Η Ηθική και η Δεοντολογία στην Εργασία του Ψυχαναλυτή

Οιδίπους,  Τεύχος 16,  Δεκέμβριος 2016

 

 

Δομινίκη Μυλωνά[1]

 

Η Ηθική και η Δεοντολογία στην Εργασία του Ψυχαναλυτή[2]

 

 

Περίληψη

Στην παρούσα εργασία, θα επιχειρήσουμε  μια περιήγηση  σε ορισμένα σημεία τομής της Ψυχανάλυσης και του παράγοντα ηθική και αξίες, στο πλαίσιο μιας αντιστικτικής αναφοράς ανάμεσα στους περιορισμούς της ‘σωστής’ τεχνικής και των δεοντολογικών κανόνων αφενός, και την αναγκαία αποδοχή, αφετέρου, του καθοριστικού ρόλου που παίζει ο ηθικός-αξιακός παράγων (ως το ιδιωτικό και υποκείμενο ηθικό-φιλοσοφικό σύστημα ενός εκάστου).

 

Προϋποθέτοντας εξ αρχής ότι η ψυχανάλυση υπόκειται στην εξωτερικότητα του πλαισίου εντός του οποίου συλλαμβάνεται, εξελίσσεται και ασκείται, συμπεραίνουμε ότι η ηθική οφείλει επίσης να διατηρεί μία ‘εξωτερικότητα’ σε σχέση με το ψυχαναλυτικό θεωρητικό οικοδόμημα και την κλινική άσκηση.

Η προσπάθεια που γίνεται θεσμικά, διεθνώς, να θεσπιστεί, να διδαχθεί και να εφαρμοστεί η δεοντολογία του ψυχαναλυτικού επαγγέλματος επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση αλλά και τη θεώρηση ότι μόνον έτσι η Ψυχανάλυση μπορεί να κατακτήσει την θέση της ως αυτόνομο επάγγελμα, που δύναται να λογοδοτεί στο κοινωνικό  πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται.

 

Λέξεις κλειδιά: Ηθική, δεοντολογία, αξίες, ψυχανάλυση, επάγγελμα, ευθύνη, ΙΡΑ, κώδικας δεοντολογίας, πρότυπα,  παραβίαση, ψυχικός προκαθορισμός,  μεταβίβαση, αντιμεταβίβαση,  φυσιολογικό-παθολογικό, υγείες- νοσηρό, περάτωση, εχεμύθεια, τεχνική.

 

Εισαγωγή

Παρά τις προσπάθειες της Ψυχανάλυσης να διατηρήσει μια θέση απόστασης από  την ηθική, το ψυχαναλυτικό πεδίο βρίσκεται πάντα στα όρια οντολογικών και ηθικών-αξιακών ζητημάτων και η ψυχαναλυτική διαδικασία δεν μπορεί να αποφύγει την εμπλοκή της με αυτά. Παρόλο που ο Freud, με την έννοια του υπερεγώ, (θεωρούμενου και ως φορέα ηθικής και αξιών), συνεισέφερε τα μάλα, η Ψυχανάλυση δεν έχει αναγνωρίσει επαρκώς τη ζωτική και κυρίαρχη σημασία τους κατά την άσκησή της. Αυτή η ιδιόμορφα άσπονδη σχέση οφείλει να συνεχίσει να διερευνάται.

Στην ευρύτερη ελληνική βιβλιογραφία η ηθική συνυπάρχει με την Ιατρική (και ως Βιοηθική), τη Ψυχιατρική, την Εργασία, την Πολιτική, την Οικονομία, το Περιβάλλον, τον Νόμο, τη Θρησκεία κλπ αλλά όχι με την Ψυχανάλυση[3].

Στην παρούσα εργασία, αυτό που ξεκίνησε ως μια φαινομενικά απλή περιήγηση  σε ορισμένα σημεία τομής της Ψυχανάλυσης και του παράγοντα ηθική και αξίες κατέληξε θέμα με πολύπλοκες διακλαδώσεις και διαστάσεις απρόβλεπτα μεγάλες, ώστε και η παρούσα διερεύνηση να καταλήγει μερική και όχι εκπληρωμένη.

Κατ’ αρχήν θα αναφερθούμε ακροθιγώς στο πώς προσεγγίζουν την ηθική στο ψυχαναλυτικό εγχείρημα ο Freud και ο Hartman, και θα θίξουμε επίσης το πρόβλημα της διαλεκτικής προκαθορισμού/αιτιότητας και ελευθερίας-της-βούλησης στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής προοπτικής.

Κατόπιν θα μας απασχολήσουν οι έννοιες και η διαλεκτική φυσιολογικού/υγιούς και παθολογικού/νοσηρού, και πώς, κατά συνέπεια, νοείται η ολοκλήρωση της ψυχαναλυτικής θεραπείας αλλά και η ευθύνη του ψυχαναλυτή στην περίοδο μετά το τέλος της ανάλυσης.

Στην συνέχεια, λόγω περιορισμών χώρου, εκ της πληθώρα των δεοντολογικών θεμάτων της εργασίας του ψυχαναλυτή, θα μας απασχολήσουν ειδικότερα  δύο προβληματικές πλευρές της κλινικής άσκησης: η σεξουαλική εκμετάλλευση των ασθενών και η εχεμύθεια, στο πλαίσιο μιας αντιστικτικής αναφοράς ανάμεσα στους περιορισμούς της ‘σωστής’ τεχνικής και των δεοντολογικών κανόνων αφενός, και την αναγκαία αποδοχή, αφετέρου, του καθοριστικού ρόλου που παίζει ο ηθικός-αξιακός παράγων (ως το ιδιωτικό και υποκείμενο ηθικό-φιλοσοφικό σύστημα ενός εκάστου), αλλά και η βαρύτητα του αξιακού συστήματος του θεσμού Ψυχανάλυση, ως όλον.

Στην πορεία της εργασίας θα χρησιμοποιούμε τον όρο δεοντολογία όταν ήδη υπάρχουν θεσμικοί κανόνες στην προσπάθεια της οργανωμένης Ψυχανάλυσης να κωδικοποιήσει αυτό που βλάπτει τον ασθενή αλλά και αυτό που έχουμε δικαίωμα  και υποχρέωση να απαιτούμε από τους εαυτούς μας και τους συναδέρφους μας, και  τον όρο ηθική ή ηθικό/αξιακό-σύστημα του αναλυτή όταν τα πράγματα επαφίενται στις προσωπικές/ιδιωτικές αρχές του, ως ηθικώς αυτόνομου και ανεξάρτητου υποκείμενου.

Αναφορικά δε με τις δεοντολογικές δεσμεύσεις του ψυχαναλυτή, εργαστήκαμε χωρίς να κάνουμε διάκριση ανάμεσα το κλινικό έργο της ψυχανάλυσης και σε κάθε άλλο κλινικό έργο του ψυχαναλυτή, καθώς και ο νέος κώδικας της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (ΙΡΑ)[4] δηλώνει ότι οι αναλυτές υπόκεινται στη δεοντολογία σε ότι αφορά οποιαδήποτε κλινική τους άσκηση.

Όλα τα παραδείγματα  (ορισμένα περιληπτικά) προέρχονται από το Ethics Case Book της Aμερικανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Προϋποθέτοντας εξ αρχής ότι η ψυχανάλυση υπόκειται στην εξωτερικότητα του πλαισίου εντός του οποίου συλλαμβάνεται, εμφανίζεται επινοείται διαμορφώνεται εξελίσσεται και ασκείται, συμπεραίνουμε ότι παρά  ορισμένους ψυχαναλυτικούς ισχυρισμούς περί μιας ηθικής που προέρχεται από την ίδια την ψυχαναλυτική τεχνική, η ηθική οφείλει να διατηρεί μία ‘εξωτερικότητα’ σε σχέση με το ψυχαναλυτικό θεωρητικό οικοδόμημα και την κλινική άσκηση, άλλως υπάρχει κίνδυνος ‘απορρόφησης’ και ‘διάψευσης’ των ηθικών επιταγών, που ήδη από την εποχή του Kant έχουν διασφαλίσει την αυτονομία τους έναντι του επιστημονικού εγχειρήματος.

Η προσπάθεια που γίνεται θεσμικά, διεθνώς, να θεσπιστεί, να διδαχθεί και να εφαρμοστεί η δεοντολογία του ψυχαναλυτικού επαγγέλματος επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση περί μιας ηθικής διαχωρισμένης από την τεχνική. Όπως επίσης επιβεβαιώνει και τη θεώρηση ότι μόνον έτσι η Ψυχανάλυση μπορεί να κατακτήσει την θέση της ως αυτόνομο επάγγελμα, που δύναται να λογοδοτεί στο κοινωνικό  πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται.

 

Ψυχανάλυση και Ηθική

Η ηθική[5] είναι μια αμφισβητούμενη έννοια, που ως ελάχιστη αξίωση αφορά το είδος της ζωής που πρέπει να ζήσουμε, δεδομένου ότι οι πράξεις μας μπορούν να ωφελούν ή να βλάπτουν τους άλλους.

Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ Επιστήμης και Ηθικής έγκειται στο ότι η επιστήμη είναι περιγραφική, και διαπραγματεύεται με αυτό που ‘είναι’, στην οριστική έγκλιση,  οι δε θεωρίες της εξαρτούν την επικύρωσή τους από την επαλήθευση: εάν είναι ορθές. Η ηθική είναι ρυθμιστική/κανονιστική, και ασχολείται με ό,τι ‘οφείλει να είναι’, στην προστακτική έγκλιση, οι δε ηθικές θεωρίες και δηλώσεις εξαρτώνται από την αιτιολόγηση/δικαιολόγησή τους (εάν συντελούν στο καλό).

Μπορεί η δυτική σκέψη να συμφωνεί εν μέρει στο τι είναι η ηθική αλλά τα τελευταία 2500 χρόνια δεν έχει συμφωνηθεί ποια πράξη είναι ηθική και κατά πόσον η ανθρώπινη πράξη είναι ελεύθερη ή όχι από προκαθορισμούς.

Διαφορετικές ηθικές θεωρίες διασαφηνίζουν διαφορετικά τις έννοιες καλό/κακό, σωστό/λάθος, και αποδίδουν ή όχι ελευθερία στην ανθρώπινη βούληση, και τα σχετικά με την ηθική  ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε είναι πολλά. Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων αναφέρω: Είναι απόλυτες/αντικειμενικές ή σχετικές οι ηθικές αξίες στον άνθρωπο; Ποιός είναι ο στόχος της ηθικής; Μετράει το κίνητρο/σκοπός ή το αποτέλεσμα; Είναι η ελευθερία  αναγκαία συνιστώσα της ηθικότητας;

 

Ι.

Επιπλέον της ασάφειας του τι είναι ηθικό, αντιμετωπίζουμε ως ψυχαναλυτές και το ασαφές επιστημολογικό status της ψυχανάλυσης. Σε ποιό οντολογικό πλαίσιο, δηλαδή, ενσωματώνεται η προβληματική της αναφορικά με τη φυσική, την ψυχική και την κοινωνική πραγματικότητα; Τι είναι η ψυχανάλυση από κοινωνική άποψη; Ποια είναι η λειτουργία της; Ποιά η εμβέλεια, ποιός ο σκοπός και ποιοί οι περιορισμοί της;  Βρίσκονται η ψυχανάλυση και η κοινωνία σε μια σχέση καχύποπτης έντασης μεταξύ τους;  Είναι οι σχέσεις της ψυχανάλυσης  με την κοινωνία τεταμένες;  Βρίσκεται η ψυχαναλυτική θεραπεία σε μια πραγματική ένταση με την κοινωνία (Levin, 2000a); Και, επιπλέον, είναι ένα αυτόνομο επάγγελμα;

Στην παρούσα εργασία δεν θα αναφερθούμε στον διαχρονικό και θυελλώδη διάλογο σχετικά με την επιστημολογική βάση της ψυχανάλυσης ούτε στην εξίσου έντονη συζήτηση περί του τι επάγγελμα είναι.

Το κυρίαρχο παράδειγμα, για το οποίο αγωνίστηκε ο Freud, θέλει την Ψυχανάλυση ως μια επιστημονική μέθοδο. Μια επιστήμη, κατά τα πρότυπα του 19ου αιώνα, θεμελιωμένη στην εξελικτική βιολογία, και προσηλωμένη στο «επιστημονικό Weltanschauung» (1933, σ. 181), και ως τέτοια να την αφορά το – θεωρούμενο ως – αντικειμενικό γεγονός παρά η αξία του. Παράλληλα την θέλει αυτόνομη, ανεξάρτητη από την Ιατρική, και  ως εκ τούτου όχι ψυχοθεραπεία.

Αυτή η θετικιστική προϋπόθεση που υπέκειτο της αρχικής ψυχαναλυτικής θεωρίας μάλλον δεν είναι πλέον αντιπροσωπευτική για όλες τις θεωρήσεις της σύγχρονης Ψυχανάλυσης, με τον πλουραλισμό τους και τις διαφορές μεταξύ των ποικίλων θεωρητικών και μεθοδολογικών τους τοποθετήσεων: Φροϋδική, Κλαϊνική, Ψυχολογία του Εγώ, Ψυχολογία του Εαυτού, Διϋποκειμενική, Σχεσιακή κλπ.

Πολλές από αυτές τις ‘ψυχολογίες’ θεμελιώνονται σε διαφορετική κατανόηση της βασικής φύσης του ανθρώπου και σε διαφορετικές μεθόδους γνώσης· κατανοούν διαφορετικά την έννοια του ασυνειδήτου και προϋποθέτουν διαφορετικούς στόχους και αντιλήψεις του αναλυτικού λόγου, ενώ παράλληλα διαφωνούν και στο κατά πόσον η Ψυχανάλυση είναι ή όχι επάγγελμα υγείας.[6]

Καθώς λοιπόν αφενός δεν υπάρχει γενική συναίνεση σχετικώς με το επιστημολογικό status της Ψυχανάλυσης, και αυτά που έχουν αποκληθεί «κλινικά συμβάματα» (clinical facts) της ψυχαναλυτικής διαδικασίας επαφίενται, σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς (Green, 2003· Perron, 2002· Ricoeur, 1970· Spillius, 1994· Tuckett, 2000· Viderman, 1979·) στην υποκειμενική εμπειρία των συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να παρέχουμε, σε ότι αφορά την εργασία μας, τις ‘αποδείξεις’ που θα ήταν απαραίτητες για μια πραγματικά επιστημονική ανάληψη ευθύνης· αλλά και το επαγγελματικό status της Ψυχανάλυσης  επίσης δεν είναι, προς το παρόν, διακριτό, αυτονομημένο και κοινά αποδεκτό,  αναμένοντας μια  εξελικτική επιστημολογία  και   την ενοποίηση  της μεθόδου αναφορικά με την  ανθρώπινη κατανόηση, δύο πράγματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα:

Αφενός ότι πρέπει να αποδοθεί η δέουσα σημασία στο πλαίσιο ποιάς κατανόησης έκαστος εξ ημών επερωτά ηθικά τις πράξεις του, εντός της άσκησης[7], και αφετέρου, εφόσον θέλουμε να διατηρήσουμε το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση σε ποιοτική Ψυχανάλυση, πρέπει συλλογικά να οξύνουμε, να αποσαφηνίσουμε και να αναβαθμίσουμε  τις προδιαγραφές μας  και την εφαρμογή τους.

Αυτό άλλωστε είναι το μέσο με το οποίο ρυθμίζονται/ελέγχονται τα μέλη μας και συγκροτείται ένα επαρκές, δημόσιο σύστημα ευθύνης, βάσει του όποιου να μπορούμε  να προασπίσουμε την Ψυχανάλυση, ως αυτονόμο επαγγέλμα, στο δημόσιο πεδίο.

 

 

ΙΙ.

Παρότι ο Freud δεν θεώρησε απαραίτητο να δημιουργήσει ένα κώδικα δεοντολογίας της ψυχαναλυτικής άσκησης (ακόμα και όταν υπεραμύνθηκε της ανάλυσης από μη-γιατρούς  -lay analysis, όπου οι μη-γιατροί αναλυτές- lay analysts δεν δεσμεύονταν από άλλο επαγγελματικό δεοντολογικό κώδικα, ανάλογο με των γιατρών-αναλυτών), την  αφορμή να μιλήσει άμεσα για την ηθική του αναλυτή την έδωσε η σεξουαλική μεταβίβαση[8] των υστερικών ασθενών και η αντιμεταβίβαση του Breuer. Γράφει στο Παρατηρήσεις για τον Μεταβιβαστικό Έρωτα (1915): «Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να μπορώ να αντικαταστήσω την ηθική απαγόρευση με μια αιτιολόγηση βασισμένη στην αναλυτική τεχνική, χωρίς να διαφοροποιηθεί το αποτέλεσμα» (σ. 164). Αυτό σημαίνει ότι ο αναλυτής δεν πρέπει, φερ’ ειπείν, να υποκύψει στην γοητεία των ασθενών του, όχι για λόγους κοινής ηθικής ή ιατρικής δεοντολογίας αλλά για λόγους τεχνικής, ώστε να βοηθήσει τον ασθενή να αναπαραγάγει ως ψυχικό υλικό αυτό που διαφορετικά θα γινόταν πράξη/εκδραμάτιση.

Η έμμεση αυτή φροϋδική προσέγγιση αντανακλά την πολύ διαφορετική μορφή (και για τις μέρες μας μάλλον ανεπαρκή) που είχαν τα επαγγελματικά ήθη εκείνης της περιόδου. Θέτει όμως, υπό μία έννοια, τη βάση για την ιδέα μιας, εγγενούς στην ψυχαναλυτική πρακτική, ηθικής/δεοντολογίας. Σημειωτέον ότι το 1915, που ο Freud γράφει για τον μεταβιβαστικό έρωτα, έχει ήδη διαπραχθεί πληθώρα ανάλογων ‘παραβάσεων’ από συναδέρφους και μαθητές του.

Ο Freud πιθανόν ήταν σκεπτικιστής ως προς την ικανότητα τιθάσευσης και μετουσίωσης των ενορμήσεων, και μάλλον έτεινε να εξισώσει την ηθικότητα με την ενορμητική εγκράτεια (1930). Η ηθική εκπροσωπούσε για τον ιδρυτή της Ψυχανάλυσης μια μη ρεαλιστική απαίτηση[9] του πολιτισμού για καταπίεση,  εδραιώνοντας, κατά μία έννοια, και ως άλυτη τη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και το συλλογικό και τους κώδικές του.

Παράλληλα ίσως δεν θεωρούσε την ηθική ως το πρώτιστο ενδιαφέρον της νέας επιστήμης. Μάλλον προκλητικά τονίζει σε γράμμα του στον Pfister (1918): «Η ηθική είναι μακριά από μένα· δεν σπάζω το κεφάλι μου για το καλό και το κακό […] αν είναι να μιλήσω για την ηθική, τάσσομαι υπέρ ενός υψηλού ιδεώδους, από το οποίο οι περισσότεροι που έχω συναντήσει απέχουν οικτρά» (σ. 61-62).

Αποκηρύσσοντας λοιπόν κάθε τάση να διακινδυνεύσει η Ψυχανάλυση να μεταβληθεί σε μια ηθική θεωρία, εστίασε στην τεχνική, και μέσω αυτής προσπάθησε να επιβάλει περιορισμούς (ορίζοντας και το πλαίσιο άσκησης) και ίσως εξιδανικεύσεις για το πώς πρέπει να γίνεται η ανάλυση, επαφίοντάς τα πεταιτέρω «στο τάκτ και στην ικανότητα του γιατρού» (1923a, σ. 239).  

 

ΙΙΙ.

Ευθέως και εκτενώς για την ηθική και τις αξίες στο ψυχαναλυτικό εγχείρημα έγραψε ο Hartmann, και θα αναφερθούμε  ενδεικτικά στις απόψεις του. Στο Psychoanalysis and Moral Values (1960) σημειώνει ότι η Ψυχανάλυση έκανε ή μπορεί να κάνει την πλέον σημαντική συνεισφορά στην σφαίρα των ηθικών αξιών, δηλαδή στην κατανόηση της ψυχολογικής καταγωγής τους. Παράλληλα θεωρεί ότι η ψυχανάλυση θα πρέπει να διακρίνει ανάμεσα στην αντικειμενική-επιστημονική  μελέτη των αξιών και στην παραγωγή ηθικών προτύπων, καθώς το αντίθετο, κατά τη γνώμη του, θα οδηγούσε σε άρνηση μάλλον παρά σε επιβεβαίωση της ψυχαναλυτικής σκέψης.

Προσθέτει δε ότι η τεχνική της ουδέτερης ηθικής ψυχαναλυτικής στάσης πρέπει να διακριθεί με σαφήνεια από τα θεμελιώδη ζητήματα του σωστού και του λάθους που είναι εντελώς πραγματικά και όχι αυταπάτες, αλλά που δεν καθορίζονται ποιοτικά από καμιά επιστημονική μέθοδο, καθώς η ηθική αξιολόγηση είναι πέραν των ενδιαφερόντων αλλά και των ικανοτήτων των ψυχαναλυτών.

Ο ίδιος σημειώνει (1939), ότι τα ηθικά και αξιολογικά συστήματα επηρεάζουν  την ψυχαναλυτική σύλληψη της υγείας, τονίζει τη σύγχυση ανάμεσα στην ηθική και την ψυχική υγεία/ωριμότητα, και καταλήγει ότι η ψυχαναλυτική προσέγγιση της ηθικής είναι σχετικιστική, σε βαθμό που να μην αποδίδει απόλυτη ή αντικειμενική αξία σε καμία ηθική τοποθέτηση.

Θεωρώντας  εν τούτοις ότι ο καθείς προσωπικά έχει ήδη μια ανάλογη τοποθέτηση κατακεραυνώνει (1960) ως «κρυφούς  ιεροκήρυκες» (hidden preachers) όσους καμουφλάρουν τις προσωπικές αξίες και ηθική τους πίσω από την ψυχαναλυτική ορολογία, θεωρώντας τους ίσως τους χειρότεροι παραβάτες, καθώς παρουσιάζουν την δική τους κοσμοθεωρία ως λογικό παράγωγο της ανάλυσης. Προς επίρρωση παραθέτει τον Freud, με την εξής δήλωση του: «Η Ψυχανάλυση δεν είναι κατά την γνώμη μου σε θέση να δημιουργήσει μια φιλοσοφία της ζωής» (Hartmann, 1960· σ. 20, 23, 24).

