε κατά ορισμένους μελετητές  ως καθαρά φυσιολογική-σωματική  ενώ κατά άλλους τόσο  ως ψυχική όσο   και  ως σωματική.

 

Το 1900 (στην ερμηνεία των ονείρων) ο  Φρόιντ μιλούσε  πλέον όλο και περισσότερο για αυτό που αποκάλεσε «ψυχική ενέργεια» ως την  δύναμη που προωθεί την ψυχική δραστηριότητα, με  την cathexis ως την  επένδυση ή αποθήκευση αυτής της ενέργειας και ιδιαίτερα σε  ψυχικά προϊόντα ή δομές. Και το 1905 ο Φρόιντ (1905β) αποκήρυξε τη χρήση του όρου cathexis με οποιαδήποτε  άλλη έννοια, εκτός  της  ψυχολογικής. Με την ανάπτυξη της θεωρίας των ενορμήσεων, η ενέργεια που περιλαμβάνεται στην cathexis   έγινε πια κατανοητή  ως  προερχόμενη από  τις λιβιδινικές και, αργότερα, τις  επιθετικές ενορμήσεις.

 

Το αξίωμα ότι οι  ενορμήσεις τροφοδοτούνται  με  ψυχικήενέργειαήταν,όπωςέγραψεστονJung   (Jung,1965, σ.150-151),έναπροπύργιοκατά  του να ολισθήσει   η ψυχανάλυσησεκάποιαμορφή βιταλισμού,   μενταλισμού-πνευματοκρατίας,ήακόμακαιαποκρυφισμού- τα οποία  υποστηρίζουνμιαάποψητηςψυχήςωςάυληςκαι   ξεχωριστήςαπότοσώμα.

Αυτός ο τρόπος σκέψης  φαίνεται επίσης να προτείνει, κατά την γνώμη του Meissner, (2003), μια μορφή θεωρίας ταυτότητας νου-εγκεφάλου στην οποία δύο θεωρίες της ψυχικής δραστηριότητας, μια ψυχολογική και μια  άλλη νευρολογική, συνυπάρχουν και εξισώνονται.   Η ίδια γεφύρωση  σωματικού-ψυχικού  ήταν εγγενής στην άποψή του για το ρόλο της σεξουαλικότητας στο σχηματισμό νευρωτικών συμπτωμάτων. Το όραμά του για το ρόλο της σεξουαλικότητας στην παραγωγή συμπτωμάτων αμφισβήτησε τη συμβατική  γνώση της εποχής του στο ότι είδε νευρωτικά συμπτώματα ως αποτέλεσμα μιας ψυχογενούς και όχι σωματικής ή κοινωνικής διαδικασίας  (Meissner, 2003, σελ. 337.)

 

[38] Ο Breuer (1842-1925) εκπαιδεύτηκε  επίσης στο Ινστιτούτο  του Brücke  και έγινε  ένας επιστήμονας και στοχαστής υψηλής  ποιότητας και ένθερμος υποστηρικτής της «physicalistic- φυσικιστικής» φυσιολογίας. Δημοσίευσε λίγες αλλά μάλλον σημαντικές μελέτες, μερικές από τις οποίες θεωρούνται σήμερα κλασικές.  Όπως επισημαίνει ο Bernfeld (1944),  ο Breuer σκέφτεται το  νου του ανθρώπου  ως μια αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία, όπως η αναπνοή, εξαρτωμένη από  τη σχετική ενεργειακή κατάσταση μεταξύ των κυττάρων του εγκεφάλου, του εγκεφάλου, του σώματος (αδένες) και του εξωτερικού κόσμου.

 

[39] (ύλη και νους αν και  είναι δύο διακριτές και ανεξάρτητες ουσίες  ασκούν αιτιώδη επίδραση η μια στην άλλη)

[40] (τουλάχιστον ορισμένοι τύποι  των ψυχικών καταστάσεων είναι κυριολεκτικά πανομοιότυπα με ορισμένους τύπους  των εγκεφαλικών καταστάσεων)

[41] Π.χ., Φρόιντ 1954, Draft K Freud, S. (1954), The origins of psychoanalysis. Letters to Wilhelm Fliess, Drafts, and Notes: 1887-1902, Basic Books, New York..

Freud, S. (1894), The neuropsychoses of defence, SE, Vol. 3.

Freud, S. (1895), On the grounds for detaching a particular syndrome from neurasthenia under the description ‘anxiety neurosis, SE, Vol. 3.