Εν τούτοις φαίνεται ότι  μάλλον και ο ίδιος δεν αποφεύγει να προάγει σε άποψη και το δικό του ιδεώδες, που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ψυχική υγεία ως προσαρμογή στην πραγματικότητα, (1939, σ. 9)[10], ενώ παράλληλα θεωρεί (1960) ότι ο αναλυτής κατά το έργο του πρέπει να συγκεντρωθεί μόνο σε μια κατηγορία αξιών, τις «αξίες της υγείας».

 

  1. IV. Προκαθορισμός-Αιτιότητα και Βούληση-Eλευθερία

Στο πλαίσιο μιας ψυχαναλυτικής προοπτικής του ασυνειδήτου, η λήψη μιας απόφασης αντανακλά πάντα και την επιρροή ασυνείδητων κινήτρων, που μπορεί  να παρεμβαίνουν στις λογικές, αυτόνομες (και) ηθικές επιλογές. Εν τούτοις η διαλεκτική προκαθορισμού-αιτιότητας και ελευθερίας-αυτονομίας είναι θεμελιώδης για τον ηθικό στοχασμό.

Ο ασυνείδητος ψυχικός προκαθορισμός (determinism) είναι ένα από τα επιχειρήματα αυτών που θεωρούν τον ηθικό στοχασμό ως άσκοπο, καθώς η ηθική συμπεριφορά υπό αυτόν τον περιορισμό είναι αδύνατη (Wallwork, 2005).

Ενώ λοιπόν η κλασσική φροϋδική θεώρηση τοποθετεί το ψυχαναλυτικό εγχείρημα στο πλαίσιο του ντετερμινισμού, και παρόλο που εν πολλοίς θεωρείται ότι η αιτιοκρατία δεν συμβιβάζεται με την ηθική υπευθυνότητα, εν τούτοις οι ακόλουθες  ηθικές αξίες αναμφίβολα συναντώνται ως εγγενείς στη φροϋδική μέθοδο και εργογραφία: αφοσίωση, διακριτικότητα, εντιμότητα (συμπεριλαμβανομένης της εχεμύθειας και της τήρησης των συμφωνιών), αλήθεια, ελευθερία και γνώση, μη ξεχνώντας παράλληλα και το θάρρος (Kohut, 1985) που χρειάζεται κάποιος για να τις υπερασπιστεί. Ενώ παράλληλα τα ερωτήματα της επιλογής, της ελευθερίας και της υπευθυνότητας είναι ολοφάνερες και χειροπιαστές πλευρές της αναλυτικής διαδικασίας, αν όχι και στόχοι της.

Εάν όμως ο άνθρωπος είναι ‘καταδικασμένος’ στην ασυνείδητη συνάφεια με πολλές και σημαντικές πλευρές του ψυχισμού του, παγιδευμένος στην,  ιστορικά και ιδιοσυγκρασιακά προκαθορισμένη γεγονοτικότητα (facticity), τι πιθανότητες έχει  να αναλύσει ηθικά τα κίνητρα του και να αναλάβει τις συνέπειες τους;

Ο ψυχαναλυτής βρισκεται επομένως στην   θέση να  ξεγελά τον εαυτό του και να μην είναι κύριος στο ίδιο του το σπίτι  όταν πιστεύει ότι μιλά για ηθική,, αφού το ασυνείδητο δεν έχει ηθική υπόσταση. Ίσως, όπως καταλήγει  ο  Meissner (2007), χρειάζεται  περισσότερη μελέτη της εξέλιξης, της ενδοψυχικής οργάνωσης και της λειτουργίας του ηθικού παράγοντα και ιδιαίτερα καλύτερη κατανόηση του ρόλου των ασυνείδητων επιρροών και διεργασιών  καθώς-εφόσον-ενόσω αυτές υπεισέρχονται στην διαδικασία της λήψης ηθικών αποφάσεων. Και πιθανόν  η  ψυχ/ση  να αντιμετωπίζει την  θεωρητική πρόκληση  ενός μοντέλου του ψυχικού οργάνου που  να είναι  προσαρμόσιμο στις ηθικές απαιτήσεις  ενώ παραμένει πιστό στην ψυχαναλυτική προοπτική.

Εν τούτοις λόγω περιορισμών  χώρου δεν θα υπεισέρθουμε στην παρούσα εργασία  στους τρόπους με τους οποίους η ψυχανάλυση συλλαμβάνει και φιλοξενεί  το ηθικό φαινόμενο (συνείδηση, υπερεγώ, ιδεώδες εγώ κλπ) εντός του θεωρητικού της σώματος καθώς και στις εντάσεις που αυτές οι κατανοήσεις επισύρουν.

 

 

Υπάρχουν στιγμές που ο Freud επικαλείται τη φράση «ηθική υπευθυνότητα» με αμφίσημο τρόπο και είναι δύσκολο να αποσαφηνισθεί αν οι απόψεις του  υπερβαίνουν, σε κάποιο βαθμό, την καθαρή αιτιοκρατία, υπονοώντας κάποια – αν και περιορισμένη – δυνατότητα ελεύθερης επιλογής  στην ηθική περιοχή.

«Του τόνισα… », γράφει στο Σημειώσεις για μία Περίπτωση Ψυχαναγκαστικής Νεύρωσης «… ότι λογικά οφείλει να μην θεωρήσει τον εαυτό του κατά κανένα τρόπο υπεύθυνο για καμία από τις ποιότητες του χαρακτήρα του [την «εκδικητικότητα» και τη «δειλία»], αφού όλες αυτές οι αξιοκατάκριτες ώσεις κατάγονται από την παιδική του ηλικία, και είναι μόνο παράγωγα που επιβιώνουν  στο ασυνείδητο …» (1909, σ. 185· οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Επίσης στην Ερμηνεία των Ονείρων γράφει: «Πολύ σπάνια η πολυπλοκότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα, σπρωγμένη πέρα-δώθε από τα δυναμικά, μπορεί να κάνει μια επιλογή ανάμεσα σε απλές εναλλακτικές, όπως η απαρχαιωμένη μας ηθική μας άφησε να πιστεύουμε» (1900, σ. 621· οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Αλλά όμως για τους στόχους της ψυχανάλυσης γράφει: «H ανάλυση δεν έχει ως στόχο να καταστήσει αδύνατες τις νοσηρές αντιδράσεις αλλά να δώσει στο εγώ την ελευθερία να αποφασίζει προς τη μια κατεύθυνση ή την άλλη» (1923, σ. 50· οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Το μοντέλο της φροϋδικής μεταψυχολογίας επιφέρει συγκερασμό (Meissner, 2007) αιτιών και κινήτρων, και αποδίδει και τις δύο λειτουργίες στα ένστικτα/ενορμήσεις. Ακόμα και οι κινήσεις του εγώ, σε αυτό το πλαίσιο, είναι ενορμητικά παράγωγα που τροποποιήθηκαν από κάποια μεταλλαγή, όπως η ουδετεροποίηση.    Έτσι δεν υπάρχει κίνητρο που να μην είναι ενστικτώδες, είτε εκ φύσεως ή ως παράγωγο – δευτερογενώς του ενστίκτου· τη θέση αυτή (την επίκληση  προηγούμενων εμπειριών ή πρώιμων ενορμήσεων/ενστίκτων για να εξηγηθεί η μετέπειτα συμπεριφορά) ο Erikson (1975) την ονόμασε «καταγωγική-λογική πλάνη» (originological fallacy). Παράλληλα o ίδιος επισημαίνει και την «πλάνη της κρίσιμης φάσης» (critical period fallacy), όταν επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί μία ψυχοβιογραφία γύρω από κάποια περίοδο ‘κλειδί’ της ανάπτυξης, δηλαδή την ανακάλυψη, μέσα σε κάποιο σημαντικό συμβάν της ζωής του ανθρώπου (eventism), όχι μόνο του αρχέτυπου της συμπεριφοράς του, αλλά του σημείου καμπής, από το οποίο έχουν προκύψει όλα τα συνεπαγόμενα γεγονότα. Με αποτέλεσμα μια προσπάθεια να επιβληθεί τάξη, μορφή και κατεύθυνση επί μιας, μάλλον  απροκαθόριστης, πορείας της ανθρώπινης ζωής.

Εν τούτοις κατά μια έννοια ο Freud μάλλον δεν θεώρησε αδύνατη την   αναζήτηση της αυτονομίας, καθώς η σκέψη του συνιστά μια εν δυνάμει πρόκληση στο διάβημα της ηθικής, όταν θεωρεί ότι δεν είναι η ηθική που αντιτίθεται στην επιθυμία, αλλά ότι μάλλον η ηθική είναι μία από τις πρωταρχικές και πιο αδιάλλακτες μορφές της επιθυμίας. Η ψυχανάλυση, λοιπόν, ίσως διατυπώνει μια νέα κατηγορική προσταγή: όχι μόνο να ξέρεις αλλά και να γίνεις υπεύθυνος για το ασυνείδητό σου, για κάθε τι που είναι θαμμένο στην ψυχή σου (Davis, 2005).

Tο ερώτημα όμως παραμένει: κατά πόσον το είδος των εξηγήσεων που δίνει η ψυχαναλυτική θεωρία είναι συμβατό με την απόδοση ελευθερίας και λογικότητας στον άνθρωπο.

Παρά όμως τα ερωτήματα και τον επικρεμάμενο ψυχικό προκαθορισμό, που θα περιόριζε έως και θα καθιστούσε αδύνατη την ηθική συμπεριφορά, ιδεωδώς ο αναλυτής οφείλει να έχει μια λελογισμένα ενδελεχή επίγνωση του ηθικού/αξιακού του συστήματος (το οποίο συνυφαίνεται με την επίγνωση της υποκειμενικής του θέσης, του ιστορικού, κοινωνικού, εθνικού και πνευματικού του πλαισίου, και ίσως, πιο συγκεκριμένα και ειδικά, της κοινωνικο-οικονομικής τάξης, της φυλής, του φύλου ή των σεξουαλικών προτιμήσεων εκάστου)· ένα σύστημα που, ιδεωδώς και πάλι, να είναι αρκετά εύκαμπτο, αλλά και αρκετά σταθερό ώστε να του επιτρέπει να αντέχει τις πιέσεις που προέρχονται από την ίδια την ψυχαναλυτική διαδικασία[11].

 

  1. V. Καθορισμός Υγιούς-Φυσιολογικού και Παθολογικού-Νοσηρού.

Ήδη από την πρώτη συνάντηση με τον ασθενή του ο ψυχαναλυτής ηθελημένα ή υπόρρητα δεν θα αποφύγει να σχηματίσει μια εντύπωση περί της ψυχικής του υγείας και κάνοντας αυτό θα έρθει αντιμέτωπος με τη ‘λανθάνουσα’ επίδραση που ασκεί πάνω στον αναλυτικό τρόπο σκέψης η ιδέα της ‘υγείας’ και της ‘νόσου’.

Θα έρθει επίσης αντιμέτωπος με αυτό που ο Hartmann (1939, σ. 312) θεωρεί ως τις προσωπικές απόψεις για την υγεία, που όπως τονίζει «διαφέρουν ευρέως ανάμεσα στους ίδιους τους ψυχαναλυτές, ποικίλουν ανάλογα με τις προθέσεις και τους στόχους που έχει ο καθείς για τον εαυτό του, βάσει των δικών του απόψεων για την ανθρώπινη εξέλιξη, όπως  επίσης και βάσει της φιλοσοφίας του, των πολιτικών του συμπαθειών, των ηθικών του προβληματισμών και άλλων υποκειμενικών στόχων». Αυτό εν τέλει θα τον φέρει αντιμέτωπο με την σχέση της διάγνωσης του με την επακόλουθη θεραπεία και την επίδραση που θα έχει η πρώτη στη δεύτερη.

Η κατασκευή των ψυχαναλυτικών κατηγοριών του φυσιολογικού/υγιούς και μη φυσιολογικού/νοσηρού υπονοεί αφενός ότι το φυσιολογικό/υγιές είναι γνωστό, ενώ μάλλον το αντίθετο είναι πιθανότερο, καθώς ως ψυχαναλυτές γνωρίζουμε περισσότερα για τη δυσλειτουργία. Έτσι, παρότι κάτι άγνωστο συγκρίνεται με κάτι άλλο επίσης άγνωστο, η σταθερή επανάληψη δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει στην πραγματικότητα μια γνωστή ψυχαναλυτική εκδοχή του φυσιολογικού.

Αφετέρου η κατασκευή αυτών των κατηγοριών έχει πολλές θεωρητικές διαστάσεις, ανάλογα με  την μεταψυχολογία στην οποία εστιάζει κάποιος, αλλά και ανάλογα με την εξελικτική στιγμή της Ψυχανάλυσης μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, και δεν  είναι αδιαπέραστη από αξιολογικές/ηθικές κρίσεις. Όπως φερ’ ειπείν το εάν ο ψυχαναλυτής δέχεται την ύπαρξη ενός προτύπου πλαισίου συμπεριφοράς ή το απορρίπτει αποδεχόμενος ένα δόγμα πολιτισμικής/ηθικής σχετικότητας. Ή εάν   θεωρεί  ή όχι το πρότυπο άτομο ανεξάρτητο από το κοινωνικό του περίγραμμα.

Στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα, για παράδειγμα, κάθε πρόσωπο ελεύθερο από έντονα υστερικά, καταναγκαστικά ή ψυχωτικά συμπτώματα, μέλος μιας πυρηνικής οικογένειας και μη ομοφυλόφιλος θα θεωρούνταν ψυχικά υγιής και, αδιακρίτως, φυσιολογικός. Στην περίπτωση μιας γυναίκας τα πράγματα θα ήταν πιο «αυστηρά»,  καθώς η κλασσική φροϋδική γυναικεία ψυχολογία,  υπό την επιρροή της κοινής λογικής, των σιωπηρών προκαταλήψεων και των ηθικών και αξιακών συστήματων του σύγχρονου με τον Freud πολιτισμού[12]  αναφορικά με την γυναικεία σεξουαλικότητα, κατακεραύνωσε τις γυναίκες. Και όπως γράφει και ο Kernberg (2000, σελ 865) «Μέχρι σχετικά πρόσφατα, μπορεί ακόμα να συναντούσαμε  σε πολλούς  άντρες αναλυτές  κάποια  σιωπηρή τάση να μειώνουν τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών στα τρία Κ  (Kinder, Kirche, Küche», (δηλαδή παιδιά, εκκλησία και κουζίνα), και προφανώς το αξιακό/ηθικό τους  σύστημα, να διηθεί την εξέλιξη  της  ανάλυσης αυτών των γυναικών.

Έτσι, παραδείγματος χάριν,  μια φιλόδοξη αναλυόμενη νιώθει  εχθρικότητα και ανταγωνισμό  προς τον ψυχαναλυτή της, ο οποίος θεωρεί ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι «ήσυχες και όχι ανταγωνιστικές», και ότι τα «επαγγελματικά επιτεύγματα είναι ανδρικό προτέρημα». Ο ψυχαναλυτής, βάσει  της θεωρίας του για την θηλυκότητα, η οποία συνηχεί με το ηθικό/αξιακό του σύστημα, θεωρεί και ερμηνεύει την επαγγελματική της επιτυχία ως αποτυχία μιας ιδεώδους θηλυκότητας και την εχθρικότητα της ως φαλλικό ανταγωνισμό, δημιουργώντας ένα σιωπηλό θυμωμένο θεραπευτικό βάλτωμα, ενώ είναι βέβαιος ότι βοηθά την ασθενή να γίνει πιο ‘θηλυκή’.

Επιπλέον όλων τούτων, ακόμη και για τον ίδιο τον Freud  φαίνεται, όπως το θέτει και ο Zweig, M.B. (1970), ότι δεν μπορεί να είμαστε και σίγουροι κατά πόσον περιγράφει τι ενδεχομένως είναι το άτομο και η κοινωνία, ή τι αναγκαστικά πρέπει να είναι, ή τι πιθανόν θα μπορούσαν να γίνουν, ή τι οφείλουν να γίνουν. Οπότε απομένει, κατά την γνώμη του,  χώρος για κατά περίσταση ερμηνείες που ενέχουν τις ανάλογες αξιολογικές κρίσεις εκάστου ερμηνευτή.

Εν τέλει, και παράλληλα με τα προαναφερθέντα, υπάρχει και το ζήτημα του πώς η ψυχαναλυτική σκέψη φτάνει μεθοδολογικά στα πρότυπα της φυσιολογικότητας και ψυχικής υγείας, όταν αυτό που συνιστά την ψυχική υγεία, το φυσιολογικό και την παθολογία, δεν είναι ένα δεδομένο προς παρατήρηση εκ μέρους της, αλλά κάτι επί του οποίου και η ίδια η ψυχανάλυση παίζει κάποιο ρόλο στον καθορισμό, ως μια εννοιολογική δομή που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από το κλίμα της εποχής, το ευρύτερο πολιτισμικό και πολιτικό πλαίσιο, αναφορικά με την κλινική της θεωρία και τεχνική.

Στο Περατούμενη & Μη Περατούμενη Ανάλυση ο Freud (1937) έγραψε ότι «ένα φυσιολογικό εγώ είναι, όπως γενικά και η φυσιολογικότητα, μια ιδεώδης επινόηση (fiction)» (σ. 389).

Και ένα χρόνο αργότερα (Freud, 1938) έγραψε ότι «δεν είναι δυνατόν επιστημονικά να τραβηχτεί μια γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα στο τι είναι ψυχικά φυσιολογικό και μη, ώστε αυτή η διάκριση, παρόλη την πρακτική της σημασία, να κατέχει μόνο μια συμβατική, κοινότυπη αξία» (σ. 195). conventional value

Όποια όμως και αν είναι η υποτιθέμενη «ιδεώδης επινόηση» ή η «κοινότυπη αξία», το θέμα εμφανίζεται κατ’ επανάληψη στα γραπτά του, δίνοντας την εντύπωση ότι τόσο ο ίδιος ο Freud όσο και οι άλλοι ψυχαναλυτές είχαν αναπόφευκτα μια ιδέα ή μια εννοιολογική σύλληψη του φυσιολογικού, ακόμα και αν αυτό δεν διευκρινίστηκε συγκεκριμένα παρά μόνο στο Πένθος & Μελαγχολία (1917), όπου περιγράφει λεπτομερώς την σημειολογία του φυσιολογικού πένθους με σκοπό να την αντιπαραβάλει με την μελαγχολική σημειολογία.

Συνεπώς το φυσιολογικό εννοιολογείται πολλαχώς μέσα στην ψυχαναλυτική  βιβλιογραφία.

Θεωρείται συνώνυμο της υγείας, του υγιούς οριζομένου ως απουσία ψυχοπαθολογίας  και συμπτωμάτων. Πρόκειται για κυκλικό ορισμό αφού το υγιές ορίζεται ως απουσία νόσου, ενώ η νόσος ορίζεται ως εκσεσημασμένη απόκλιση από το φυσιολογικό. Ορισμένοι ψυχαναλυτές (Eissler, 1960· Hartmann, 1939) αποδέχτηκαν την εξίσωση φυσιολογικού και υγιούς και προσπάθησαν με ποικίλους τρόπους να ορίσουν το υγιές. Από την άλλη μια τέτοια άποψη υπονοεί ότι η Ψυχανάλυση είναι μια μέθοδος Ψυχοθεραπείας και κλάδος της Ιατρικής, και χρησιμοποιεί τα ίδια κριτήρια, απλώς ειδικά εφαρμοσμένα στο πεδίο των ψυχολογικών. Την παραπάνω τοποθέτηση επερωτούν άλλοι ψυχαναλυτές (Gill (1976, 1978), Schafer (1976, 1983), Steele (1979) Green, 2003, κ.α.)  που θεωρούν την Ψυχανάλυση ως μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής/ανθρωπιστικής επιστήμης η οποία ασχολείται με μια ερμηνευτική διερεύνηση.

Μια δεύτερη εννοιολόγηση του φυσιολογικού που χρησιμοποιείται στην Ψυχανάλυση,  όπως ήδη από το  1973  επισημαίνουν οι Offer & Sabshin, σχετίζεται με τον μέσο όρο και εκπροσωπεί μια στατιστική εφαρμογή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Αλλά η Ψυχανάλυση δεν έχει περιγράψει λεπτομερώς τι θεωρεί, στο πεδίο της, ως το μέσο και το αναμενόμενο (average-expectable) της στατιστικής.   Οπότε συχνά και πάλι επαφίεται σε συμπεράσματα που συνάγονται από την κλινική παρατήρηση και εμπειρία, αλλά και από την ατομική ιδιοσυγκρασία του κάθε αναλυτή.

Εδώ και πολλά χρόνια έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ψυχαναλυτική ιδέα της φυσιολογικότητας/κανονικότητας & ωριμότητας/ψυχικής υγείας τείνει να θεμελιώνεται στην ηθική και στο αξιακό σύστημα των απασχολουμένων με την ψυχική υγεία (Kingsley, 1938), ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεται πλέον ευρέως ότι οι ψυχολογικές και αναπτυξιακές θεωρίες εκπροσωπούν ήδη αξιακές υποθέσεις που εμπεριέχουν ρητά ή υπόρρητα κρίσεις σχετικά με το τι θεωρούμε υγιές και προσαρμοστικό στην ανθρώπινη ζωή. Χαρακτηριστικές επ’ αυτού είναι οι απόψεις του Heinz Kohut (1984) για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

O Hartmann (1950) ήταν πολύ ακριβής σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα στην Ψυχανάλυση και την Αναπτυξιακή Ψυχολογία, ορίζοντας την πρώτη ως θεωρία της προσωπικότητας, που βασίζεται στις ανακατασκευές και τα δεδομένα που προέρχονται κυρίως από τη θεραπευτική εργασία, και την δεύτερη ως θεωρητική προσέγγιση και μελέτη της προσωπικότητας και της ανάπτυξης, που βασίζεται στην άμεση παρατήρηση των παιδιών, ιδιαίτερα των φυσιολογικών (σ. 7).

Κατά την γνώμη του Schwartz (1999), στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής αναπτυξιακής θεωρίας, το φυσιολογικό δεν είναι το αβλαβές φυσιολογικό της  στατιστικής συχνότητας, δηλαδή το ‘έτσι γίνεται συνήθως’. Όταν μια ανθρώπινη διαδικασία θεωρείται εδραιωμένη στο σώμα ή στη βιολογία (και άρα στις διαδικασίες που προκύπτουν από την προσπάθεια του είδους να αυτοσυντηρηθεί), και όταν, επιπλέον, η αποτυχία της εναρμόνισης με αυτή την διαδικασία (συνήθως εκ μέρους των γονιών) θεωρητικοποιείται ως οδηγούσα σε σοβαρές συνέπειες (νεύρωση, διαστροφή, καθήλωση και αναπτυξιακή αναστολή) τότε το φυσιολογικό και το αντίθετο του γίνονται όροι με μεγάλο αξιακό βάθος και ισχυρή κατευθυντήρια δυναμική, υποδηλώνοντας αφενός την ανακούφιση που έρχεται με την επίγνωση του ‘είμαι καλά’, και από την άλλη τον τρόμο του ‘δεν είμαι καλά’, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την σεξουαλικότητα και τις ‘αποκλίσεις’ της.

Μια τρίτη εννοιολογική σύλληψη του φυσιολογικού στην Ψυχανάλυση είναι η προαναφερθείσα φροϋδική «επινόηση/fiction»  (Freud, 1937), μια κατάσταση ιδεώδους  ψυχικής λειτουργίας, κάτι που δεν υπάρχει και είναι αδύνατο να οριστεί παρά με όρους μεταψυχολογίας, αφού κάθε φυσιολογικό πρόσωπο είναι φυσιολογικό μόνο κατά προσέγγιση (op cit, σ. 381, 390).

Εν τούτοις αυτό δεν εμπόδισε τους ψυχαναλυτές να επιδιώκούν εξ αρχής να ορίσουν το φυσιολογικό[13] (Eissler, 1953· Freud, 1937· Hartmann, 1939· Jones, 1931· Klein, 1960· Money-Kyrle, 1954).

Μία φυσιολογικότητα όμως, που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την ψυχαναλυτική θεραπεία (ή και δεν μπορεί να επιτευχθεί ποτέ), μας οδηγεί σε μια άλλη εκδοχή ‘φυσιολογικού’ που είναι η εισαγωγή στην ψυχαναλυτική σκέψη μιας «μάλλον ιδιωτικής και ίσως σολιψιστικής ιδέας της υγείας ως φυσιολογικότητας», που ακούει στο όνομα αναλυσιμότητα (Abrams, 1979· Weinshel, 1970). Εδώ η φυσιολογικότητα ορίζεται ως η δυνατότητα να ανταποκριθεί κανείς στην όλως ιδιαίτερη ψυχαναλυτική κατάσταση, μέσω της ικανότητας να αναλυθεί.

Παράλληλα μια άλλη διάσταση του θέματος είναι η σταθερή στην φροϋδική σκέψη, σύνδεση του παθολογικού με το παράλογο και του φυσιολογικού με το λογικό, κάτι που εκφράζει μια δυϊστική κατηγοριοποίηση. Υπό αυτή την έννοια η αναλυτική μέθοδος διευκολύνει την κυριαρχία της λογικής έναντι των άναρχων και λιγότερο λογικών πλευρών της ανθρώπινης φύσης, θεμελιώνοντας κατά μια έννοια και την φροϋδική ηθική  πάνω στον αφορισμό που επιβάλλει μια μόνιμη εντολή: Wo Es war, soll Ich werden (Freud, 1933∙ σ. 80). Εκεί που ήταν εκείνο να γίνει εγώ, (τροποποιώντας, κατά μια ορισμένη αντίληψη αυτής της εντολής, την παρορμητική αναζήτηση ευχαρίστησης προς την κατεύθυνση της αναβολής της ικανοποίησης). Και  αυτό που σηματοδοτεί την θεραπευτική βελτίωση είναι η ενδυνάμωση του λογικού αυτοελέγχου εντός του ατόμου. Οπότε – σε μια κάπως βικτωριανή εικόνα – υγιής κόσμος είναι αυτός όπου τα άτομα συμπεριφέρονται μεταξύ τους με τη δέουσα λογική ευπρέπεια.

Ενώ, από μια διαφορετική οπτική, όταν ο Freud (1912, σ. 235) θεωρεί ως υγιές την χωρίς περιορισμούς ικανότητα για πρόοδο/επιτεύγματα και ευχαρίστηση,  εάν δεν  τα θεωρεί μεμονωμένα και εν κενώ, τότε μάλλον προϋποθέτει ένα κοινά ανεκτό εξωτερικό περιβάλλον, χωρίς όμως για τον ίδιο η διαλεκτική εμπειρίας και συμπεριφοράς, και η διαλεκτική διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων να είναι δεσμευτική και ανυπέρθετη μεθοδολογική συνθήκη για την κατανόηση των ανθρώπινων πράξεων. Μια θεώρηση περί του ατόμου ως μάλλον κλειστού συστήματος, του οποίου η ακεραιότητα είναι εσωτερική και η ευχαρίστηση του προέρχεται από την ικανοποίηση των επιθυμιών του (συνήθως σεξουαλικών) που δεν  συνδέονται αναγκαστικά με ιδιαίτερους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Μια θεώρηση, επίσης, που οδηγεί σε μια απόφανση περί υγείας/φυσιολογικού πριν  ληφθεί υπόψη η σχέση του ατόμου με τον εξωτερικό κόσμο.

Επιπλέον, εκτός των καθορισμών  του φυσιολογικού, συχνά προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον  οι ψυχαναλυτές, και τότε αλλά και σήμερα, καθώς θεωρούν ότι γνωρίζουν, μέσω του επαγγέλματός τους, τι συνιστά την υγιή ψυχική λειτουργία του ατόμου, συνεπώς και της κοινωνίας, μπορούν και πρέπει να διεκδικούν ένα ρόλο και να παίρνουν θέση δημοσίως υποστηρίζοντας κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές  απόψεις που κατά την γνώμη τους προάγουν ψυχολογικά υγιείς ζωές και κοινωνίες.  Πράγμα που από την αντίθετη πλευρά μπορεί να ερμηνευτεί, όπως το θέτει και η Dimen (2004), ως η τάση των ψυχαναλυτών να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, (την κοινωνία, την πολιτική, την τέχνη) σαν να ήταν ασθενής, ακόμα και αν δεν μας ζήτησε θεραπεία, και να συμμετέχουμε σε δημόσιες συζητήσεις ως εάν να παρουσιάζουμε περίπτωση.

Με συνέπεια, αν θυμηθούμε τον Ηartmann (1939), να  θεωρούν νευρωτικούς ή ψυχωτικούς αυτούς που δεν μοιράζονται τις πολιτικές ή τις γενικές μας απόψεις για την ζωή, ή αυτές τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες για κάποιο λόγο αντιτιθέμεθα να τις θεωρούμε παθολογικές (σ. 14). Και παθολογικές τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες για κάποιο λόγο αντιτίθενται

να θεωρούν νευρωτικούς ή ψυχωτικούς αυτούς που δεν μοιράζονται τις πολιτικές ή τις γενικές τους απόψεις για την ζωή,   και παθολογικές τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες οι ίδιοι για κάποιο λόγο αντιτίθενται (σ. 14).

 

 

 

 

  1. VI. Και Πώς/Πότε Θεωρείται μια Ανάλυση Ολοκληρωμένη;

Το τι ο αναλυτής θεωρεί υγιές και φυσιολογικό μας παραπέμπει αναπόφευκτα στο ερώτημα του πώς και πότε θα θεωρήσει μια ανάλυση ολοκληρωμένη.

Όπως συμβαίνει και με το ζήτημα  του καθορισμού του φυσιολογικού/υγιούς –ανώμαλου/παθολογικού και της ψυχικής υγείας,  έτσι και ο διάλογος που ανακινεί το θέμα της περάτωσης της ανάλυσης  και οποίος  θέτει σε συζήτηση   τους  ίδιους τους στόχους της ψυχανάλυσης, τα κριτήρια ολοκλήρωσης της και  τον τρόπο που ο τερματισμός θα επισυμβεί,  αφορά όχι μόνον θεωρητικά και τεχνικά θέματα αλλά επίσης και ζητήματα τόσο αξιών (τι θεωρούμε καλό για τους ανθρώπους) όσο και  ηθικής (ποιο είναι το σωστό για τους ανθρώπους), ζητήματα των οποίων η μη κλινική φύση εμποδίζει, ενδεχομένως, την αναγνώριση της σημασίας τους. Παρόλαυτά παραμένει μια  περιοχή τομής ανάμεσα στην Ψυχανάλυση και στον ηθικό παράγοντα που σχετίζεται με τα πρότυπα, τους κανόνες και τις αξίες του ανθρώπινου είδους.

Οι κλασσικοί νευρωτικοί ασθενείς, με οιδιπόδειες συγκρούσεις που καταλήγουν στην απώθηση των ασυνείδητων ενορμήσεων, υπήρξαν η βάση θεμελίωσης της ψυχαναλυτικής θεωρίας, έχουν επικρατήσει στις προσλήψεις που κυριαρχούν στον πολιτισμό μας σχετικά με την Ψυχανάλυση και υπαγόρευσαν και τις θεραπευτικές τεχνικές που προκρίθηκαν. Εξ ου και η ολοκλήρωση της (ψυχαναλυτικής) θεραπείας αναφερόταν σε κάποιο είδος ‘απελευθέρωσης’ του εγώ του ασθενούς από την κυριαρχία των ασυνείδητων παραγόντων.

Έκτοτε ποικίλες απόψεις έχουν εκφραστεί από τους ψυχαναλυτές αναφορικά με τους σκοπούς/στόχους της ψυχανάλυσης. Οι τελευταίοι συνδέονται αφενός με τα κριτήρια του τερματισμού και με το πώς θεωρείται η ψυχική υγεία/ανάπτυξη/αλλαγή, και αφετέρου και με το πώς ορίζει κάποιος εν γένει την Ψυχανάλυση. Για παράδειγμα εάν θεωρεί ότι η Ψυχανάλυση παίρνει μια συγκεκριμένη θέση περί του τι είναι αληθές και σημαντικό στις ανθρώπινες υποθέσεις, και αν διαθέτει κριτήρια  αξιολόγησης της εκπλήρωσης των στόχων της, με άλλα λόγια αν η Ψυχανάλυση διαθέτει μια ηθική/αξιακή άποψη.

Παράλληλα και ταυτόχρονα προκύπτει και η πιθανότητα, όπως και αν θεωρείται η ολοκλήρωση μίας ψυχανάλυσης, να βρεθούμε αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να ορίζουμε θεωρητικά τον τερματισμό με όρους που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να εκπληρώσει, καταλήγοντας στην εξιδανικευτική θέση ότι ‘κανείς δεν είναι πραγματικά αναλυμένος’.

Οι πρωτοπόροι της ψυχανάλυσης δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τον τερματισμό της ανάλυσης. Ο Ferenczi  (1927) γράφει: «Η  ανάλυση δεν είναι μια διηνεκής διαδικασία, αλλά μπορεί να φτάσει σε ένα φυσικό τέλος, με δεδομένα την επαρκή ικανότητα και υπομονή του ψυχαναλυτή» (σ.86). Και ο Freud (1937) σημειώνει: «Δεν προτίθεμαι να δηλώσω ότι η ανάλυση συνολικά είναι μια εργασία χωρίς τέλος.  Όποια και αν είναι η θεωρητική στάση για το θέμα, ο τερματισμός της ανάλυσης είναι, νομίζω, πρακτικό θέμα» (σ. 249).

Ο Gabbard (2009) ερμηνεύει το φροϋδικό «πρακτικό θέμα» ως αντιτιθέμενο στο εξιδανικευτικό ιδεώδες και θεωρεί τον Freud πραγματιστή. Σε μια ακαδημαϊκή μελέτη των 36 αναλύσεων που διεξήγαγε ο Freud μεταξύ 1910 και 1920, ο May (2008) διαπιστώνει ότι 2/3 εξ αυτών διήρκεσαν λιγότερο από 250 ώρες, κάποιες δε μόνον λίγους μήνες. Ο Freud ξεκινούσε αναλύσεις γνωρίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος θα ήταν στην Βιέννη μόνο για λίγο∙ πολλές μάλιστα αναλύσεις έληγαν στην αρχή των σχεδόν 3μηνων καλοκαιρινών διακοπών του. Ο May σημειώνει ότι μόνον 1 ή 2 ασθενείς του Freud βρέθηκαν πραγματικά σε ανάλυση με μη προκαθορισμένο (ανοιχτό) τέλος.

Ο Freud (1918) διέκοψε βίαια την ανάλυση του Ρώσου ασθενούς με το αναλυτικό ψευδώνυμο ‘άνθρωπος με τους λύκους’ όταν είχε ‘βαλτώσει’. Μια μέθοδο που, όπως ο ίδιος γράφει (1937, σ. 217), χρησιμοποίησε και αλλού. Το 1919 διέκοψε απότομα τη θεραπεία της Helene Deutsch[14] ώστε να έχει  διαθέσιμες ώρες για να ξαναδεχτεί τον άνθρωπο με τους λύκους. H Deutsch ήταν δυσαρεστημένη και καταθλιπτική, μετά από αυτό το συμβάν, και θεώρησε ότι ο Freud την απέρριψε διότι τη βαρέθηκε (Roazen, 1985). Αργότερα η Deutsch με τη σειρά της κατέταξε τη Mahler στις μη αναλύσιμες  περιπτώσεις και η ανάλυση της τελευταίας τερματίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες (Kanzer, 1980·  Mahler, 1988·  Roazen, op cit).

Στην αυτοβιογραφία της η Gardiner (1983) περιγράφει πώς έλαβε χώρα ο τερματισμός της δικής της ανάλυσης. Στο τέλος του τρίτου χρόνου αυτή και η αναλύτριά της έδωσαν, ως συνήθως, χειραψία στο τέλος της τελευταίας συνεδρίας  πριν τις καλοκαιρινές διακοπές. Η αναλύτριά της, η Brunswick είπε το «αντίο» με τέτοια τόνο οριστικότητας που έκανε την Gardiner να αναρωτηθεί: «Εννοείτε ότι είναι το τέλος; Η ανάλυσή μου τελείωσε;» Η Brunswick χαμογέλασε και είπε «ναι». Η Gardiner γράφει: «Ήμουν καταχαρούμενη. Αναφώνησα: ‘Ω! τι ωραία! Χαίρομαι πολύ!’ Και μετά θυμήθηκα να την ευχαριστήσω» (σ. 48).

Υπάρχουν πολλά άλλα καταγραμμένα παραδείγματα απότομου και μονομερούς τερματισμού της ανάλυσης.

Στις μέρες μας, κατά μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, η ψυχανάλυση είναι μάλλον μια διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ, παρά την παραγωγή ενός συγκεκριμένου (θεραπευτικού) αποτελέσματος· δεν είναι μια μέθοδος με θεραπευτικό στόχο ούτε μια έρευνα για κάποιο νέο νόημα βάσει του οποίου να ζήσει κάποιος· αλλά ο στόχος της είναι να παραμένει κάποιος επαρκώς αποστασιοποιημένος, έλλογος και σε κάποια ισορροπία, χωρίς να καταρρέει μέσα στη νεύρωση. Αυτοί που υποστηρίζουν αυτή την ‘αναλυτική στάση’ στοχεύουν στη ‘γνώση και στην αλήθεια’. Στο επίκεντρο μιας τέτοιας  ψυχαναλυτικής διαδικασίας υπάρχει η εικόνα ενός ψυχαναλυτή αποστασιοποιημένου και ψύχραιμου, με κριτική στάση, με επίγνωση όλων των δυνατοτήτων, αλλά χωρίς να επιλέγει καμία. Είναι η γνωστή στάση της Indifferenz (αδέκαστη στάση) που ο Freud εισήγαγε στο Die Motive des Witzes. Der Witz als soziales Vorgang (1905) και που μεταφράσθηκε από τον Strachey ως neutrality (ουδετερότητα), όρος που επεκράτησε διεθνώς.

Η θέση ότι η Ψυχανάλυση δεν μπορεί να προσφέρει λύσεις ή θεραπεία είναι εν μέρει σε αντίθεση με την, εγγενή στο μεγαλύτερο μέρος της ψυχαναλυτικής πρακτικής, θεραπευτική της προσπάθεια, με στόχο να εξαλείψει ή τουλάχιστον να  μετριάσει τα δεινά της ψυχοπαθολογίας.

Ως εκ τούτου υπάρχουν αναλυτές που στοχεύουν στην ψυχική υγεία (όπως και αν την εννοούν), προσανατολίζονται στην εξάλειψη των συμπτωμάτων ή σε μια πιο  ανεκτή διαχείριση της καθημερινής δυσφορίας, πράγμα που οι επικριτές αυτής της θέσης θεωρούν ως ένα είδος αποκήρυξης της φροϋδικής επιθυμίας να αποφύγει η Ψυχανάλυση τη χρήση της Ιατρικής ως μοντέλου της και να απομειωθεί σε ψυχοθεραπεία (άνω τελεία) ενώ παράλληλα θεωρούν ότι αυτή η αναλυτική στάση ταυτίζεται με  την  αποδοχή ενός τρόπου –συστήματος αντιμετώπισης που κατατείνει στο να  κάνει απλώς πιο βιώσιμη την ύπαρξη.

Έτσι καταλήγουν σε μια αποθέωση της ‘common unhappiness’ (Freud & Breuer 1905), ως ψυχικής υγείας, μιας οριακής ελάφρυνσης της ατομικής δυσφορίας,

αντί για την επίγνωση του αδύνατου οποιασδήποτε μορφής ολοκληρωτικής ευεξίας στο πλαίσιο  μίας κοινωνίας περιορισμών.  Αυτός άλλωστε είναι και ο τρόπος που, σύμφωνα με την φροϋδική άποψη, κοινωνία και άτομο αλληλοδιαπλέκονται.

Το ποια θεώρηση, αναφορικά με την ολοκλήρωση μιας ανάλυσης, θα ακολουθήσει ο αναλυτής είναι μεταξύ άλλων και θέμα των αξιών, των πεποιθήσεων και της ηθικής του. 

Από εκείνη την θέση θα επιδράσει επί του ασθενούς του,  θα κρίνει πώς πήγαν τα πράγματα και θα αξιολογήσει την επίτευξη των στόχων. Και θα αποφύγει, στην καλύτερη περίπτωση, την κοινή στο επάγγελμα αλλά αντιδεοντολογική  στάση της ατέρμονης (επί δεκαετίες) ανάλυσης για δικά του οφέλη (Renik, 2003)· Είτε διότι δεν θέλουμε οι επόμενοι θεραπευτές να ανακαλύψουν τα λάθη μας, είτε  διότι ανησυχούμε μήπως επιτύχουν εκεί που εμείς αποτύχαμε – ακόμα και αν απουσιάζουν ενδείξεις ότι η ανάλυση βοηθά, ή συνεχίζει να βοηθά. Ενώ παράλληλα, και εν τω μεταξύ, ο χρόνος περνάει και υπάρχουν πραγματικοί σταθμοί και ρεαλιστικές προσδοκίες ζωής (γάμοι, παιδιά, καριέρα) που αν η παθολογία ή οι συνθήκες παρεμβαίνουν στην εκπλήρωση  τους τότε αναλυτής και αναλυόμενος πρέπει να το αντιμετωπίσουν. Παράδειγμα θα ήταν μία γυναίκα που ξεκινάει ανάλυση στα 30 της, και συνεχίζεται για 10 ή 15 χρόνια χωρίς καμιά πλευρά του θεραπευτικού  ζεύγους να έχει επίγνωση του βιολογικού ρολογιού της γυναίκας.

Παραμένοντας  στο θέμα του τερματισμού, αναπόφευκτα εγείρεται και το θέμα των επαφών μετά το τέλος της ανάλυσης, θέτοντας επί τάπητος το ζήτημα της κλασσικής άποψης του εάν, κατά τον τερματισμό, με την προϋπόθεση ότι η θεραπεία θα διεξαχθεί και εξελιχθεί σωστά, η μεταβίβαση θα έχει επιλυθεί (Freud, 1914) και ο ασθενής δεν θα έχει πλέον ανάγκη για περαιτέρω επαφή με τον θεραπευτή. Ενώ οι απόψεις στο άλλο άκρο του φάσματος θεωρούν ότι ο επαγγελματικός ρόλος του αναλυτή σε σχέση με τους ασθενείς του δεν παύει ποτέ, αφού ‘μια φορά ασθενής, για πάντα ασθενής’.

Η επαφή αυτή με την μορφή τηλεφωνημάτων, επιστολών ή e-mail εμφανίστηκε  συνήθης σε δείγμα αναλυτών (Roose et al, 2004). Μέσα σε 4 χρόνια το 40%  των ασθενών επέστρεψε για να δει τον τέως αναλυτή προσωπικά. Σε αυτό το δείγμα ασθενών και αναλυτών καμιά από τις πλευρές δεν πίστευε ότι ο τερματισμός της ανάλυσης σηματοδοτεί το τέλος της σχέσης. Ένα απρόβλεπτο εύρημα δείχνει ότι το 23% των αναλυτών άλλαξαν τον ρόλο τους μετά το πέρας της ανάλυσης σε ιατρική χορήγηση ψυχοφαρμάκων (Roose, 1995). Αυτά τα είδη της μετά-σχέσης ίσως δείχνουν μια ανάγκη αναθεώρησης της ιδέας του τερματισμού.