Freud, S. (1896), Heredity and the aetiology of the neuroses, SE, Vol. 3.

Freud, S. (1898), Sexuality in the aetiology of the neuroses, SE, Vol. 3.

 

[42] Στις 25 Μαΐου 1895, ο Φρόιντ  έγραψε στον Fliess: «Βρήκα τον τύραννο μου, και στην υπηρεσία του δεν υπάρχουν όρια.  Ο τύραννος μου είναι η ψυχολογία. Ήταν πάντα ο  μακρινός, δελεαστικός στόχος μου και τώρα, δεδομένου ότι βρέθηκα απέναντι στις νευρώσεις, έχει έρθει  πολύ  πιο κοντά.  Βασανίζομαι  από δύο φιλοδοξίες: να δω πώς μορφοποιείται  η θεωρία της ψυχικής λειτουργίας, εάν εισαχθούν-προστεθούν  σε αυτήν ποσοτικές εκτιμήσεις, ένα είδος οικονομίας   της νευρικής δύναμης-nerve force, και δεύτερον, να αποσπάσω  από την ψυχοπαθολογία ό, τι μπορεί να είναι βοηθητικό για την  φυσιολογική ψυχολογία» (1895β,  σ. 129).

Όπως επισημαίνει ο Silverstein (1985, σελ. 221) ο Φρόιντ αυτήν την στιγμή,    εμφανίζεται βέβαιος για την κλινική του διάκριση μεταξύ  της ενεστώσας νεύρωσης και της ψυχονεύρωσης, όπως επίσης και  για την ανακάλυψη της σεξουαλικής αιτιολογίας όλων των νευρώσεων,  και τη διαλεύκανση της προέλευσης των διαφόρων τύπων συμπτωμάτων. Ο Φρόιντ χρησιμοποιούσε συνεχώς τον όρο “ψυχολογία” όταν αναφερόταν στο μοντέλο που έκτιζε για να ενσωματώσει τα κλινικά ευρήματά του, και στις 10 Mαρτίου 1898  χρησιμοποίησε  για πρώτη φορά τον όρο “μεταψυχολογία” (Freud, 1898, σελ.301).

Και  συνεχίζοντας  ο Silverstein (σελ. 221, 1985) σημειώνει ότι   η μεταψυχολογία θα ήταν η ετικέτα του Φρόιντ για ένα ψυχολογικό μοντέλο που θα συσχέτιζε την συνειδητότητα με τις μη παρατηρήσιμες, ασυνείδητες ψυχολογικές διαδικασίες,    και  θα εδραίωνε     την ψυχολογική λειτουργία σε μια   οργανική βάση μέσω της  σεξουαλικής φυσιολογίας.

 

 

 

[43] Ο μηχανισμός που από τον Φρόιντ  θεωρήθηκε   σκοτεινός  στην ψυχολογία συνέκλινε αντίστροφα με το συμπέρασμα  στο οποίο έφθασε,  μετά την   επιρροή  του Charcot, προσπαθώντας να διεκδικήσει για την ψυχολογία μια θέση στην επιστήμη, όταν δηλ.  εξέτασε (αλλά τελικά   άφησε ως ανεξήγητη) την κίνηση της διέγερσης από το σώμα στην ψυχή, από τα  νευρολογικά  στοιχεία   προς τις  ψυχολογικές εμπειρίες.

Η  εξήγηση που δόθηκε τελικά  για τη  υστερική μετατροπή  ήταν ο μετασχηματισμός του απωθημένου ψυχικού περιεχομένου  προς το εμπλεκόμενο σωματικό τμήμα. Θεωρήθηκε  αρχικά η ενστικτική ενόρμηση που αποκρούστηκε, και αργότερα και άλλες πτυχές της σύγκρουσης,  όπως η επιθυμία, η απαγόρευση, η  άμυνα, ή  ολόκληρος ο σχηματισμός συμβιβασμού- compromise formation που εμφανίζεται στο σωματικό σύμπτωμα.

Όπως επισημαίνει ο Rangell (2000, σελ. 180),  είναι ενδιαφέρον ότι  ο Φρόιντ εγκατέλειψε ή έχασε το ενδιαφέρον για την  σύναψη  σώματος – νου περίπου την ίδια στιγμή από   δύο αντίθετες κατευθύνσεις, από την ψυχική προς τη σωματική πλευρά  την στιγμή της ασχολίας του με την  μετατροπή και από το νευρολογική  προς την ψυχική πλευρά  στο “Project”.