Παράδειγμα

Ο Ρ και η Α είναι επαγγελματικό ζευγάρι σε μητροπολιτική πόλη. Η Α έκανε μια επιτυχή ανάλυση με τον ψυχαναλυτή Φ. Στην τελευταία περίοδο αυτής της ανάλυσης ο Ρ φαίνεται να έγινε καταθλιπτικός στο πλαίσιο του γάμου του, ίσως και λόγω της ανανέωσης της γυναίκας του. Πήγε σε ψυχίατρο και του έδωσε αντικαταθλιπτικά  που τον ανακούφισαν από τα συμπτώματα αλλά παρέμεινε δυστυχής και δεν είχε όρεξη να κάνει παρέα με την γυναίκα του ακόμα και όταν αυτή τέλειωσε την ανάλυση της. Η Α του είπε να πάει να δει τον Φ που τον θεωρούσε θαυματουργό. Ο Φ τον δέχτηκε ως ασθενή αφού θεώρησε ότι γνωρίζοντας την Α θα μπορούσε να τον βοηθήσει καλύτερα. Ο Ρ παλινδρομώντας έγινε μη διαθέσιμος για την Α που ζήτησε να δει τον Φ. Ο Φ την είδε και αποφάσισε ότι τώρα έβλεπε τον Ρ και ότι η Α θα έκανε μαζί του συμβουλευτική. Απόφαση που η Α δεν ένιωσε ως σωστή. Εν τέλει σταμάτησε την συμβουλευτική με τον Φ και απαίτησε να κάνει το ίδιο και ο Ρ. Η εκτίμησή της για τον Φ χάθηκε και θεώρησε ότι δεν έκανε σωστά την δουλειά του καθώς δεν αντιλήφθητε την ανάγκη της να είναι ασθενής του. Ο γάμος χειροτέρευε, η Α χρειάστηκε να βρεί  έναν άλλο σύμβουλο και εν τέλει πήρε μέτρα εναντίον του Φ. Η θεραπεία του Ρ έγινε εν τέλει αδύνατη. Συναίνεσε με την Α στην λήψη μέτρων κατά του Φ και βρήκε έναν άλλον ψυχαναλυτή που θεώρησε επίσης την όλη κατάσταση προβληματική και αδύνατη.

Ποια  είναι τα ηθικά ζητήματα εδώ; Υπάρχουν θέματα τεχνικής στη απόφαση του Φ; Έχουν τα παράπονα της Α κάποια βάση και αξία; Είναι δεοντολογικό ένας ψυχαναλυτής να χρησιμοποιεί πληροφορίες ή να επηρεάζεται από πληροφορίες από έναν προηγούμενο αναλυόμενο στην ανάλυση ενός ασθενούς που συνδέεται στενά μαζί του; Τι θα έπρεπε να κάνει ο Φ για να αποφύγει την ατυχή κατάσταση; Θα ήταν τα πράγματα διαφορετικά αν αυτό συνέβαινε σε μια μικρή κοινότητα με λίγους διαθέσιμους αναλυτές;  Και τελικά ποιες είναι οι υποχρεώσεις των αναλυτών έναντι των παλαιών τους αναλυομένων;

Στον αναθεωρημένο κώδικα τη ΙΡΑ (2015) στο άρθρο 4, υπό τον τίτλο «Abuse of Power», η παράγραφος  (a) αναφέρει ότι: Ο ψυχαναλυτής πρέπει να αποδώσει την οφειλόμενη προσοχή τόσο κατά την διάρκεια της ανάλυσης όσο και μετά το πέρας της, στην έλλειψη συμμετρίας που μπορεί να υπάρχει στα δυναμικά της σχέσης   ανάμεσα στον ψυχαναλυτή και τον αναλυόμενο, και δεν πρέπει να πράξει επ’ ουδενί με τρόπο που να αντίκειται στην αυτονομία του ασθενούς ή του πρώην ασθενούς.

 

VII. Οι Αποτυχίες

Παρότι «είναι αδύνατον μέσω της ανάλυσης να επιτευχθεί ένα επίπεδο απόλυτης ψυχικής φυσιολογικότητας» (Freud, 1937· σ. 219), εν τούτοις η αποτυχία θα μετρηθεί  και πάλι ανάλογα με το ποιο θεωρείται ότι ήταν το αρχικό οφειλόμενο  έργο.

Τόσο για τους αναλυτές όσο και για τους ασθενείς, η θεώρηση της προσωπικής  ευθύνης αντιπροσωπεύει μια φοβερή πρόκληση.

Η ψυχανάλυση, τουλάχιστον στις ανακοινώσεις/δημοσιεύσεις περιστατικών (που είναι και η μόνη πιθανότητα, εκτός της εποπτείας, να γίνει γνωστό τι συμβαίνει στην ιδιωτικότητα μιας αναλυτικής θεραπείας), εμφανίζεται με ελάχιστες εξαιρέσεις  ως ένας κλάδος χωρίς αποτυχίες. Και δεν αναφερόμαστε απλώς στην παραμόρφωση εκ των δημοσιευμένων (publication bias) της βιοιατρικής βιβλιογραφίας, όπου οι δημοσιευόμενες έρευνες δεν αφορούν αρνητικά αποτελέσματα. Ούτε στη δυσκολία  να αντικειμενοποιηθεί η ιδιωτική φύση της αναλυτικής διάδρασης, λόγω του ότι η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση καθιστά ανυπέρβλητα δυσχερή την αντικειμενική περιγραφή.

Στην περίπτωση των ψυχαναλυτικών δημοσιεύσεων/παρουσιάσεων η απουσία αποτυχιών μπορεί να αποδοθεί, κατά την Grand (2003),   στην μερική αποκάλυψη και την παραποίηση  του υλικού  αλλά ίσως και σε μια αυταπάτη  υπεροχής και δεξιοτεχνίας. Οι αποτυχίες και οι ανεπάρκειες παραμένουν αποκλεισμένες, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ‘κόμποι’ στην αντιμεταβίβαση μεταλλάχτηκαν, με δεξιοτεχνία, σε τελικό θεραπευτικό μετασχηματισμό· κάθε αποτυχία ή δυσλειτουργία εκ μέρους του ψυχαναλυτή τείνει πάντα να θεωρείται παροδική και να εκλαμβάνεται ως αναλυτική αντίδραση. Πιθανόν, όπως σημειώνει και η Grand (op cit), πιστώνουμε στον εαυτό μας τις ‘καλές πλευρές’ της θεραπευτικής δράσης, ενώ απαρνούμαστε την ‘κακότητα’ κάθε αντι-θεραπευτικής δράσης.   Καταλήγοντας ότι οι αναλυτικές αποτυχίες θα πρέπει να πάψουν να αποκλείονται από τον διάλογο και την παρατήρηση, ώστε να μην μετατρέπονται σε κλιμακούμενη καταστροφή.

 

Παράδειγμα

Ο ασθενής, νέος άντρας, ανέκαθεν βίωνε εναλλαγές της διάθεσης κατά τη διάρκεια της ανάλυσής του, που υποχωρούσαν μάλλον γρήγορα. Αυτό δεν φαινόταν να εμποδίζει την εξέλιξη της ανάλυσής του μέχρις ότου ξεκίνησε να έχει κύκλους κατάθλιψης τόσο γρήγορους και σοβαρούς που διαταράχθηκε η ζωή του. Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν για εβδομάδες ενώ δεν λειτουργούσε στην εργασία του,  έχασε κιλά, καθόταν σιωπηλός στον καναπέ και παραπονιόταν για συναισθήματα πόνου και παράλυσης. Η οικογένειά του ανησύχησε πολύ και του πρότεινε  να ενημερώσει τον ψυχαναλυτή και να ζητήσει φαρμακολογική συμβουλή για να πάρει και φάρμακα.

Παρότι ο ίδιος μίλησε για φαρμακοθεραπεία ο ψυχαναλυτής του ήταν απρόθυμος και τον αποθάρρυνε, αφενός θέλοντας να προστατεύσει την ανάλυση από την  διχοτόμηση της μεταβίβασης και αφετέρου πιστεύοντας ότι με τον καιρό και αυτή η κατάθλιψη θα υποχωρούσε όπως και οι άλλες. Επανειλημμένα ερμήνευσε χωρίς βελτίωση και τελικά τον παρέπεμψε σε συνάδελφο γιατρό-ψυχαναλυτή του ίδιου ινστιτούτου. Το αρχικό φάρμακο δεν ήταν αποτελεσματικό, αλλά ο γιατρός συμβούλεψε να περιμένει υπομονετικά παρότι ο ασθενής επιδεινώνονταν. Παρόλο που η πρωταρχική του εξειδίκευση δεν ήταν τα φάρμακα και υπήρχαν πολλοί έμπειροι ψυχοφαρμακολόγοι διαθέσιμοι, ο σύμβουλος δεν ζήτησε κάποια συνδρομή.  Ο ψυχαναλυτής, που είχε την γνώμη ότι το όλον ήταν μία διαδραμάτιση μεταβιβαστικών φαντασιώσεων, δεν πρόσεξε την αποτυχία της ψυχοφαρμακολογικής παρέμβασης. Εν τέλει τα καταστροφικά αποτελέσματα της συναισθηματικής διαταραχής τους ασθενούς του κόστισαν την απώλεια της εργασίας του με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να κάνει ανάλυση ή θεραπεία. Χρειάστηκε να νοσηλευτεί και ανέρρωσε με την βοήθεια των κατάλληλων φαρμάκων. Ο ψυχαναλυτής επιθυμώντας να διατηρήσει  την ιδιωτικότητα και την εχεμύθεια του ασθενούς του δεν μίλησε ποτέ στο προσωπικό του νοσοκομείου παρότι προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή μαζί του.

Μια από τις κύριες ανακαλύψεις του Freud ήταν ότι τα ψυχολογικώς καθορισμένα δεινά έχουν μια θετική αξία ως μέσο επίλυσης μιας αφόρητης σύγκρουσης. Άρα δεν μπορεί να θεωρηθούν ανεπιφύλακτα ως κάτι κακό, και ο ψυχαναλυτής εκτός από το καθήκον της επάρκειας στην θεωρία και την τεχνική, και την συμπόρευση με τις τρέχουσες εξελίξεις στη χρήση της φαρμακοθεραπείας, έχει επιπλέον το δύσκολο  καθήκον να διακρίνει ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές αξίες των συμπτωμάτων σε σχέση με την συνολική κατάσταση του ασθενούς. Η επιλογή της ανακούφισης του συμπτώματος ή η αναζήτηση της αλήθειας, που η μη ανακούφιση του συμπτώματος θεωρητικά θα διευκολύνει, είναι και ηθική επιλογή.

Πολλά δεοντολογικά ζητήματα εμπλέκονται στην βινιέτα που προαναφέραμε:

Καταρχήν ο ψυχαναλυτής άργησε πολύ να παραπέμψει για φάρμακα παρόλο που είναι πια γνωστό ότι οι ασθενείς με ανάλογες διαταραχές συνήθως χρειάζονται φάρμακα. Είναι η απροθυμία του να χρησιμοποιήσει φάρμακα ένα σημάδι ότι διατηρεί ένα   παρωχημένη τεχνικό μοντέλο; Ποιες είναι οι δεοντολογικές και νομικές ευθύνες του ψυχαναλυτή; Πώς φαίνεται η άρνηση του να επικοινωνήσει με  το προσωπικό του νοσοκομείου;

Δεύτερον η κατάστασή του χειροτέρευε ακόμα και όταν του χορηγήθηκε ο πρώτος φαρμακευτικός σταθεροποιητής συναισθήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση ο χορηγών τα φάρμακα πρέπει είτε να αλλάξει τα φάρμακα ή να τον παραπέμψει σε κάποιον ειδικό για τις συναισθηματικές διαταραχές, που θα του δώσει την πιο κατάλληλη θεραπεία. Εν τέλει ο ίδιος ο ψυχαναλυτής έχει μια δεοντολογική ευθύνη να πάρει μέτρα για την συνεχιζόμενη θεραπεία του ασθενούς του σε νοσοκομείο. Το να μην το κάνει σημαίνει ότι τον εγκαταλείπει  στην μέση ενός σοβαρότατου ψυχιατρικού επεισοδίου.

Στο άρθρο 5 (Maintenance of Standards, Professional Impairment and Sickness, παράγραφος a), ο κώδικας της ΙΡΑ αναφέρει ότι ο ψυχαναλυτής οφείλει να είναι δεσμευμένος στην συνεχή επαγγελματική εξέλιξη καθώς και να διατηρεί τις κατάλληλες επαφές με τους συναδέλφους του, ώστε να διασφαλίζεται ότι η επαγγελματική πρακτική του και η ενημέρωση του για τις τρέχουσες επαγγελματικές και επιστημονικές εξελίξεις διατηρείται σε επαρκή επίπεδα.  Και  σχολιάζοντας  την προσθήκη αυτής της παραγράφου στην αναθεώρηση του 2015,  η Επιτροπή Δεοντολογίας  της ΙΡΑ  σημείωσε ότι, σύμφωνα με την εμπειρία της,  εκσεσημασμένα περισσότερες δεοντολογικές παραβιάσεις συμβαίνουν αναλογικά ανάμεσα σε μέλη που είναι απομονωμένα από συχνή επαγγελματική επαφή και συσχέτιση.

 

 

 

VIII. Μια Πολύ Επικίνδυνη Μέθοδος;

Σήμερα πλέον κάθε ψυχαναλυτικός κώδικας δεοντολογίας θεωρεί τη σεξουαλική σχέση ψυχαναλυτή-αναλυομένου ως αντιδεοντολογική, όπως άλλωστε και κάθε κώδικας οποιουδήποτε επαγγέλματος ψυχικής υγείας.

Το θέμα της σεξουαλικής επαφής ή της σεξουαλικής εκμετάλλευσης[15] των ασθενών από τους αναλυτές τους, ένα από τα κεντρικότερα θέματα ηθικής και δεοντολογίας στην εργασία του ψυχαναλυτή, παρέμεινε για χρόνια στη σιωπή και συνεπώς σχεδόν απουσιάζει και το ανάλογο κλινικό υλικό.

Από την μια η Ψυχανάλυση έχει πάντα στον πυρήνα της μια αδιαμφισβήτητη πολυπλοκότητα, δηλαδή μια διαλεκτική ασφάλειας και διακινδύνευσης η οποία μπορεί να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της εξελισσόμενης εννοιολόγησης της μεταβίβασης. Από την άλλη θα νομιμοποιούμασταν άραγε να ερμηνεύσουμε την σεξουαλική επαφή μεταξύ ψυχαναλυτή-αναλυομένου λέγοντας ότι η αποπλάνηση βρίσκεται στην καρδιά της θεραπευτικής διαδικασίας, και ότι το τελετουργικό της θεραπείας βασίζεται στην λειτουργία της ασυνείδητης αγάπης/έρωτα;

Ακόμα και στην περιγραφή από τον ίδιο τον Freud της θεραπείας της Frau Emmy von M. υπάρχει ένα ερωτικό στοιχείο στην αλληλεπίδραση τους (θα έκανε «μαλάξεις σε όλο της το σώμα δύο φορές την μέρα» για να ανακουφίσει την έντασή της· Freud, 1893-1895).

Ο Freud κατανόησε ότι και το σεξουαλικό περιεχόμενο – όπως και οποιοδήποτε άλλο – δεν μπορούσε να αγνοηθεί, αλλά θα έπρεπε να γίνει αποδεκτό, κατανοητό, ερμηνεύσιμο και υποκείμενο στη διαδικασία της λογικής και στην κρίση της πραγματικότητας. Θεώρησε δε ότι η ανάλυση πρόκειται να οδηγήσει στην απελευθέρωση της σεξουαλικότητας του ασθενούς από τούς νευρωτικούς περιορισμούς, και όχι σε σεξουαλικές εκδραματίσεις ανάμεσα στο θεραπευτικό ζεύγος.

Εν τούτοις, από την εποχή της αυτοσχεδιαζόμενης αναλυτικής θεραπείας του  Breuer με την Anna O, και της βιαστικής φυγής του μακριά της – αλλά και από το πεδίο της Ψυχοθεραπείας εν γένει, οι θεμελιώδεις και δεδομένες ευαλωτότητες της ψυχαναλυτικής κατάστασης, παρά τις καλές θεωρητικές προθέσεις, δεν βοηθούν να επιτυγχάνεται πάντα, όπως ο Freud υπέθεσε, ο προαναφερθείς στόχος. Πράγμα που  άλλωστε μας δείχνει και η αλληλογραφία ανάμεσα σε Freud/Jung, Freud/Ferenczi, και Freud/Jones – σε μια περίοδο όπου οι προσωπικές και επαγγελματικές ζωές όλων συνυφαίνονταν και εμπλέκονταν με κάθε δυνατό τρόπο. Στην επιστολογραφία αυτή παρουσιάζεται μπροστά μας η «κληρονομιά μας», όπως την ονομάζει ο Gabbard, στο θέμα των παραβιάσεων της δεοντολογίας στην ψυχανάλυση (Gabbard, 1994b· Haynal, 1994· Mahony, 1993· McGuire, 1974· Warner, 1994).

Ο Kerr (1993) αμφιβάλλει αν η αποκάλυψη της παραβίασης του Jung, στη θεραπεία της Sabina Spielrein, προξένησε έγνοιες στον Freud, προσθέτοντας ότι οι σεξουαλικές παραβιάσεις ήταν πανταχού παρούσες ανάμεσα στους μαθητές του. Ο Freud, όπως άλλωστε και ο Jung, φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνες τις γυναίκες για τις παραβιάσεις των αναλυτών τους (McGuire, 1974· σ. 231). Ο Eissler (1983) σημειώνει ότι, αντίθετα με τα σημερινά υψηλά ηθικά ψυχαναλυτικά πρότυπα, είναι πιθανόν ο Freud να ένιωθε λιγότερο πουριτανικά σχετικά με τις σεξουαλικές παραβιάσεις. Άλλωστε, μέχρι πρόσφατα, μόνον οι πλέον εξόφθαλμες και κατάφωρες διαταραχές στη συμπεριφορά του ψυχαναλυτή και στη διεξαγωγή της ανάλυσης φαίνεται ότι μετρούσαν ως παραβιάσεις, όσες βέβαια έφταναν στη γνωστοποίηση.

Στην περίπτωση κάποιου διαπρεπούς αναλυτή, με θεσμική επιρροή, μόνο αν έχει πεθάνει ή έχουν πεθάνει οι προστάτες του, (όπως στην περίπτωση του Masud Khan), τότε και μόνο τότε, και φτάνοντας στο άλλο άκρο, ο ψυχαναλυτής χαρακτηρίζεται ως παρείσακτος, διαφορετικός, ανεκπαίδευτος, μη αναλυμένος, το μαύρο πρόβατο της ψυχαναλυτικής κοινότητας.

Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς το 1994, σε μια δημόσια συζήτηση στα πλαίσια του συνεδρίου της Αμερικανικής Ψυχαναλυτικής Ένωσης (APsaA), με προεδρέοντα τον Glen Gabbard και θέμα: “Enactments of Boundary Violations”. H κεντρική ιδέα των παρουσιάσεων σε εκείνη τη συζήτηση ήταν να στηριχθεί με σαφήνεια η ιδέα μιας ενδιαφερόμενης και φροντίζουσας ψυχαναλυτικής κοινότητας,  η οποία δεν αποφεύγει, πλέον, την ευθύνη προς τους ασθενείς που έχουν βλαφθεί και προς τους συναδέρφους που χρειάζονται βοήθεια και επανένταξη.

Το 1996 η Επιτροπή για την Ψυχαναλυτική Εκπαίδευση [Committee on Psychoanalytic Education (COPE)] της APsaA δημιούργησε μια ομάδα μελέτης για τις παραβιάσεις του πλαισίου. Στην αναφορά που δημοσιεύτηκε (Gabbard & Peltz, 2001) εμφανίζεται το εύρημα ότι, στην πλειονότητα των αναφορών, πριν από τις σεξουαλικές παραβιάσεις προηγούνται συνήθως κατάφωρες παραβιάσεις του πλαισίου, όχι σεξουαλικής φύσης. Η έκθεση της ομάδας μελέτης αναφέρει επίσης ότι σε όλα τα επίπεδα της οργανωμένης Ψυχανάλυσης απαντάται μια μορφή άρνησης και  συμπαιγνίας να αναγνωριστούν οι παραβιάσεις και το θέμα εκκρεμεί και καθίσταται ανεπίλυτο τεχνικό και δεοντολογικό ζήτημα. Ερμηνείες του παραπάνω ευρήματος θα μπορούσαν να είναι:

(1) Το ότι επί πολλά χρόνια υποθέταμε ότι οι ψυχαναλυτές υπηρετούσαν οικουμενικά ένα υψηλό ιδεώδες επαγγελματικής και προσωπικής ηθικής συμπεριφοράς ή διότι δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε τέτοιες πιθανότητες στους συναδέρφους ή στον εαυτό μας, αρνούμενοι ότι οι αναλυτές εγγενώς δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο ηθικοί από ότι οι άλλοι επαγγελματίες.

(2) Η ιδιωτική φύση της αναλυτικής αλληλεπίδρασης κάνει δύσκολο να αποσαφηνιστεί η υπό επερώτηση συμπεριφορά, ενώ η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση μπορεί να κάνει εξαιρετικά δυσχερή την αντικειμενική περιγραφή των πιθανών δεοντολογικών παραβιάσεων.

(3) Ο σύγχρονος πλουραλισμός στη θεωρία και την τεχνική της ψυχανάλυσης, και η επέκτασή της προς ασθενείς με όλο και πιο σοβαρά προβλήματα (widening scope· Stone, 1954), αφενός διευρύνει την ψυχαναλυτική στόχευσή μας, αφετέρου απαιτεί τροποποιήσεις στη θεωρούμενη ‘σωστή’ τεχνική, ώστε στάσεις και συμπεριφορές που μπορεί χρόνια πριν να θεωρούνταν τεχνικές παραβάσεις, μέσα στον θεωρητικό πλουραλισμό της σήμερον, να θεωρούνται αποδεκτές. Έτσι ορισμένες ‘παραβάσεις’ μπορούν να εννοιολογηθούν διαφορετικά από αυτούς που ενστερνίζονται τις μεταβιβαστικές/αντιμεταβιβαστικές διαδραματίσεις ως μορφή έμμεσης επικοινωνίας με τον ασθενή, θεωρούμενες και αναπόφευκτες αλλά και χρήσιμες στην θεραπευτική διαδικασία (Chused, 1991· Gabbard, 1994a· Jacobs, 1993· Renik, 1993· Smith, 2012).

Παρότι οι κώδικες καλούνται να επιλύσουν ανάλογα ζητήματα, εν τούτοις μπορούν να αναφερθούν μόνο σε ελάχιστα, κατάφωρα δεοντολογικά παραπτώματα[16],  των οποίων επιπλέον τα κριτήρια ενέχουν λεπτές διακρίσεις στην θεωρητική τους κατανόηση και εννοιολογικές ποικιλίες αναφορικά με τον ρόλο του αναλυτή.

Υπάρχουν έτσι στιγμές που οι διαφορές στη θεωρητική και την τεχνική προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να δικαιολογηθεί/νομιμοποιηθεί η παραβίαση των  δεοντολογικών αρχών. Σε μια κίνηση να σκεφτόμαστε τις παραβάσεις μόνο με όρους της δυνητικής θεραπευτικής τους χρησιμότητας, ή να θεωρούμε ότι όλα έχουν προκληθεί από τον αναλυόμενο, δεν απομένει χώρος για την ιδιοτέλεια ή για πραγματικές αποτυχίες και ο ψυχαναλυτής πάντα αθωώνει τον εαυτό του, ενώ φέρει αποκλειστική ευθύνη για το ‘έγκλημα’, όπως σημειώνει ο Aron (1996).

Παρότι στο κλίμα αυτό είναι πολύ προβληματικό να γίνει μια δεοντολογική κρίση και να ληφθεί μια απόφαση που θα πρέπει να εφαρμοστεί, εν τούτοις η διάκριση ανάμεσα σε μια δεοντολογική παραβίαση και σε μία ιδιαίτερη τεχνική είναι μια πρόκληση τόσο για τον μεμονωμένο αναλυτή όσο και για την αναλυτική κοινότητα. Και ενώ μπορεί να είναι ένας εξαιρετικά δύσκολος στόχος αυτό δεν δικαιολογεί το να τον αποφεύγουμε.

 

Παράδειγμα

Ο Β έχει σε ανάλυση μια εξαιρετικά ελκυστική και ταλαντούχα νέα γυναίκα της οποίας η βασική δυσκολία ήταν η αποτυχία της στις ερωτικές της σχέσεις με τους άντρες και η αίσθησή της ότι την απορρίπτουν. Στα δύο πρώτα χρόνια της ανάλυσης η ασθενής αργά και προσεκτικά εξέφρασε θετικά συναισθήματα και προσκόλληση προς τον Β, μαζί με κάποιες σχετικά  περιορισμένες φαντασιώσεις γι’ αυτόν. Μέσα σε μερικούς μήνες ο Β ένιωσε όλο και πιο πολύ να έλκεται από την αναλυόμενη και  άρχισε, κατά τις συνεδρίες, να κάνει σχόλια για το πόσο ελκυστική είναι, προσπαθώντας συνειδητά να ενδυναμώσει την αυτοπεποίθηση της. Η ασθενής αρχικά ξαφνιάστηκε και χάρηκε που τη έβρισκε ελκυστική.

Όσο προχωρούσε η ανάλυση ο Β έκανε πολλές άμεσες παρατηρήσεις για την εμφάνισή, την ομορφιά  και το σώμα της,  και περιέγραφε  πώς θα έκανε έρωτα μαζί της ένας άντρας, αν είχε την ευκαιρία. Όταν της εξομολογήθηκε ότι ονειρεύτηκε ένα σεξουαλικό όνειρο με αυτήν και είχε οργασμό, η ασθενής εν μέρει διεγέρθηκε.

Σε καμιά στιγμή δεν έκανε καμιά σωματική προσέγγιση· πάντα σεβόταν τον χρόνο των συνεδριών, την αμοιβή και κάθε άλλη διευθέτηση της αναλυτικής διαδικασίας, και τηρούσε σχολαστικά τα όρια. Η ασθενής στους συνειρμούς της παραπονιόταν ότι ενώ διεγειρόταν  από τα λεκτικά  σχόλια του Β  και ένιωθε να προκαλείται σεξουαλικά, η κατάσταση ήταν άπελπις και ματαιωτική λόγω της επαγγελματικής σχέσης τους. Ο Β απάντησε ότι προσπαθούσε να της παρουσιάσει τις πιθανότητες μιας κατάλληλης ετερόφυλης σχέσης και να την βοηθήσει να βελτιώσει την αίσθηση της θηλυκότητά της. Αλλά η ασθενής του είπε ότι κάθε φορά που προσπαθούσε να συζητήσει τις πραγματικές της σχέσεις με άντρες με τους οποίους έβγαινε, ο Β φαινόταν να τους μειώνει και να αποθαρρύνει τις προσπάθειές της.

Αυτό είναι ένα τεχνικό ή ένα δεοντολογικό ζήτημα; Η λεκτική σεξουαλική αλληλεπίδραση αντιπροσωπεύει σεξουαλική παραβίαση των ορίων; Μήπως το γεγονός ότι δεν υπήρξε σωματική επαφή μεταξύ ψυχαναλυτή και ασθενούς αλλάζει την κατάσταση;

Στην Ελλάδα παρότι ακούγονται σταθερά ψίθυροι για σεξουαλικές παραβιάσεις   του πλαισίου της ψυχοθεραπείας, εν τούτοις δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για καταγγελίες είτε σε όργανα εταιρειών είτε στον επαγγελματικό φορέα/σύλλογο του ψυχοθεραπευτή/ψυχαναλυτή.

Διεθνώς, σύμφωνα με τον Margolis (1997), υπολογίζεται ότι 5-10% των συναδέρφων στην ψυχική υγεία είχαν σεξουαλική επαφή με έναν ασθενή τους. Στην ανασκόπηση των Parson & Wincze (1995) η αναλογία μεταξύ μη καταγγελλόμενων και καταγγελλόμενων σεξουαλικών παραβιάσεων είναι τουλάχιστον τριάντα επτά προς ένα  (37:1). Η έρευνα δείχνει ότι αναφορικά με την σεξουαλική παραβίαση, η μέγιστη πλειοψηφία των θυμάτων είναι γυναίκες ασθενείς με δράστες άνδρες θεραπευτές. Δεν έχουμε πληροφορίες ειδικά για τους ψυχαναλυτές, αλλά από ατεκμηρίωτα στοιχεία υπολογίζεται ότι ένα 5% θα ήταν μια συντηρητική εκτίμηση.

Παρότι στον κώδικα της ΙΡΑ θεωρούνται αντιδεοντολογικές και οι σεξουαλικές σχέσεις στο πλαίσιο ενεργού εποπτείας, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία σχετικά με την παραβίαση τους.

Ενώ κατά μία ορισμένη θεώρηση η ηθική ελευθερία, έστω και αν κατά στιγμές είναι αδιόρατη, δεν παύει να υπάρχει, και παρότι η ηθική/δεοντολογική κατάρρευση του ψυχαναλυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί, τουλάχιστον πλήρως, με τεχνικούς όρους – ή με βάση την παθολογία του ασθενούς, εν τούτοις συχνά οι αναλυτές, όπως και ο Freud[17] άλλωστε, συνηθίζουν να αποδίδουν τη σεξουαλική  παραβίαση στην αποπλανητική φύση των γυναικών ασθενών.

Οι θεραπευόμενοι, κατά περίεργο (;) τρόπο, τείνουν να καταγγέλλουν τις παραβιάσεις τέτοιου τύπου όχι τη στιγμή που συμβαίνουν αλλά μόνο μετά το τέλος της σχέσης. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι συνήθως ο θεραπευτής, όπως και αυτός που κακοποιεί ένα παιδί, κάνει μια συμφωνία σιωπής με τον θεραπευόμενο: εάν αποκαλύψει τα διαδραματιζόμενα μεταξύ τους τότε θα καταστρέψει και την μεταξύ τους σχέση. Μόνον όταν το μυστικό τελικά αποκαλυφθεί, στο κατάλληλο πλαίσιο και μεταξύ ατόμων που μπορούν να παίξουν τον ενσυναισθητικό ρόλο τους έναντι του ασθενούς, μόνον τότε, ο ασθενής βρίσκει κάποια ανακούφιση.

Η Muriel Dimen (2006) μας πρόσφερε θαρραλέα ένα παράδειγμα που μας βοηθά να δούμε την δυσκολία των αναλυτών να συζητήσουν μεταξύ τους για το θέμα της εξουσίας στην ανάλυση, στις αναλυτικές ομάδες ή στην κοινωνία γενικότερα. Αποκαλύπτει ότι 30 χρόνια νωρίτερα ο ψυχαναλυτής της, ο Dr. O, τη φίλησε μια φορά παθιασμένα στο στόμα. Η ανάλυση συνεχίστηκε για άλλα δέκα χρόνια, και κανείς από τους δύο δεν αναφέρθηκε ποτέ σε αυτό το συμβάν. Ίσως αυτό καθαυτό το συμβάν δεν κατέστρεψε την ανάλυση, όμως, κατά την γνώμη του Levin (2010) αυτό που εν τέλει μάλλον την κατέστρεψε ήταν το γεγονός ότι η δυναμική που οδήγησε στο συγκεκριμένο συμβάν επιτράπηκε να κακοφορμίσει σιωπηλά για άλλα δέκα χρόνια. Μπορεί κάποιος να πεί ότι τη στιγμή του φιλιού ο Dr. O, αιωρούνταν μεταξύ «enactment» και δεοντολογικής παραβίασης. Κατ’ αυτήν την έννοια, η πραγματική αποτυχία του Dr. O δεν ήταν η δεοντολογική παραβίαση των ορίων αλλά η βαθύτερη ηθική αποτυχία να αναλάβει το γεγονός εκ των υστέρων, μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης, που θα σήμαινε να αναγνωρίσει το ρόλο του στο «enactment» και να ανοίξει τον εαυτό του και την ανάλυση σε μια διερεύνηση της σημασίας του συμβάντος, διακινδυνεύοντας την πιθανότητα να καταλήξει η ανάλυση σε αποτυχία ή/και σε ατίμωση.

Όπως τονίζει ο Gabbard (1997), οι ακραίες διαφορές ανάμεσα στους αναλυτές που εμπλέκονται σε σεξουαλικές σχέσεις με ασθενείς, επιβάλλουν εξαιρετικά εξατομικευμένη εκτίμηση αναφορικά με την δυνατότητα για επανόρθωση, καθώς ορισμένοι συνάδελφοι μπορούν να επανενταχθούν αλλά άλλοι δεν είναι ανοιχτοί στη βοήθεια. Η ομάδα που μπορεί να βοηθηθεί συνήθως έχει εμπλακεί σεξουαλικά με έναν μόνο ασθενή, για βραχύ διάστημα. Συχνά έχουν πρόσφατα βιώσει απώλειες, και κάποιες φορές αναζητούν νωρίς και εθελοντικά συμβουλευτική ή βοήθεια σε προσωπική ανάλυση (Mayer, 1994). Είναι γεμάτοι τύψεις, απολογητικοί, θέλουν να αποκαταστήσουν τα πράγματα και πάνω απ’ όλα ενδιαφέρονται για το κακό που έκαναν στους ασθενείς τους και στους συναδέλφους αλλά και στην Ψυχανάλυση καθαυτή.

Η ομάδα που μάλλον δεν θα βοηθηθεί έχει συχνά πολλαπλές σεξουαλικές εμπλοκές με ασθενείς που διατηρούνται για μεγάλα διαστήματα. Το ζήτημα θα έρθει στην επίγνωσή μας  μέσω καταγγελιών των ασθενών και νομικών μέτρων. Τυπικά τείνουν να επιφορτίσουν τους ασθενείς με την ευθύνη για την σεξουαλική παραβίαση, επιμένοντας ακόμα και ότι η ασθενής ήταν μια «συναινούσα ενήλικη». Δεν κατανοούν την κεντρική μεταβιβαστική φύση της σεξουαλικής σχέσης, δεν έχουν τύψεις, σύγχυση και ανάγκη για περαιτέρω προσωπική θεραπεία. Τέτοιου είδους ψυχαναλυτές κατά την γνώμη του Margolis (1997) πρέπει να απομακρύνονται από το διδακτικό προσωπικό αλλά και από τις εταιρείες μας εν γένει.

Για την πρώτη ομάδα ο τελευταίος (op cit) υπογράμμισε μερικά ειδικά θέματα  που πρέπει να ληφθούν υπόψη στις περιπτώσεις αυτές: να καθοριστεί το κατά πόσον αυτός ο ψυχαναλυτής πρέπει να επιστρέψει στην πρακτική με εποπτεία, ποιοι θα είναι οι περιορισμοί στην άσκησή του, το θέμα της προσωπικής του θεραπείας και την αναγκαιότητα κάποιας μορφής επανεκπαίδευσης.

Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα που εν πολλοίς μένει αναπάντητο από τους κώδικες, είναι το κατά πόσον ο υπό καταγγελία αναλυτής είναι πρέπον να συνεχίζει τις αναλύσεις του ή εάν πρέπει να τις σταματήσει κατά την διάρκεια της διερεύνησης των εναντίον του παραπόνων. Ο Gabbard (2010) παρομοιάζει το δίλλημα της συνέχισης της ανάλυσης με έναν υπό κατηγορία ψυχαναλυτή, με το κακοποιημένο παιδί που πρέπει να στραφεί προς τον φερόμενο ως κακοποιητή του για στοργή και υποστήριξη.

Ο Margolis (op cit) επιμένει στην διαμεσολάβηση ως μια πιθανή προσέγγιση (εκτός δικαστηρίων) για να ζητηθεί συγγνώμη, να καταβληθεί οικονομική αποζημίωση και να αποκατασταθεί ο ασθενής. Η διαμεσολάβηση έχει το επιπλέον πλεονέκτημα ότι επιτρέπει στην εμπειρία του ασθενή να επικυρωθεί από μια τρίτη πλευρά, παρουσία του αναλυτή, ώστε να μην απορριφθεί ως στερούμενη νομιμότητας εκ μέρους του αναλυτή.

Όμως η διαμεσολάβηση, εκτός ενός ικανού διαμεσολαβητή, απαιτεί δύο πρόθυμους και με κίνητρο συμμετέχοντες, οι οποίο μπορούν να αντέξουν να βρεθούν  μαζί και να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι δεδομένο, έτσι ώστε αυτή η στρατηγική πρέπει να αξιολογείται με προσοχή μαζί με άλλες εναλλακτικές.

Αναρωτιέται βέβαια κανείς τι επιδιόρθωση επιδέχεται μια τέτοιου τύπου παραβίαση, όχι μόνον για τον ασθενή αλλά και για τα παραβιασμένα ψυχαναλυτικά όρια, τις παράπλευρες απώλειες που υφίστανται άλλοι ασθενείς του ίδιου αναλυτή, τα ινστιτούτα/εταιρείες που απειλήθηκαν ή επλήγησαν από την ηθική παραβίαση και την  ακύρωση της λειτουργίας τους ως του ‘βοηθητικού τρίτου’, μιας δομή που παρέχει προσανατολισμό, τάξη και containment. Αυτά τα γεγονότα απαιτούν πολύ χρόνο για επεξεργασία, περίπου σαν τα στάδια της αγχώδους μετατραυματικής διαταραχής.

 

Παράδειγμα

Ο Α αρνείται, μετά από νομική συμβουλή, να συνεργαστεί με την Επιτροπή Δεοντολογίας της Εταιρείας του, όταν τον καλεί σχετικά με μια γραπτή καταγγελία για σεξουαλική παραβίαση. Τι επιλογές έχει η Επιτροπή Δεοντολογίας; Ποιες είναι δυσκολίες της εφαρμογής του κώδικα;  Μπορεί ο Α να παραμείνει μέλος της Εταιρείας του; Σε ποιο σημείο πρέπει να ειδοποιηθεί ο  επαγγελματικός σύλλογος που δίνει την άδεια άσκησης επαγγέλματος;

Στο άρθρο Χ (Integrity) του κώδικα της APsA, στην παράγραφο 3, αναφέρεται: «Οι ψυχαναλυτές οφείλουν να συνεργάζονται με την εκάστοτε δεοντολογική έρευνα και τις διαδικασίες που διεξάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις για την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας. Η μη συνεργασία είναι καθαυτή μια δεοντολογική παραβίαση».

Ο Gabbard (1997) τονίζει τη δυσκολία που έχουν τα Ινστιτούτα και οι Εταιρείες, στην προσπάθειά τους να αξιολογήσουν έναν ‘δικό’ τους με αντικειμενικό και  νηφάλιο τρόπο, καθώς οι μεταβιβάσεις που εμμένουν ανάμεσα σε συναδέρφους,  κάνουν την αντικειμενικότητα σχεδόν αδύνατη. Γι’ αυτόν το λόγο ο ίδιος συστήνει μια εξωτερική εκτίμηση ώστε ο ψυχαναλυτής που θα την κάνει να δεί τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του υπό καταγγελία αναλυτή πιο αντικειμενικά[18].

 

VIIIβ

Στον αντίποδα των παραπάνω.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ίσως και λόγω της εκλαΐκευσης της ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας αλλά και της εξάπλωσης της νομικής υπεράσπισης των θεραπευμένων, το θέμα της σεξουαλικής παραβίασης λαμβάνει αυξανόμενη προσοχή, τόσο εκ μέρους της επαγγελματικής κοινότητας όσο και από το κοινό. Οι ψυχαναλυτές, τουλάχιστον στο εξωτερικό, έχουν αρχίσει να βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιθανότητα καταγγελιών σε επιτροπές δεοντολογίας και σε επαγγελματικούς συλλόγους, και μηνύσεων, και με σημαντικές έννομες οικονομικές και επαγγελματικές ευθύνες αναφορικά με σεξουαλικές επαφές με τους ασθενείς τους (Haspel et al, 1997).

Η κλιμάκωση βέβαια της νομοθεσίας που διέπει τη σεξουαλική παρενόχληση, αρχικά στις ΗΠΑ και κατόπιν στην Ευρώπη, και ο φόβος της ευθύνης της εκάστοτε γραφειοκρατίας, για βλάβες που προέρχονται από τις λεγόμενες μη επαγγελματικές μορφές αλληλεπίδρασης, καταλήγει σε διακηρύξεις και νομοθετήσεις όλο και περισσότερο περιοριστικών κωδίκων επαγγελματικής συμπεριφοράς και μια διοικητική αστυνόμευση των κοινωνικών και συναισθηματικών σχέσεων των συναδέλφων αλλά και των ανθρώπων εν γένει. Φαίνεται σαν κάθε πλευρά της ιδιωτικής ζωής να είναι ένα δυνητικό πρόβλημα στα μάτια αυτού που έχει μια διοικητική θέση σε ένα κοινωνικά υπεύθυνο οργανισμό. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μια πουριτανική τάση υπερρύθμισης (hyper regulation) των κοινωνικών σχέσεων που προσπαθεί να εξαγνίσει τους ανθρώπους από τις επιθυμίες, τις απολαύσεις και τις  παραβάσεις τους, μετατρέποντας αυτούς που ενδίδουν σε θύματα ή θύτες, και τη σεξουαλικότητα σε ένα χαλιναγωγημένο, χωρίς ψεγάδι ηθικολογικό εγχείρημα, σε αντίθεση με τη ουσία της επιθυμίας. Η τάση αυτή ‘πολιτικής ορθότητας’ καταλήγει (Roudinesco, 2009) στην ακραία «νομοθετικοποίηση» των σχέσεων, και πιο ειδικά στην ποινικοποίηση των θεραπευτικών πρακτικών υπό το πρόσχημα των δικαιωμάτων των ασθενών.

Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής κοινότητας, ίσως τείνουμε τις τελευταίες δεκαετίες να εστιάζουμε στις πιο δραματικές και ασυνήθιστες ηθικές αποτυχίες – αυτών που παραβιάζουν το πλαίσιο κατ’ αυτόν τον τρόπο, για να κρατάμε έτσι στη σκιά τις δικές μας, λιγότερο διαβόητες αποτυχίες. Ο Owen Renik (2003), χωρίς να συγχωρεί τη σεξουαλική σχέση με τον ασθενή, διαβλέπει μια τάση προς τον φαρισαϊσμό και την εύκολη ηθικολογία στην διαχείριση αυτών των συμβάντων. Κατά την γνώμη του, για όσο διάστημα η σεξουαλική εκδραμάτιση των ψυχαναλυτών, σε σχέση με τον αναλυόμενο, είναι διεγερτικό θέμα συζήτησης, θα εξυπηρετεί στη διάσπαση της προσοχής του εκάστοτε Ινστιτούτου από άλλες πιο εκτεταμένες και πιο κοινές αντιδεοντολογικές συμπεριφορές. Το θέμα, κατά  τον Renik (op cit), δεν είναι το σεξ αλλά η εκμετάλλευση και η βλάβη του ασθενούς· και αυτός είναι, όπως τονίζει, «ο όντως ολισθηρός δρόμος, που όλοι βαδίζουμε συνεχώς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Και ας μην κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας, κατηγορώντας μόνο τους άλλους».

 

ΙΧ. Και Μετά το Τέλος της Θεραπείας;

Η μετά τον τερματισμό της ανάλυσης σεξουαλική εμπλοκή αναλυτή και πρώην αναλυόμενου  είναι μια περίπλοκη κατάσταση. Ανακύπτουν όχι μόνο νομικά και δεοντολογικά ερωτήματα αλλά και τα προαναφερθέντα ερωτήματα περί της φύσης της αναλυτικής σχέσης, τόσο κατά την διάρκεια όσο και μετά την ανάλυση· κατά πόσον η μεταβίβαση επιλύεται με τον τερματισμό, ή η διαφορά δύναμης, παρόλο που μπορεί να μειωθεί μετά τον τερματισμό, αφήνει πάντα υπολειμματικά στοιχεία· ως εκ τούτου η επαγγελματική ευθύνη συνεχίζεται, όπως επίσης και η πιθανότητα επιθυμίας των πρώην θεραπευόμενων να επιστρέψουν στον συγκεκριμένο ψυχαναλυτή για θεραπεία μετά από χρόνια.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αναφορικά με το ζήτημα της σεξουαλικής σχέσης αναλυτή και πρώην ασθενή (βλ. Bersoff, 1994· Gabbard, 1994), βρίσκεται το ερώτημα αν η τοποθέτηση ‘άπαξ ασθενής, για πάντα ασθενής’ θα μπορούσε και θα έπρεπε να κωδικοποιηθεί.