 

[44]Αυτή η συμπύκνωση  εκ μέρους του Φρόιντ του ψυχικού με το σωματικό σε αυτήν την εκδοχή της  θεωρίας ταυτότητας επιδείνωσε περεταίρω την  ασάφεια στη σκέψη του

 

 

[45]  Ο Φρόιντ τοποθέτησε την νευρασθένεια κάτω από την επικεφαλίδα των  ενεστωσών νευρώσεων, παράλληλα με την αγχώδη νεύρωση, και αναζήτησε την αιτιολογία της σε ένα είδος σεξουαλικής λειτουργίας  που δεν είχε την δυνατότητα να αποφορτίζει επαρκώς την  λιβιδινική ένταση (αυνανισμός).

 

[46]«As late as 1925 Freud still wrote: ‘From a clinical standpoint the [actual] neuroses must necessarily be put alongside the intoxications and such disorders as Graves’ disease. These are conditions arising from an excess or a relative lack of certain highly active substances, whether produced inside the body or introduced into it from outside—in short, they are disturbances of the chemistry of the body, toxic conditions. If someone were to succeed in isolating and demonstrating the hypothetical substances concerned in neuroses, he would have no need to concern himself with opposition from the medical profession. For the present, however, no such avenue of approach to the problem is open».

Και προσθέτει ο Jones: «Μια παρατήρηση που μου έκανε χρόνια αργότερα χρονολογείται από αυτή τη στάση. Ήταν μια μισο-σοβαρή πρόβλεψη ότι στα  χρόνια που θα ακολουθήσουν  θα πρέπει να είναι δυνατόν να θεραπεύεται  η  υστερία [sic] με τη χορήγηση ενός χημικού φαρμάκου χωρίς καμία ψυχολογική θεραπεία. Από την άλλη πλευρά, συνήθιζε να επιμένει ότι κάποιος πρέπει να διερευνήσει την ψυχολογία  μέχρι τα τελικά της  όρια,  ενώ περιμένει  υπομονετικά για την κατάλληλη πρόοδο στη βιοχημεία, και  προειδοποιούσε τους μαθητές του ενάντια σε αυτό που αποκαλούσε «φλερτ  με την ενδοκρινολογία»   (Jones, 1972, Volume One,  σελ. 285 ).

 

[47] “We picture it as being open at its end to somatic influences, and as there taking up into itself instinctual needs which find their psychical expression in it, but we cannot say in what substratum. It is filled with energy reaching it from the instincts….”

[48] Παρ ‘ όλα αυτά, η υπόθεση του Φρόιντ για την  ασυνείδητες ψυχικές καταστάσεις θέτει άμεσα σε αμφισβήτηση το σημαντικότερο δόγμα του κλασσικού δυισμού του σώματος-νου, δηλ. την ταύτιση του  νου με τη συνειδητότητα.

 

[49] Η ανακάλυψη των ασυνείδητων διανοητικών διεργασιών βρισκόταν σε  αντίθεση με τις επικρατούσες δυιστικές παραδοχές και τον άφηνε με δύο επιλογές-είτε  να εξηγήσει τέτοιες καταστάσεις ως αποσυνδεμένες από τη συνειδητότητα είτε ως νευροφυσιολογικές διαθέσεις. Απορρίπτοντας και τις δύο εναλλακτικές κατά τον Smith, 1999, ο Φρόιντ επέλεξε μια θεωρία ταυτότητας και παρείχε μια περίτεχνη θεωρία της συνείδησης.

 

[50] Η οποία, εντούτοις  αποδείχθηκε, όπως σχολιάζει ο Meissner (2003, σελ. 340),  μη ικανοποιητική λόγω της ανεπάρκειας των διαθέσιμων τότε νευροεπιστημονικών ερμηνειών. Ο Φρόιντ αναγκάστηκε τότε να καταφύγει σε  καθαρά ψυχολογικές εξηγήσεις, αφήνοντας την  σύνδεση ψυχής –σώματος  να αποσαφηνιστεί στο μέλλον. Αν η νευροφυσιολογία εγκαταλείφθηκε σε εκείνη τη συγκυρία, η τελική ταυτότητα  ψυχικού-σωματικού παρέμεινε μια λειτουργική αλλά αδήλωτη υπόθεση της οποίας η δικαίωση βρισκόταν στο μέλλον.