Ερευνητικές εργασίες με συνεντεύξεις ψυχαναλυτών (Hartlaub et al, 1986· Nor,man et al, 1976· Pfeffer, 1993) δείχνουν ότι οι περισσότεροι συμφωνούν πως η μεταβίβαση και η αντιμεταβίβαση παραμένουν ενεργές για τους συμμετέχοντες αρκετά μετά τον τερματισμό, ότι η επαγγελματική ευθύνη συνεχίζεται και μετά το τέλος της θεραπείας/ανάλυσης, και ότι η ασυμμετρία μεταξύ ψυχαναλυτή και αναλυόμενου ίσως παραμένει στο διηνεκές. Άρα και η σεξουαλική σχέση μεταξύ ψυχαναλυτή και πρώην ασθενή μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμη με την αντίστοιχη  σεξουαλική εμπλοκή  μεταξύ ψυχαναλυτή και εν ενεργεία ασθενή  (Gabbard & Lester, 1996). Εν τούτοις το 1/3 των ερωτηθέντων αναλυτών απάντησαν ότι η μετά τον τερματισμό σεξουαλική σχέση θα μπορούσε να είναι αποδεκτή υπό όρους (Akamatsu, 1988· Herman et al, 1987· Pope et al, 1987).

Ίσως  υπό αυτήν την έννοια η APA (American Psychological Association) στην αναθεώρηση του κώδικά της το 1992, για πρώτη φορά από το 1953, συμπεριέλαβε, αναφορικά με τις σεξουαλικές οικειότητες με πρώην ασθενή, μια δίχρονη περίοδο αναμονής μετά το πέρας της θεραπείας (Canter, Bennett, Jones & Nagy, 1994). Αυτή η προσθήκη σχολιάστηκε εκ των υστέρων ως περιττή, και ότι δημιουργεί μια ψευδή αίσθηση αξιοπιστίας στο κοινό, εφόσον ακόμα και μετά το πέρας των δύο ετών και εκτός από τις πιο ασυνήθιστες συνθήκες η συμπεριφορά αυτή θεωρείται αντιδεοντολογική.

Άλλωστε όπως μας υπενθυμίζουν οι Gabbard & Pope (1989) ο νους έχει το δικό του εσωτερικό χρόνο, μια πολύ διαφορετική έννοια του χρόνου από τον χρόνο του εξωτερικού κόσμου, και το ασυνείδητο θεωρείται άχρονο και εν αγνοία τόσο των χρονικών ορίων όσο και των περιόδων αναμονής. Οπότε για κάθε ψυχοθεραπεία η μετά τον τερματισμό σεξουαλική εμπλοκή δεν μπορεί να θεωρηθεί δεοντολογικά ορθή ή αποδεκτή, ακόμα και υπό όρους (Gabbard, 1994)[19].

Ένα άλλο αμφιλεγόμενο σημείο είναι το ότι στην περίπτωση που οι θεραπευτής και πρώην ασθενής που συνάπτουν σεξουαλική σχέση είναι αμφότεροι ψυχαναλυτές/ψυχοθεραπευτές, η σχέση, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, συνήθως καταλήγει σε γάμο· αυτό έκανε κάποιους να σκεφτούν ότι σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εν τούτοις η ασυμμετρία στη θεραπευτική σχέση υπάρχει, ανεξάρτητα από το επαγγελματικό υπόβαθρο του ασθενούς και την κατάληξη της σχέσης. Το να αναμένεις από έναν ασθενή, έστω επαγγελματία ψυχικής υγείας, να ‘κατανοήσει’ και να εκτιμήσει το τι συνεπιφέρει αυτό που συμβαίνει στο αναλυτικό ζεύγος, συνεπάγεται ότι τον επιβαρύνεις με    ένα παράλογο φορτίο,του οποίου η διαχείριση είναι  καθήκον του επαγγελματία θ/τη,  όπως και  η τήρηση των ισχυόντων θεραπευτικών ορίων και δεοντολογίας.

Ο Κώδικας της ΙΡΑ (2015, άρθρο 4 [Abuse of Power], παράγραφος e) σημειώνει ότι ο ψυχαναλυτής δεν πρέπει να ζητήσει ή να έχει σεξουαλικές σχέσεις με ασθενή ή εκπαιδευόμενο σε ανάλυση ή σε εποπτεία. Έχουμε ήδη αναφέρει (σ. 17) τι προβλέπεται για την μετά το πέρας της θεραπείας περίοδο, αναφορικά με την έλλειψη συμμετρίας στα δυναμικά της σχέσης και τους κινδύνους για την αυτονομία του πρώην ασθενούς.

Ο κώδικας της APsaA (άρθρο 6, παράγραφος 1) αναφέρει πιο συγκεκριμένα ότι είναι αντιδεοντολογική κάθε σεξουαλική εμπλοκή με νυν ή πρώην ασθενή, με γονέα ή κηδεμόνα ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας νυν ή πρώην ασθενή. Επίσης στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου σημειώνει ότι ο γάμος μεταξύ ψυχαναλυτή και νυν ή πρώην ασθενούς του, ή μεταξύ ψυχαναλυτή και γονέα ή κηδεμόνα νυν ή πρώην ασθενούς είναι αντιδεοντολογικός, ακόμα και αν δεν υπάρχει καταγγελία εκ μέρους του/της συζύγου.  (***)

(***)Υποσημείωση: Άλλωστε και  η προτεινόμενη από την ΙΡΑ αναθεώρηση του κώδικα, που έχει αποσταλεί στις συστατικές εταιρείες  για σχολιασμό τον Σεπτέμβριο του 2016, έχει την προτεινεόμενη προσθήκη (στο μέρος ΙΙΙ, παράγραφος 4, «Abuse of Power», άρθρο e) ότι οι σεξουαλικές σχέσεις με γονέα ή κηδεμόνα ασθενούς είναι αντιδεοντολογικές

Από νομικής απόψεως, στις ΗΠΑ, η μετά το τέλος της ανάλυσης σεξουαλική εμπλοκή δεν είναι σύννομη. Έτσι μια καταγγελία από πρώην ασθενή μπορεί να καταλήξει σε οικονομικά πρόστιμα, αναστολή της άδειας ή αναστολή της ιδιότητας του μέλους σε επαγγελματική ένωση/σύλλογο  ή και διαγραφή (Gabbard & Pope, 1989).

Στις ΗΠΑ τα δικαστήρια αποφασίζουν υπέρ των πρώην ασθενών θεωρώντας ότι αυτή η συμπεριφορά παραβιάζει τα πρότυπα της φροντίδας. (Clausen v. New York State Department of Health, 1996· Whitesell v. Green, 1973).

Στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμα ερευνηθεί ανάλογα νομικά δεδομένα. Σε σύγκριση με όσα συμβαίνουν στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες υπάρχει σχετική χαλαρότητα και γενική ανοχή ως προς καταστάσεις που θα μπορούσαν να συνιστούν δραστηριότητες ανάρμοστες προς το ρόλο του επαγγελματία ψυχικής υγείας.

 

Χ. Η Εχεμύθεια

Ερευνώντας την πρώιμη ιστορία της εχεμύθειας στην ψυχανάλυση ο Tomlinson (2003· αλλά και ο Gay, 1988) σημειώνει ότι ο Freud έγραψε μεν σχετικά λίγα για την κλινική του εργασία, αποσκοπώντας στην προστασία της ιδιωτικότητας των ασθενών του, εν τούτοις οι ταυτότητες των ασθενών του είναι τώρα δημοσίως γνωστές.

Τα, αναφορικά με  ιδιωτικότητα και εχεμύθεια, θέματα που ανέκυπταν ανάμεσα στους πρώτους αναλυτές, που ακολουθούσαν τον Ιπποκράτειο όρκο και αναμενόταν να τηρούν απόλυτη εχεμύθεια, ήταν πολύ πιο πολύπλοκα, και επιπλέον, όπως και με τις σεξουαλικές παραβιάσεις, αναπτύχθηκε ένα μοτίβο κατάφωρων παραβιάσεων, ιδιαίτερα ανάμεσα σε συναδέλφους (Tomlinson, op cit· σ. 148)[20].

Η εχεμύθειας θεωρείται διαφορετικά μεταξύ των ψυχαναλυτών. Οι Bollas & Sundelson (1995) προτείνουν μια «απόλυτη εχεμύθεια» και κάθε αποκάλυψη εκ μέρους του ψυχαναλυτή – όπως το να συζητά για έναν ασθενή με συναδέλφους –να γίνεται εν γνώσει του ότι η εχεμύθεια οφείλει να διατηρείται και ότι σε κάθε περίπτωση παραμένει προνόμιο του ψυχαναλυτή (1995, σ. 156). Παράλληλα ο Bollas (2003) υπογραμμίζει ότι προϋπόθεση για να αναπτύξει η ψυχανάλυση τις δικές της στρατηγικές σχετικά με την διατήρηση της εχεμύθειας είναι το να έχει ήδη  επεξεργαστεί «μια δική της αίσθηση επαγγελματισμού» (2003, σ. 209),

Για τον Lear (2003) η εχεμύθεια είναι καθαυτή συστατική της όλης αναλυτικής  διαδικασίας και όχι απλώς μια αξία που σταθμίζεται έναντι ανταγωνιστικών αξιών (σ. 4). Ενώ ο Forrester θεωρεί την εχεμύθεια ως συνέπεια-επακόλουθο  της ευρύτερης αρχής της εγκράτειας του αναλυτή, η οποία συνδέεται ουσιαστικά  με τον τρόπο που η ψυχαναλυτική κατάσταση καταρχήν προκαλεί και κατόπιν αναλύει την μεταβίβαση (2003, σ. 26). …Confidentiality is  a consequence of a broader principle, that of the abstinence of the analyst, which is fundamentally linked to the manner in which the psychoanalytic situation first provokes and then analyzes the transference

Για τον Modell (2003) η αναλυτική εχεμύθεια συνιστά τη θεραπευτική και ηθική απάντηση στη θεμελιώδη ανθρώπινη απαίτηση για ιδιωτικό εαυτό. Ο Furlong, αναγνωρίζει την ανάγκη της εχεμύθειας δεδομένων των ειδικών συνθηκών της ψυχαναλυτικής εργασίας που συμπεριλαμβάνει «μια διευρυμένη ανταλλαγή πληροφοριών μέσα στην ασφάλεια ενός δι-αναλυτικού (interanalytic) χώρου, ένα εύκαμπτο/ευλύγιστο δέρμα αντί μιας μηχανικής κλειδαριάς» (2003, σ. 48).

Κατά την Sandler (2004, σ. 40), η κατανόηση των ζητημάτων της εχεμύθειας πρέπει να βασίζεται σε ένα «πειστικά διατυπωμένο και λεπτομερή κώδικα δεοντολογίας με οδηγίες και διαδικασίες που θα διασφαλίσουν σαφή οργανωτική πολιτική και διαφάνεια».

Η ευρεία συμφωνία ότι η εχεμύθεια είναι εγγενής στην ψυχαναλυτική πρακτική, καθώς και η στενή ερμηνεία της απλής δήλωσης ότι οι ψυχαναλυτές θα σεβαστούν την ιδιωτικότητα της ταυτότητας, των πληροφοριών και των αρχείων των ασθενών τους, συνοδεύεται από διλήμματα που αντιμετωπίζει ο ψυχαναλυτής,  στο πλαίσιο του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου εντός του οποίου η ψυχανάλυση επιχειρείται, και που αδρά επικεντρώνονται στις ιδιαιτέρως επίμαχες συγκρούσεις περί την διατήρηση της εχεμύθειας του ασθενούς έναντι της προστασίας τρίτου, (όπως: κακοποίηση παιδιών, προστασία του κοινού, καθήκον προειδοποίησης για κινδύνους  που απειλούν τη ζωή και την ασφάλεια, όπως απρόσεχτη ή κακόβουλη εξάπλωση του AIDS ή άλλων μεταδοτικών νόσων) και στο θέμα του εάν και τι νομιμοποιείται να κοινοποιήσει ο αναλυτής σε εξωαναλυτικές πλευρές (ασφαλιστικές εταιρείες που ζητούν ιστορικό της θεραπείας για να την χρηματοδοτήσουν ή/και να καθορίσουν την διάρκειά της, κλήτευση σε δικαστήριο κλπ), (Bollas & Sundelson, 1995· Bollas, 2003· Gabbard, 2000· Wiener, 2001).

Ορισμένες από αυτές τις υποχρεώσεις περιλαμβάνονται και στη νομοθεσία κάποιων χωρών αλλά και σε άλλους επαγγελματικούς κώδικες όπου οι ψυχαναλυτές είναι υπόλογοι[21].

Ο πρώτος κώδικας της IPA (1999) σημείωνε ότι οι  αρχές της δεοντολογίας των ψυχαναλυτών «δεσμεύονταν από το πλαίσιο των υπαρχόντων και εφαρμοστέων νομικών και επαγγελματικών πρότυπων». Έτσι, για παράδειγμα ένας ψυχολόγος/ψυχαναλυτής στις ΗΠΑ που δεν θα κρατούσε σημειώσεις από τις θεραπείες του, θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα πρότυπα της πρακτικής των ψυχολόγων που του επιβάλουν να κρατά τις κατάλληλες σημειώσεις για κάθε δικαστική χρήση. Σε εκείνο το πλαίσιο ο ψυχαναλυτής, υπακούοντας σε κανονισμούς και αρχές, αναμενόταν να αφήσει σε δεύτερη μοίρα την δέσμευσή του στον ασθενή και στην δεοντολογία του, χάριν του ευρύτερου συλλογικού καλού.

Το εν λόγω άρθρο, μετά από πολύ εντατικές συζητήσεις, απαλείφτηκε το 2000, δίνοντας στον κώδικα μεγαλύτερη ακεραιότητα  και αξιοπιστία τόσο εντός του επαγγέλματος όσο και έναντι του κοινού, και επιτρέποντας στην ψυχαναλυτική κοινότητα να υποστηρίζει μέλη που διατηρούν την εχεμύθεια και αρνούνται να υπακούσουν στη δικαστική παραγγελία  και να αποκαλύψουν πληροφορίες για τον ασθενή, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Με την αλλαγή του κώδικα λοιπόν οι ψυχαναλυτές έρχονται δυνητικά σε σύγκρουση με τον νόμο ή τους άλλους επαγγελματικούς τους κώδικες.

Καθώς όμως στο πρώτο και στο τρίτο άρθρο του αναθεωρημένου κώδικα της ΙΡΑ σημειώνεται ότι ο κώδικας αντικατοπτρίζει ανθρωπιστικές αξίες, και ότι ο ψυχαναλυτής δεν πρέπει να συμμετέχει  ή να διευκολύνει την παραβίαση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων (όπως ορίζονται από την διακήρυξη του ΟΗΕ) κανενός ατόμου, γίνεται σαφές ότι η συμπεριφορά του ψυχαναλυτή ούτως ή άλλως πρέπει να είναι σε αρμονία με τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, είτε αφίσταται είτε υπακούει στους νόμους ή/και τον κώδικα.

Η Αμερικανική Ψυχαναλυτική Ένωση σημειώνει  στον κώδικά της, στο άρθρο Guiding General Principles, παράγραφος VIII, Protection of the Public and the Profession, ότι οι ψυχαναλυτές θα πρέπει να υπακούν στους νόμους και την κοινωνική πολιτική που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ασθενών και του κοινού. Και στο άρθρο IV, Confidentiality, παράγραφος 1, σημειώνει επίσης ότι οι ψυχαναλυτές θα πρέπει να αντισταθούν στην αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών στην έκταση που ο νόμος το επιτρέπει. Επιπλέον θεωρεί δεοντολογικό (αν και δεν το απαιτεί) να αρνηθεί ο ψυχαναλυτής τις νομικές απαιτήσεις για πληροφορίες, και να δεχτεί τις συνέπειες.

Η προσήλωση στον ψυχαναλυτικό κώδικα και η άρνηση να υπακούσει σε  δικαστική εντολή, μπορεί αφενός να βάλει σε νομική διακινδύνευση τον αναλυτή, αλλά μπορεί επίσης να έχει και συνέπιες για τον ασθενή∙ να χάσει κάποια του προνόμια και επιδόματα, ή κάποια ευκαιρία για εργασία∙ αυτό μπορεί να τον ωθήσει να λάβει μέτρα κατά του ψυχαναλυτή. Μόνο εάν ο ψυχαναλυτής έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του επί του θέματος από την αρχή της θεραπείας υπάρχει η πιθανότητα να προστατευθεί από την νομική ευθύνη του.

Η έρευνα της O’Neil (2007) που εξετάζει την περί την εχεμύθεια τρέχουσα πολιτική  και πρακτική των ψυχαναλυτικών εταιρειών σε τρείς χώρες (Βρετανία, Καναδάς και ΗΠΑ) δείχνει ότι λιγότερο από το ένα τρίτο των Ψυχαναλυτικών Οργανισμών παρέχουν στα μέλη τους κάποια βοηθητική συμβουλευτική, όταν καλούνται από το δικαστήριο να δώσουν κατάθεση. Και πρακτικά δεν υπάρχουν ούτε νομική κάλυψη ούτε οικονομική βοήθεια, και η επαγγελματική ασφάλεια πολύ σπάνια παρέχει επαρκή κάλυψη. Λιγότερο από το ένα τρίτο των Εταιρειών παρέχουν ενεργή υποστήριξη όταν ένας αναλυτής αρνηθεί να καταθέσει για λόγους εχεμύθειας,  οι υπόλοιπες παραμένουν ουδέτερες ή δεν έχουν κάποια ειδική πολιτική.

Σχετικά λίγα παραδείγματα έχουν αναφερθεί αναφορικά με  απαιτήσεις να δοθούν  από ψυχαναλυτές στοιχεία στο δικαστήριο. Η υπόθεση ορόσημο είναι της Anne Hayman, το 1965, που αρνήθηκε να υπακούσει σε δικαστική εντολή και να παραδώσει οποιαδήποτε πληροφορία για τον ασθενή της στο δικαστήριο, ακόμα και να πεί κατά πόσον αυτός για τον οποίο την ρωτούσαν ήταν ή όχι ασθενής της, μια πράγματι πολύ δυναμική θέση.

Μια άλλη υπόθεση σταθμός είναι η υπόθεση Jaffee v. Redmond (1996), στις ΗΠΑ. Εδώ  ζητήθηκαν οι σημειώσεις του ψυχοθεραπευτή για να στηριχτεί η δίκη εναντίον της ασθενούς του. Τόσο η ίδια η ασθενής όσο και ο ψυχοθεραπευτής αντιστάθηκαν στην απαίτηση και υποστηρίχτηκαν από την Αμερικάνικη Ψυχαναλυτική Ένωση και άλλες επαγγελματικές  ομάδες. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν υπέρ τους.

Η μελέτη της IPA και του British Institute of International and Comparative Law (BIICL)  (Garvey & Layton, 2005) τονίζει την ανάγκη μιας αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα στην ψυχαναλυτική και τη νομική διαδικασία. Είναι εξαιρετικής σημασίας  να συνεχιστεί ο διάλογος, τόσο ενδοψυχαναλυτικά όσο και με τα σχετιζόμενα επαγγέλματα μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό-πολιτισμικό-νομικό πλαίσιο, για τις πολλές και συχνά αντικρουόμενες πλευρές και ορισμούς της εχεμύθειας, ώστε να δοθούν σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές  για την επίλυση των σχετικών διλημμάτων. Επίσης για τις διαφορές ανάμεσα στην ψυχαναλυτική εχεμύθεια αφενός, που έχει πρωταρχικώς ενδοψυχική σημασία, και θεωρείται ότι υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που είναι απαραίτητο για την εν γένει ιατρική εχεμύθεια, και αφετέρου την νομική εχεμύθεια, που μπορεί να εξηγηθεί λογικά στο δικαστήριο.

Εν γένει είναι σιωπηρά δεκτό ότι για τους αναλυτές είναι δεοντολογικά επιτρεπτό να μιλούν για τους ασθενείς τους στο πλαίσιο της προσωπικής τους ανάλυσης και  όταν διδάσκονται-εποπτεύονται, με δεδομένη πάντα την οφειλόμενη εκ μέρους τους διακριτικότητα αναφορικά με την ταυτότητα του αναλυόμενου αλλά και την επίγνωση ότι ο κώδικας δεσμεύει εξ ίσου και τον ακροατή τους. Όμως τόσο στην εποπτεία, όσο και στα σεμινάρια συνεχούς περίπτωσης, ακόμα και στην προσωπική ανάλυση του υποψήφιου, υπάρχει ο πανταχού παρών κίνδυνος διάρρηξης της εχεμύθειας.

Η εχεμύθεια κατηγορηματικά καταστρατηγείται εάν σημειώσεις ή καταγραφές σε βιβλία ραντεβού καταλήξουν από απροσεξία σε αποκάλυψη πληροφοριών για ασθενείς. Επίσης εάν η ταυτότητα του ασθενούς αποκαλυφθεί χωρίς συναίνεση καθοιονδήποτε τρόπο, εάν κάποια συμβουλευτική με συνάδελφο γίνεται πρόχειρα και περιστασιακά, και  η συζήτηση αγγίζει τα όρια του κουτσομπολιού∙ εάν γίνεται αδιάφορα και απρόσεκτα σε δημόσιο χώρο∙ εάν δεν δίδεται επαρκής προσοχή στο ποιές πληροφορίες αποκαλύπτονται, πώς, πού και σε ποιόν, υπό την έννοια της πληροφόρησης τρίτων πλευρών (π.χ. ασφαλιστικές εταιρείες) έστω και κατόπιν της, εν πολλοίς αμφισβητούμενης, εν γνώσει συναίνεσης (informed consent) δηλαδή της  «εμπεριστατωμένης και με βάση όλα τα δεδομένα και παραμέτρους συναίνεσης» του θεραπευόμενου.

Παραβίαση της εχεμύθειας, υπάρχει και στην περίπτωση που ο ψυχαναλυτής αποκαλύπτει σε ακατάλληλο πλαίσιο τα συναισθήματα και τις σκέψεις του, σε σχέση με ασθενείς του, υπό την έννοια ότι κάτι που προέρχεται από την αναλυτική δυάδα βγαίνει με αυτόν τον τρόπο εκτός συνεδριών.

Οι ψυχαναλυτές συνήθως δεν ανακοινώνουν στους ασθενείς τους ότι μπορεί να εκμυστηρεύονται στην προσωπική τους ανάλυση και στην εποπτεία τους, να παρουσιάζουν σε επιστημονικές συναντήσεις ή να δημοσιεύουν κλινικό υλικό. Γνωρίζουν οι ασθενείς ότι έτσι περιορίζεται η εχεμύθεια  που τους υποσχέθηκαν; Οι περισσότεροι ασθενείς, τουλάχιστον προσυνειδητά, κατανοούν ότι οι αναλυτές τους μπορεί να συζητούν για την θεραπείας τους με κάποιον συνάδερφο και αισθάνονται εμπιστοσύνη ότι αυτό γίνεται για το καλό τους και ανώνυμα. Σε ορισμένες Ψυχαναλυτικές Εταιρείες οι εκπαιδευόμενοι απαιτείται να ενημερώνουν τους ασθενείς τους ότι η περίπτωση τους θα συζητηθεί σε εποπτεία, και σε ορισμένες άλλες Εταιρείες η έναρξη εποπτείας και το όνομα του επόπτη οφείλουν γνωστοποιούνται στον ασθενή.

Πάντως εκπλήσσει το εύρημα (O’Neil, op cit) ότι σε αντίθεση με τον μεγάλο αριθμό άλλων καταγγελιών, κυρίως για σεξουαλικές παραβιάσεις, οι αναφορές που σχετίζονται με ρήγματα στην εχεμύθεια ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Πράγμα που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι είτε οι αναλυτές διαφυλάττουν καλά την εχεμύθεια είτε οι ασθενείς αποδέχονται μια μετριασμένη/σχετική εμπιστευτικότητα. Εναλλακτικά, οι ασθενείς είναι ίσως πτοημένοι από την εξουσία που θεωρούν ότι έχει ο αναλυτής ή ντρέπονται να καταγγείλουν.

 

Η Εχεμύθεια στη Συνταξιοδότηση και το Θάνατο

Η εχεμύθεια αλλά και η ιδιωτικότητα του ψυχαναλυτή μπορεί επίσης να απειληθεί στη συνταξιοδότηση, σε αιφνίδια και απρόβλεπτη ανικανότητα άσκησης ή και σε θάνατο. Οι περισσότεροι υποψήφιοι ξεκινούν την καριέρα τους σε μεγαλύτερη ηλικία, συνεπώς εγγύτερα στο γήρας. Εξ ου και οι αναλυτές πρέπει να διασφαλίσουν ότι μετά θάνατον οι εκμυστηρεύσεις του ασθενούς και η ιδιωτικότητα του δεν θα παραβιαστούν.

Οφείλει να υπάρχει για κάθε περίσταση, αν και δεν είναι καθόλου συνήθης πρακτική, μια επαγγελματική διαθήκη που θα καταρτιστεί εξ αρχής και που θα διορίζει κάποιον ως εκτελεστή της και που θα ενημερώνεται εκ των προτέρων και διαρκώς. Η τάση άρνησης της θνητότητας οδηγεί τους περισσότερους αναλυτές στο να μην λαμβάνουν ανάλογα μέτρα.

Ήδη ο Κώδικας δεοντολογίας  του  British Psychoanalytic Council  (ΒCP) (***) (Φεβρουάριος 2011)  έχει θεσμοθετήσει στο άρθρο 20 ότι: Τα μέλη θα πρέπει να  ονοματίζουν-χρίζουν- nominate δύο συναδέρφους τους, οι οποίοι θα έχουν υπό εχεμύθεια μια ανανεωνόμενη λίστα των ασθενών και των εποπτευόμενων  του εν λόγω μέλους, για την περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας για εργασία. Τα ονόματα αυτών των συναδέλφων θα πρέπει να φυλάσσοονται στην  κάθε συστατική εταιρεία.

(***)ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το Βρετανικό Συμβούλιο Ψυχανάλυσης  (BCP)  δημιουργήθηκε ως  ένα δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο για τα θέματα που  υποβάλλονται  από τις επιτροπές δεοντολογίας επιμέρους συστατικών  εταιρειών,  με την πρόβλεψη να λειτουργήσει μακροχρόνια  ως μια επιτροπή δεοντολογίας  για όλες τις εταιρείες μέλη.

 

Η αυξανόμενη χρήση ηχογράφησης αναλυτικών συνεδριών καθώς και τα ηλεκτρονικά αρχεία έχουν περιπλέξει το εντός των δεοντολογικών πλαισίων «κλείσιμο» ενός γραφείου. Ακόμα και όσοι ασθενείς έχουν συναινέσει σε μια ηχογράφηση δεν μπορούν να διατελούν πλήρως ενήμεροι για τη δυνητική μελλοντική χρήση, για ερευνητικούς και ιστορικούς σκοπούς, των ηχογραφημένων αρχείων. Ούτε και ο ψυχαναλυτής μπορεί να γνωρίζει τι θα απογίνει το προσωπικό ή το επαγγελματικό υλικό του: γράμματα, σημειώσεις ή μαγνητοφωνημένες σκέψεις κλπ. Ακόμα και με τη δέουσα προσοχή για την προστασία της ταυτότητας, μπορεί να συμβούν σοβαρά ρήγματα στην εχεμύθεια, ακόμη και ενόσω οι αναλυτές ζούν∙ πόσο μάλλον μετά το θάνατό τους.

 

Παράδειγμα

Ένας αναλυτής με πλήρη κλινική και εκπαιδευτική δραστηριότητα έχει ανακοινώσει στον προσωπικό του κύκλο ότι του διεγνώσθη νόσος με προσδόκιμο επιβίωσης 18-24 μήνες και ότι λαμβάνει αναλγητική/παρηγορητική θεραπεία και αισθάνεται αρκετά καλά για να συνεχίσει την εργασία του. Ο ίδιος αναφέρει ότι η ασθένεια τον έκανε καλύτερο αναλυτή και  με περισσότερη ενσυναίσθηση. Αλλά δεν ξέρει τι να κάνει και έτσι ζητά μια συμβουλή. Ποιές είναι οι ηθικές επιπτώσεις; Κάνει διαφορά το είδος της ασθένειας ή το προσδόκιμο; Πρέπει να το ανακοινώσει σε ασθενείς, εκπαιδευόμενους, εποπτευόμενους; Και αν ναι, τι πρέπει να πει και πότε πρέπει να το πει; Πότε πρέπει να σταματήσει την εργασία και πώς; Πότε πρέπει να καταστρέψει τα αρχεία του;

 

 

Ο κώδικας του BCP σημειώνει στο άρθρο12 ότι: τα μέλη πρέπει  να περιορίσουν την εργασία τους ή και να  απέχουν από την κλινική άσκηση  όταν η σωματική  ή ψυχική τους  υγεία έχει   σοβαρά επιβαρυνθεί  impaired  ή  εφόσον αμφιβάλλουν για την ικανότητα τους  να ασκήσουν με επάρκεια την εργασία τους πρέπει  να αναζητήσουν την κατάλληλη συμβουλή. 

Και  ο κώδικας της APsA στο άρθρο VIII. «Safeguarding the Public and the Profession», παράγραφος 2 σημειώνεται ότι: Ο ψυχαναλυτής που υφίσταται μια σοβαρή ασθένεια και μια παρατεταμένη ανάρρωση, ή του οποίου η αναλυτική ικανότητα  έχει μειωθεί-impaired, οφείλει να έχει μια συμβουλευτική συνάντηση με έναν συνάδελφό του  και/ή ειδικό ιατρό για να διευκρινίσει την σοβαρότητα της κατάστασής του αναφορικά με την συνέχιση της εργασίας του.

 

 

 

Η Εχεμύθεια που αφορά Παιδιά και Εφήβους

Το αίτημα και η συγκατάθεση για την θεραπεία, η ηλικία για να είναι η συγκατάθεση αυτόνομη, η επικοινωνία με τους γονείς ή κηδεμόνες είναι ζητήματα που σχετίζονται με την εχεμύθεια. Στην περίπτωση που οι γονείς έχουν το αίτημα, πληρώνουν και δίνουν νομικά την συγκατάθεση για την θεραπεία, έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν την διάγνωση, τον τύπο της θεραπείας που προτείνεται και πώς θα επικοινωνούν με τον θεραπευτή σχετικά με τις οργανωτικές διευθετήσεις και την πρόοδο.

Το παιδί πρέπει να ενημερώνεται για το θεραπευτικό πλαίσιο και να συμφωνεί αναφορικά με τον ρόλο του γονιού στην θεραπεία. Κατά κύριο λόγο αυτό που παραμένει εμπιστευτικό ανάμεσα στο παιδί και στον αναλυτή είναι το περιεχόμενο της αναλυτικής αλληλεπίδρασης. Είναι καθήκον και πρόκληση για τον ψυχαναλυτή να διαχωρίζει ανάμεσα στην γονική εισβολή μέσα στην θεραπευτική σχέση και το αρμόζον γονικό ενδιαφέρον, στο οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται χωρίς να διαρρηγνύει την εχεμύθεια (Barrett, 2001· Daws, 1986).  (***)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ:Άλλωστε αυτό αναγράφεται και στην προτεινόμενη αναθεώρηση του κώδικα της ΙΡΑ (Σεπτέμβριος 2016): Συνυπολογίζοντας  την κλινική κατασταση, την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο και την ανάγκη να είναι καταλλήλως πληροφορημένοι ο γονέας/κηδεμόνας  και οι άλλοι επαγγελματίες , ο ψυχαναλυτής πρέπει να προστατεύει την  εχεμύθεια στην θεραπεία του ανήλικου.

Επίσης υπάρχει το θέμα της εχεμύθειας στην περίπτωση συνακόλουθης γονικής ή οικογενειακής θεραπείας.

Ακόμα και αν είναι οι γονείς που δίνουν την συγκατάθεση προκύπτουν και άλλα ερωτήματα: Θα πρέπει να μάθουν ότι ο έφηβος παίρνει φάρμακα ή ουσίες; Ή ότι έχει αυτοκαταστροφική συμπεριφορά;

 

Η προαναφερθείσα προτεινόμενη αναθεώρηση του κώδικα  της ΙΡΑ σημειώνει  επίσης ότι: εφόσον υπάρχει ανησυχία για  αξιόπιστη  απειλή σοβαρού αυτοτραυματισμού ή  επαπειλούμενης  αυτοκτονίας του ανήλικου,  πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα  της  ενημέρωσης   του γονέα ή κηδεμόνα, συμπεριλαμβανομένης αν απαιτείται,  ακόμα και,  της ρήξη της εχεμύθειας.  Προσθέτει επίσης ότι η κακοποίηση πρέπει να αναφέρεται. Αλλά σημειώνει εν τούτοις  ότι η άρνηση της   συμμόρφωσης με τους  τοπικούς νόμους  περί reporting, παρότι είναι πιθανόν παράνομη μπορεί να μην είναι αντιδεοντολογική εάν ο αναλυτής πιστεύει  ότι θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την θεραπεία ή να βλάψει τον ανήλικο.

 

 

 

Η Κατάχρηση της Εχεμύθειας

Στον αντίποδα της τήρησης της εχεμύθειας υπάρχει το αμφιλεγόμενο προαναφερθέν ζήτημα της παγίδευσης του αναλυτή, με αφορμή την τήρηση της εχεμύθειας, σε μια συμπαιγνία ή σιωπηρή έγκριση παρανόμων, αντικοινωνικών ή επικίνδυνων συμπεριφορών εκ μέρους του αναλυομένου. Και εδώ, εκτός των θεωρητικών και τεχνικών πλευρών, υπεισέρχεται πάλι το ζήτημα της προσωπικής ηθικής και των αξιών βάσει των οποίων θα κρίνει ο ψυχαναλυτής, καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση καταστρατηγεί τον Ποινικό Κώδικα που ορίζει ότι η υποχρέωση τήρησης του απορρήτου αίρεται προκειμένου να διαφυλαχθούν ουσιώδη δικαιώματα άλλων ατόμων.[22]

Η κατάχρηση μάλιστα της εχεμύθειας μπορεί να ενυπάρχει και σε άλλα ηθικά/δεοντολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα στη μόνιμη και αδιάκοπη έγνοια μιας Ψυχαναλυτικής Εταιρείας ή ενός οργάνου της, για την τήρηση της ‘εχεμύθειας’. Είτε αμυντικά, ως αποτέλεσμα απειλής νομικών μέτρων εκ μέρους ενός υπό καταγγελία μέλους, με σκοπό την συσκότιση της παρανομίας του (οπότε και η σιωπή και η κάλυψη καταδεικνύει διοικητική και όχι μόνο αμέλεια). Είτε όταν, εσκεμμένα, υπό το πρόσχημα της διατήρησης της εχεμύθειας, κρύβονται μέσα στον οργανισμό παραβιάσεις, κυρίως σεξουαλικές, που έχουν διαπραχθεί. Μια επαγγελματική ομερτά, όπως την αποκαλεί ο Margolis (1997), μια θεσμική δειλία που μας καθιστά συνεργούς στην κακοποίηση των ασθενών, αφήνοντας το βάρος στους ώμους τους, και συχνά μη κάνοντας τίποτα για συναδέλφους που ήδη γνωρίζουμε ότι εμπλέκονται, μέχρις ότου ο ίδιος ο ασθενής υποβάλει επισήμως την καταγγελία του.

Ο Ruskin (2011) περιγράφει την αντίδραση της Εταιρείας του (Καναδική Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Τορόντο) έναντι των συνεχιζόμενων σεξουαλικών παραβιάσεων εκ μέρους ενός μέλους της, επιφανούς διδάσκοντος αναλυτή. Για χρόνια αυτές οι κακοποιήσεις παρέμεναν καλυμμένες με μυστικότητα, με τις φήμες να βοούν. Ο τελευταίος τονίζει ότι η αναφερόμενη Εταιρεία δεν αποτελεί εξαίρεση, και ότι παρόμοιες παραβιάσεις συμβαίνουν σε όλες τις Εταιρείες. Θεωρεί μάλιστα ότι οι επιδράσεις στα άτομα και τον οργανισμό πρέπει να αντιμετωπίζονται το συντομότερο, ώστε να μπορεί να συνεχίσει η Εταιρεία ως μια ομάδα εργασίας. Η εν λόγω Εταιρεία αντιμετώπισε διοικητική παράλυση που χρειάστηκε πάνω από 5 χρόνια συζητήσεων και διερευνήσεων των συνεπειών για να αναταχθεί, και μάλιστα με την εξωτερική συμβουλευτική σύμπραξη του Glen Gabbard. Αρχικά το διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα περισσότερα μέλη είχαν εποπτευθεί και διδαχθεί από τον εν λόγω αναλυτή, βρέθηκε σε αδιέξοδο. Μέσα στην Εταιρεία η παραβίαση επέφερε σχάση, ρήξεις και κατακερματισμό σε συμμαχίες και κλίκες, που ή προστάτευαν τα δικαιώματα του ψυχαναλυτή και την εχεμύθεια, ή ήταν υπέρ της δίωξης και ενδιαφέρονταν για τα συμφέροντα της Εταιρείας και τις συνέπειες για τους ασθενείς και την κοινότητα. Σε κάποιο βαθμό η οργή της ομάδας δεν στράφηκε μόνο κατά του ενόχου αναλυτή αλλά και κατά των θεωριών που προτιμούσε, και, επίσης, κατά των στενών συνεργατών και ακολούθων του, των νεώτερων και αρχαιότερων αναλυόμενών του, αλλά και αναλυτών που δίδαξαν μαζί του ή και διδάχτηκαν από αυτόν, σωστά ή λάθος. Αυτοί θεωρήθηκαν ή και ήταν στην πραγματικότητα συνεργοί και συμμέτοχοι στην  ευνοιοκρατία, αφού είχαν παραμείνει εν πολλοίς σιωπηλοί όταν αυτός διέπραττε τις «απεχθείς», όπως τις χαρακτηρίζει ο Ruskin (op cit),  πράξεις του, μέσα στις προηγούμενες μια ή δύο δεκαετίες.

Ο  ίδιος (op cit) αναρωτιέται για την ηθική ευθύνη της Eταιρείας, ειδικά στην περίπτωση που αναλυτές και εκπαιδευόμενοι, επίσης πιθανά θύματα, φοβόντουσαν ή ντρεπόντουσαν να αναφέρουν την εμπειρία τους. Αναρωτιέται για την ηθική ευθύνη αυτού που ακούει τις φήμες από το ντιβάνι και μένει παθητικός, θεωρώντας τις ως μεταβιβαστικές παραμορφώσεις ή αβάσιμους ψιθύρους, ενώ οι παραβιάσεις ίσως συνεχίζονται. Από την άλλη βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε ότι ένας αυτάρεσκος, φαρισαϊκός ζήλος στην αντιμετώπιση του θέματος, με ‘αστυνομικού τύπου’ παραβάσεις άλλων πλευρών της εχεμύθειας, ίσως οδηγήσει σε επιπλέον παραβιάσεις του πλαισίου.

Άλλη μια, γνωστή πλέον, απόδειξη της δύναμης της άρνησης και της διχοτόμησης είναι  το μεγάλο διάστημα κατά το οποίο ένα επιφανές μέλος της Βρετανικής Εταιρείας, ο Masud Khan, εκτρέπονταν σε σχέση με τους ασθενείς του, ειδικά καθώς (στο φώς του γεγονότος ότι) οι φήμες για ανάρμοστη συμπεριφορά προς συναδέλφους, εκπαιδευομένους και ασθενείς  ακούγονταν επί μακρόν, χωρίς το θέμα να είχε ποτέ ανακινηθεί. Η Βρετανική εταιρεία χρειάστηκε το άρθρο του Wynne Godley (2001) για να αρχίσει μια μακρά και οδυνηρή διαδικασία στοχαστικής επανεξέτασης, καθώς η απειλή των νομικών διώξεων και μια έμμονη έγνοια για την ‘εχεμύθεια’, που στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιήθηκε αμυντικά, για να συσκοτίσει την παρανομία, έριχναν επί μακρόν ένα πέπλο σιωπής.

Ο κώδικας δεοντολογίας αναμένει ο αναλυτής και η αναλυτική κοινότητα να πάρουν μέτρα όταν έρχονται στην αντίληψή τους παραβιάσεις, για να προστατευθούν οι ασθενείς, οι εκπαιδευόμενοι, το κοινό και το επάγγελμα. Η συνήθης, μη κριτική, ‘αναλυτική’ στάση, εάν επίμονα εμμένουν ανησυχίες για σοβαρές παραβιάσει της δεοντολογίας από κάποιον συνάδελφο, δεν είναι η κατάλληλη εφόσον πρέπει να διενεργηθεί μια έρευνα και πιθανόν να ληφθούν μέτρα.

 

O Κώδικας της APsaA, στο άρθρο Guiding General Principles και παράγραφο VIII, Protection of the Public and the Profession, αναφέρει: Πληροφορίες για αντιδεοντολογική ή προβληματική και ανεπαρκή συμπεριφορά εκ μέρους οποιουδήποτε μέλους του επαγγέλματος θα πρέπει να αναφέρονται στην ανάλογη επιτροπή  σε τοπικό ή σε εθνικό επίπεδο. Επίσης στο άρθρο VIII, Safeguarding the Public and the Profession, παράγραφος 6, προσθέτει ότι: Είναι δεοντολογικώς ορθό να παρέμβει ο ψυχαναλυτής εκ μέρους κάποιου ασθενούς ενός συναδέρφου εάν έχει αποδεικτικά στοιχεία, από άμεση ή έμμεση συμβουλευτική επίσκεψη του ασθενούς ή από εποπτεία της συγκεκριμένης αναλυτικής εργασίας του συναδέλφου, ότι ο συνάδελφος αυτός φέρεται αντιδεοντολογικά προς τον ασθενή ή απειλείται η ευημερία/υγεία (welfare) του ασθενούς.

Η Sandler (2004) γράφει ότι τα τελευταία χρόνια η επιτροπή δεοντολογίας της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας είχε ενθαρρύνει τα μέλη της να μιλούν στον πρόεδρό της επιτροπής, στην περίπτωση που επίμονα άκουγαν ανησυχίες για συγκεκριμένο συνάδελφο. Αυτές οι φήμες από εποπτείες ή από κάθε άλλη συνεργασία αναφέρονταν εμπιστευτικά.