 

[51] Η Λειτουργική Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού, μια σχετικά πρόσφατη μέθοδος νευροαπεικόνισης, απεικονίζει την αιμοδυναμική αντίδραση που σχετίζεται με τη νευρωνική δραστηριότητα στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό.

[52]  Είναι υπέρμαχος της ιδέας ότι η συνείδηση και η υποκειμενική εμπειρία δεν μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με τις τρέχουσες έννοιες της φυσικής.  Παρότι φαίνεται μοιάζει σκεπτικιστής για τους αντικειμενικούς ισχυρισμούς της επιστήμης, ο Nagel δεν αμφισβητεί ότι η επιστήμη περιγράφει τον κόσμο που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς. Ο ισχυρισμός του, μάλλον, είναι ότι ένας τρόπος κατανόησης ενός θέματος δεν πρέπει να θεωρείται καλύτερος απλώς γιατί είναι περισσότερο αντικειμενικός. Υποστηρίζει ότι η απόπειρα  της επιστημονικής κατανόησης  για  αντικειμενική  θεώρηση–μια “άποψη από το πουθενά”–αναγκαστικά αφήνει έξω κάτι ουσιώδες όταν εφαρμόζεται στο νου, το οποίο είναι εγγενώς υποκειμενικό. Ως εκ τούτου, η αντικειμενική επιστήμη είναι θεμελιωδώς ανεπαρκής να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν πλήρως τον εαυτό τους.

 

 

[53] Ο Georg Groddeck (1866–1934), Γερμανός γιατρός που συντάχθηκε με τον  Φρόιντ και  την ψυχανάλυση το 1917,   ήταν ένα πρώιμος  εξερευνητής της σχέσης μεταξύ της σωματικής και  ψυχικής νόσου, και  πίστευε ότι η  σωματική ασθένεια  είναι  μια συμβολική ψυχική  έκφραση και, καθώς το σώμα και ο νους είναι άρρηκτα δεμένα, η θεραπεία πρέπει να είναι τόσο ψυχολογική και  όσο και σωματική. Έχει συχνά  χρηστεί  ως ο «πατέρας της ψυχοσωματικής ιατρικής»

 

 

[54]«Και η διάκριση μεταξύ τους είναι μόνο λεκτική και  όχι ουσιώδης. Το   σώμακαι ψυχήείναιμιαμονάδα-ενότητα, και  περιέχουνέναIt,μιαδύναμηπουμαςζειενώπιστεύουμεότιζούμε» (Groddeck,  1977, Σελ.9,10)

 

 

[55] Ψυχοσωματική όπως κατανοείται  σήμερα  αρχικά μελετήθηκε συστηματικά από Franz Alexander, μαθητή και συνεργάτη του Ferenczi, και ο οποίος ίδρυσε το Σχολή Ψυχοσωματικής Ιατρικής του Σικάγο. Ο Alexander  επιχείρησε να συσχετίσει συγκεκριμένα σωματικά σύνδρομα με συγκεκριμένες ψυχολογικές συγκρούσεις και βάσισε το έργο του σε δύο θεωρητικές αρχές. Σε αντίθεση με τους  Groddeck  (1977) και   Deutsch (1939), ο Alexander  και οι οπαδοί του κατανόησαν τις σωματικές ασθένειες  ως α-συμβολικές (όπως ο Φρόιντ θεώρησε τις ενεστώσες νευρώσεις) (Gubb, 2013, σελ.109).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ασθένειες δεν είναι αποτέλεσμα ασυνείδητων συγκρούσεων, αλλά είναι μάλλον προϊόν πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων μεταξύ της ιδιοσυγκρασίας του ατόμου και των φυσιολογικών συνεπειών της  συνεχούς-χρόνιας  συναισθηματικής διέγερσης (Taylor, 2010).

Παράλληλα  ο Alexander (1950) θεώρησε ότι η   ψυχοσωματική  νόσος  εκδηλώνεται κατεξοχήν  στις «βασικές επτά»  ασθένειες, δηλαδή το βρογχικό άσθμα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, την ελκώδη κολίτιδα, την ιδιοπαθή υπέρταση, την  νευροδερματίτιδα,  την θυρεοτοξίκωση και  το δωδεκαδακτυλικό έλκος, στα οποία  η σύγχρονη ψυχοσωματική ιατρική  έχει προσθέσει  την στεφανιαία νόσο,  την νευρική ανορεξία και το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.