 

Παραδείγμα

Ένας εκπαιδευόμενος κατά την διάρκεια της ανάλυσής του διαπιστώνει κάποιες νοητικές διαταραχές στον αναλυτή του (διαταραχές μνήμης και σύγχυση), συγχρόνως δε αντιλαμβάνεται ότι είναι κάτι ήδη γνωστό και σε άλλους και ότι συγκαλύπτεται από την Εταιρεία/Ινστιτούτο. Αποφασίζει να υποβάλει αίτημα ώστε ο εν λόγω αναλυτής να τεθεί σε διαθεσιμότητα. Πώς θα κρίνει η Επιτροπή Δεοντολογίας έναν επιφανή διδάσκοντα αναλυτή (πιθανόν και αναλυτή κάποιων από τα μέλη της) ο οποίος πιθανόν θα απορρίψει κάθε ισχυρισμό ως γελοίο, καθώς θα υποστηρίξει ότι ο αναλυόμενος εκδραματίζει απλώς την αρνητική του μεταβίβαση, και δεν θα δεχτεί να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις ή εκτίμηση; Παράλληλα μπορεί ο κατηγορούμενος αναλυτής να λειτουργεί αναλυτικά υπό αυτές τις συνθήκες; Πρέπει να συνεχίζει τις αναλύσεις του ή πρέπει να τις διακόψει κατά την διάρκεια της διερεύνησης των εναντίον του παραπόνων;

Στον κώδικα της ΙΡΑ, άρθρο 5, Maintenance of Standards, Professional Impairment and Sickness, παράγραφος d, αναφέρεται: Ο ψυχαναλυτής που αμφιβάλλει για την ικανότητα του να ασκήσει την εργασία του έχει το χρέος να αναζητήσει συμβουλή από έναν αρχαιότερο συνάδελφο, και έχει επίσης το καθήκον να ενημερώσει και να βοηθήσει ένα συνάδελφο εάν η ικανότητα του τελευταίου να εκπληρώσει τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις φαίνεται να έχει διαταραχτεί.

Στην περίπτωση που υπάρχουν σημαντικές ανησυχίες σχετικά με τη δυνατότητα ενός συναδέλφου ψυχαναλυτή, ανησυχίες τις οποίες ο συνάδελφος δεν προτίθεται να αντιμετωπίσει, τότε ο εκάστοτε ψυχψυχαναλυτής πρέπει να ενημερώσει το κατάλληλο όργανο της Εταιρείας (ή την IPA, στην περίπτωση άμεσου μέλους). 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το άρθρο VIII, Safeguarding the Public and the Profession, του κώδικα της Αμερικανικής Ψυχαναλυτικής Ένωσης.

 

Παράδειγμα

Μια αναλυόμενη σας, στο πλαίσιο της προσωπικής της ανάλυσης, σας αναφέρει επανειλημμένα λεπτομέρειες για παραβιαστική συμπεριφορά αναλυτή που έχει σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες ασθενείς, ενώ εσείς δεν έχετε άμεση πληροφόρηση. Τι επιλογές έχετε καθώς ακούτε την πληροφορία μέσα στην ανάλυση; Και ποια είναι η ευθύνη σας; Ποιες είναι οι συνέπειες οποιαδήποτε επιλογής;

Ο Κώδικας της ΙΡΑ στο άρθρο I, Scope and Qualifications, γράφει σχετικά με το ποιος μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία για μια έρευνα ή μια καταγγελία: Ένα μέλος της IPA, ένας υποψήφιος, μια συστατική Eταιρεία της ΙΡΑ, ένας ενδιαφερόμενος ασθενής ή μέλος της οικογένειας του, ή μια δημόσια υπηρεσία.  Στο δε άρθρο 5, Maintenance of Standards, Professional Impairment and Sickness αναφέρει στην παράγραφο c: Ο ψυχαναλυτής έχει το καθήκον να πληροφορεί το κατάλληλο όργανο της εταιρείας (ή την IPA, στην περίπτωση ενός άμεσου μέλους) εάν έχει στοιχεία ότι κάποιος άλλος αναλυτής συμπεριφέρεται με τρόπο που αντιβαίνει στον κώδικα δεοντολογίας.

H τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας απαιτεί, ενδεχομένως, από τα Ινστιτούτα και τις Εταιρείες χρόνο και οικονομική αιμορραγία. Είναι πιθανό να αφυπνίσει προηγούμενες εν υπνώσει συγκρούσεις μέσα στην Εταιρεία και να γίνει καταστροφικά διχαστική. Παρ’ όλ’ αυτά παραμένει ένα θέμα για τον ψυχαναλυτή αλλά και μια θεσμική υπευθυνότητα για τη διοίκηση και την επαγγελματική κοινότητα-ως-όλον.

Παράλληλα, καθώς τα περισσότερα από όσα λέμε και κάνουμε ως ψυχαναλυτές είναι ιδιωτικά ή μυστικά, πολλοί αναλυτές και εκπαιδευόμενοι αναγκάζονται να  αντιμετωπίζουν οδυνηρές και πολύπλοκες ηθικές συγκρούσεις μόνοι τους. Ένα από τα κύρια σημεία του The Ethics Case Book of the American Psychoanalytic Association είναι ότι κανείς δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τέτοια δεοντολογικά διλήμματα μόνος του (Dewald & Clark 2001, σ. 49).

 

Επίλογος

Το γεγονός ότι υπάρχουν ψυχαναλυτές που παραβιάζουν την ηθική και την δεοντολογία του επαγγέλματος δεν ακυρώνει το διάβημα της ψυχανάλυσης. Κανένα σύνολο προσώπων όσο ικανό και να είναι, δεν βρίσκεται πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία και ευαλωτότητα· και το να μην το αποδεχόμαστε ενισχύει την εξιδανίκευση και την ναρκισσιστική ψευδαίσθηση, όσο και αν μια πλευρά της ψυχής μας αναζητά  μια τέτοια  πίστη.

Η μικρή αυτή περιήγηση στις διασταυρώσεις της ψυχανάλυσης με την ηθική και τις ανθρώπινες αξίες μας φέρνει αντιμέτωπους με το ότι η ηθική και το ενυπάρχον αξιακό σύστημα του ψυχαναλυτή δεν μπορεί επ’ ουδενί να διαχωριστεί από τον τρόπο που συμμετέχει στην αναλυτική διαδικασία. Η ηθική και αξίες του αναλυτή συνοδεύουν την τεχνική του και επηρεάζουν/δεσμεύουν τα μέσα με τα οποία θα επιχειρήσει να πετύχει τους στόχους του και στο πλαίσιο της αναλυτικής του εργασίας. Παρότι πολλοί ψυχαναλυτές θεωρούν ότι το να σκέφτονται για τα ηθικά ζητήματα είναι μια ανεπιθύμητη διάσπαση ή παραβίαση του πραγματικού αναλυτικού έργου, εντούτοις όπως το θέτουν πολλοί άλλοι ψυχαναλυτικοί συγγραφείς (Katz, 1980· Menninger, 1958· Meissner, 1994) αυτό που ο αναλυτής εκτιμά, αυτό που πιστεύει ή αποστρέφεται, το ιδιαίτερο αξιακό/ηθικό του σύστημα, αλλά επίσης και η ικανότητά του να ανταποκριθεί σε αυτό, είναι μια ιδιαίτερη πλευρά του επιστημονικού του πνεύματος. Αυτό γίνεται εμφανές στους άλλους, παίζει ζωτικό ρόλο και επηρεάζει ασθενείς και μαθητές, έναντι των οποίων ο ψυχψυχαναλυτής πρέπει να αναλάβει την ευθύνη του.

Το βασικό θέμα που υπόκειται κάθε συζήτησης για δεοντολογία και το πώς αυτή εφαρμόζεται, είναι η ύπαρξη ενός διακριτού επαγγέλματος το οποίο, μέσω των αρχών του (αρχών που ορίζουν την αποδεκτή πρακτική), αναλαμβάνει την ευθύνη του και  ρυθμίζει την επαφή του με την κοινωνία.

Κάθε επάγγελμα μπορεί κατά μία έννοια να θεωρηθεί ως μια ομάδα ανθρώπων στους οποίους η κοινωνία, αναγνωρίζοντας ότι έχουν ειδικές γνώσεις και ικανότητες, αναθέτει την εξουσία για ανάληψη συγκεκριμένων αποφάσεων και δράσεων. Καθώς πολλές από τις αποφάσεις αυτές εμπεριέχουν, συγχρόνως με τα επιστημονικά ενδιαφέροντα και ηθικές/αξιολογικές κρίσεις, το επάγγελμα καθίσταται στην πραγματικότητα ένα σύνολο όχι μόνο επιστημονικά αλλά και ηθικά ειδικών.

Εν τούτοις συχνά η Ψυχανάλυση ορίζει τον εαυτό της ως εάν με κάποιους τρόπους να εξαιρείται από τους κανόνες και τις συμβάσεις της κοινωνικής συναλλαγής, και τείνει να παραβλέπει το γεγονός ότι η αναλυτική σχέση δεν είναι  αυτάρκης, και δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ σε συλλογικό κενό,  έξω από το πλαίσιο των νόμων που ρυθμίζουν όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Η ίδια η ύπαρξη της Ψυχανάλυσης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας πολύπλοκης υπερδομής κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών και νομικών θεσμών, έναντι των οποίων η Ψυχανάλυση ως θεσμός και επάγγελμα οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της.

Ελάχιστα ζητήματα από την πληθώρα των ηθικών και δεοντολογικών θεμάτων  που μας απασχολούν στην καθημερινή κλινική αλλά και την επαγγελματική μας ζωή ως ψυχαναλυτών μπορεί να θιγούν σε ένα άρθρο. Μόνο ο διάλογος και η παιδευτική διδασκαλία των ειδικών μπορεί  να βοηθήσει να αναδυθούν  περισσότερα. Η σημασία της ανοιχτής συζήτησης, της συμμετοχής, του συμμερισμού και το τόλμημα του να μοιραστεί κάποιος τις ηθικές του ανησυχίες και τις διαφορετικές του απόψεις είναι εξαιρετικής σημασίας, αφού η πιο επικίνδυνη απάντηση σε οποιαδήποτε παραβίαση είναι η σιωπή.

 

Βιβλιογραφία

Abrams, S. (1979). The Psychoanalytic Normalities. Journal of the American Psychoanalytic Association 27:821-835.

Akamatsu, T.J. (1988). Intimate Relationships with Former Clients: National Survey of Attitudes and Behavior Among Practitioners. Professional Psychology19: 454-458.

Appignanesi, L. & Forrester, J. (1992). Freud’s Women. New York: Basic Books.

Aron, L. (1996). A Meeting of Minds: Mutuality in Psychoanalysis. Hillsdale, NJ:

Bersoff, D.N. (1994). Explicit Ambiguity: The 1992 Ethics Code as an Oxymoron. Professional Psychology: Research and Practice 25: 382-387.

Bilmes, M. (1999). Psychoanalysis and Morals: A Dark Alliance. Psychoanalytic Review 86: 627-642.

Blass, R.B. (2001). On the Ethical and Evaluative Nature of Developmental Models in Psychoanalysis. Psychoanalytic Study of the Child 56: 193-218.

Bollas, C. & Sundelson, D. (1995). The New Informants: Betrayal of Confidentiality in Psychoanalysis and Psychotherapy. London: Karnac Books.

Bollas, C. (1999b). On the Loss of Confidence in Psychoanalysis. International Psychoanalysis: The Newsletter of the IPA 8: 22-24.

Bollas, C. (2003). Confidentiality and Professionalism in Psychoanalysis. British Journal of Psychotherapy 20: 157-176.

Brabant, E., Falzeder, E., & Giampieri-Deutsch (1993). The correspondence of Sigmund Freud and Sándor Ferenczi vol I: 1908–1914. Cambridge, MA: The Belknap Press of Harvard University.

Brabant, E., Falzeder, E., & Giampieri-Deutsch (1996). The correspondence of Sigmund Freud and Sándor Ferenczi, vol II: 1914–1919. Cambridge, MA: The Belknap Press of Harvard University.

Canter, M.B., Bennett, B.E., Jones, S.E. & Nagy, T.F. (1994). Ethics for Psychologists: A Commentary on the APA Ethics Code. Washington, DC: American Psychological Association.

Chused, J.F. (1991). The Evocative Power of Enactments. Journal of the American Psychoanalytic Association 39: 615-639.

Collins, P.L. (1999). Psychologists’ Attitudes Regarding Sexual Contact with Pre- and Post- Termination Clients: An Examination of Ethicality, Harm, Moral Judgment and Empathy. New Jersey: Unpublished Doctoral Dissertation, Seton Hall University.

Davis, W.A. (2005). Men of Good Will:Toward an Ethic of the Tragic. International Journal of Applied Psychoanalytic Studies 2:197-219.

 

 Dewald, P. A., Clark, R. W.  (Eds.)  2002. Ethics Case Book: Of the American Psychonalytic Association 2nd Edition. The American Psychoanalytic Association.

 

Dimen, M. (2004). The Return of the Dissociated: Discussion Muriel Dimen. Psychoanalytic Dialogues 14:859-865.

Dimen, M. (2006). Naming Dr. O: Damage, Recovery, Enigma. Paper presented at Plenary Session. Division 39 Meeting of the American Psychological Association. Philadelphia, 21 April.

Donnel, B. & Stern,  (2013). Psychotherapy is an Emergent Process: In Favor of Acknowledging Hermeneutics and Against the Privileging of Systematic Empirical ResearchPsychoanalytic Dialogues 23:102-115.

Edmunds, L. (1988). His Master’s Choice. Johns Hopkins Magazine. April: 40-49.

Eisold, K. (1994). The Intolerance of Diversity in Psychoanalytic Institutes. International Journal of Psychoanalysis 75:785-800.

Eissler, K. (1953). The Effect of the Structure of the Ego on Psychoanalytic Technique. Journal of the American Psychoanalytic Association 1:104-143.

Eissler, K. (1960). The Efficient Soldier.  Psychoanalytic  Study of Society 1:39-97.

Eissler, K.R. (1983). Victor Tausk’s Suicide. New York: International University Press.

Erikson, E. (1959). Identity and the Life Cycle. Psychological Issues, Vol. I, No. 1, Monograph 1. New York: International Universities Press.

Erikson, E.H. (1975). Life History and the Historical Moment. New York: W.W. Norton.

Ethics Case Book of the American Psychoanalytic Association (2002). Edited by P.A. Dewald & R.W. Clark.

Feldman-Summers, S. & Jones, G. (1984). Psychological Impacts of Sexual Contact between Therapists or other Health care Practitioners and their Clients. J. of Consult. Clinical Psychology 52(6):1054-1061.

Ferenczi, S. (1927). The Problem of the Termination of the Analysis. Στο Final Contributions. London: Karnac classics, London, 2002.

 

Forrester J (2003). Trust, confidentiality and the possibility of psychoanalysis. Στο Levin C, Furlong A, O’Neil MK, (Εds.). Confidentiality, ethical perspectives and clinical dilemmas, p. 19-27. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344

Freud, S. & Breuer, J. (1905). Studies on Hysteria. S.E. 2.

Freud, S. &Jones, E. (1908-1939). The Complete Correspondence of Sigmund Freud and Ernest Jones. Paskauskas, A.( Ed.). Cambridge, MA: Belknap, 1995.

 

Freud, S. (1900). The Interpretation of Dreams. S.E. 4.

Freud, S. (1905). Die Motive des Witzes. Der Witz als Sozialer Vorgang. G.W. 6.

Freud, S. (1909). Notes Upon a Case of Obsessional Neurosis. S.E. 10.

Freud, S. (1912). Types of Onset of Neurosis. S.E. 12.

Freud, S. (1914). Observations on Transference-Love. S.E. 12.

Freud, S. (1917). Mourning and melancholia. S.E. 14.

Freud, S. (1918). From the History of an Infantile Neurosis. S.E. 17.

Freud, S. (1918). Letter from Sigmund Freud to Oskar Pfister. October 9, 1918. International Psychoanalytical Library 59:61-63.

Freud, S. (1921). Group Psychology and the Analysis of the Ego. S.E. 18.

Freud, S. (1923). The Ego and the Id. S.E. 19.

Freud, S. (1923a). The Ego and the Id. S.E. 19.

Freud, S. (1930). Civilization and its Discontents. S.E. 21.

Freud, S. (1933). New Introductory Lectures On Psycho-Analysis, Lecture 31.The Dissection of the Psychical Personality. S.E. 22. (1932-1936): New Introductory Lectures on Psycho-Analysis and Other Works, 1-182.

Freud, S. (1937). Analysis Terminable and Interminable. International Journal of Psychoanalysis 18:373-405.

Freud, S. (1938). An Outline of Psycho-Analysis. S.E.23. (1937-1939): Moses and Monotheism. An Outline of Psycho-Analysis and Other Works, 139-208.

Freud, S. (1974). The Freud/Jung Letters. McGuire, W. (Ed.). Princeton, NJ: Princeton University Press.

Freud, S. (1909). Letter from Sigmund Freud to C.G. Jung, June 7, 1909. The Freud/Jung Letters: The Correspondence Between Sigmund Freud and C. G. Jung, 230-232.

Fromm, E. (1947). Man for Himself. New York: Rinehart.

Furlong, A. (2005). Confidentiality with Respect to third Parties: A Psychoanalytic view. International Journal of Psychoanalysis 86:375-94.

Gabbard, G O. (1995). Transference and Countertransference in the Psychotherapy of Therapists Charged with Sexual Misconduct. Psychiatric Annals 25(2): 100-105.

Gabbard, G. & Lester, E. (1994). Boundaries and Boundary Violations in Psychoanalysis. New York, NY: Basic Books.

Gabbard, G. (1995). The Early History of Boundary Violations in Psychoanalysis. Journal of American Psychoanalytic Association 43:1115-1136.

Gabbard, G.O. & Lester, E.P. (1996). Boundaries and Boundary Violations in Psychoanalysis. New York: Basic Books.

Gabbard, G.O. & Peltz, M.L. (2001). Speaking the Unspeakable: Institutional Reactions to Boundary Violations by Training Analysts. Journal of American Psychoanalytic Association 49(2):659-673.

Gabbard, G.O. & Pope, K.S. (1989). Sexual Intimacies after Termination: Clinical, Ethical and Legal Aspects. Στο Gabbard, G.O. (Ed.). Sexual Exploitation in Professional Relationships (pp. 115-127). Washington, DC: American Psychiatric Press.

Gabbard, G.O. ( 1994a). Sexual Excitement and Countertransference Love in the Analyst. Journal of American Psychoanalytic Association 42:91-114.

Gabbard, G.O. ( 1994b). On Love and Lust in the Erotic Transference. Journal of American Psychoanalytic Association 43:513-531.

Gabbard, G.O. (1991). Psychodynamics of Sexual Boundary Violations. Psychiatric Annals 21(11):651-655.

Gabbard, G.O. (1994). Reconsidering the American Psychological Association’s policy on Sex with Former Patients: Is it Justifiable? Professional Psychology: Research and Practice 25(4): 329-335.

Gabbard, G.O. (1994c). Psychotherapists who Transgress Sexual Boundaries. Bulletin of the Menninger Clinic 58:124-135.

Gabbard, G.O. (1997). Discussion. Psychoanalytic Inquiry 17:371-386.

Gabbard, G.O. (2000). ‘Disguise or Consent’. International Journal of Psychoanalysis 81: 1071-86.

Gabbard, G.O. (1994). Sexual Excitement and Countertransference Love in the Analyst. Journal of American Psychoanalytic Association 42:1083-1106.

Galatzer-Levy, R. (2003). Psychoanalytic Research and Confidentiality. Στο Levin, C, Furlong, A, O’Neil, M.K.( Eds.). Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas. p. 86-106. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344 p.

Gardiner, M. (1983). Code name “Mary”. New Haven, CT: Yale University Press.

Garvey, P. & Layton, A. (Eds.). (2005). Comparative Confidentiality in Psychoanalysis. London: The International Psychoanalytical Association and the British Institute of International and Comparative Law. [ISBN: 0-903067-98-6].

Garvey, P. (2003a). British Psychoanalytic Council’s Introductory Statement on Confidentiality.

Garvey, P. (2003b). Setting the Scene II: The BCP Working Group on Confidentiality. British Journal of Psychotherapy 20(2):141-7.

Gay, P. (1988). Freud. New York: Norton.

 

Gill, M. (1976), Metapsychology is not psychology. In Psychology versus Metapsychology: Psychoanalytic Essays in Memory of George S. Klein. eds. M. Gill & P. Holzman. New York: International Universities Press.

Gill, M. (1978), Metapsychology is irrelevant for psychoanalysis. In The Human Mind Revisited: Essays in Honor of Karl A. Menninger. ed. S. Smith. New ork: International Universities Press.

 

Godley, W. (2001). Saving Masud Khan. London Revue of Books, 22.

Gonsiorek, J.C. & Brown, L.S. (1990). Post Therapy Sexual Relationships with Clients. Στο Schoener, G.R.,  Milgram, J.H., Gonsiorek, J.C.,  Luepker, E. & Conroe, R. (Eds.). Psychotherapists, Sexual Involvement with Clients: Intervention and Prevention. (pp. 289-302). Minneapolis: Walk-In Counseling Center.

Grand, S. (2003). Lies and Body Cruelties in the Analytic Hour. Psychoanalytic Dialogues 13:471-500.

Green, A. (2003). The Pluralism of Sciences and Psychoanalytic Thinking. Στο Leuzinger-Bohleber, Μ., Dreher, A.U. & Canestri, J. (Eds.). Pluralism and Unity? Methods of Research in Psychoanalysis. London: International Psychoanalytical Association, pp. 26-44.

Gruenberg, P.B. (1995). Nonsexual Exploitation of Patients. Journal of the American Academy of Psychoanalysis and Dynamic Psychiatry 23:425-434.

Hartlaub, G.H., Martin, G.C. & Rhine, M.W. (1986). Recontact with the Analyst Following Termination: A Survey of Seventy-One Cases. Journal of American Psychoanalytic Association 34:895-910.

Hartmann, H. (1939). Psychoanalysis and the Concept of Health. International Journal of Psychoanalysis 20: 308-21.

Hartmann, H. (1939b).  Psychoanalysis and Health Values p.14.

Hartmann, H. (1950). Psychoanalysis and Developmental Psychology. Psychoanalytic Study of the Child 5:7-17.

Hartmann, H.(1960). Psychoanalysis and Moral Values. New York: International Universities Press, Inc., 1960.

Haspel, K.C., Jorgenson, L.M., Wincze, J.P. & Parsons, J.P. (1997). Legislative Intervention Regarding Therapist Sexual Misconduct: An Overview. Professional Psychology: Research and Practice 28(1): 63-72.

Haynal, A. (1994). Introduction to The Correspondence of Sigmund Freud and Sandor Ferenczi, Vol. 1, 1908-1914. Brabant, E., Falzeder, E. & Giampieri-Deutsch, P.(Eds.). tr. P.T. Hoffer. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Jacobs, T. (2001). On Unconscious Communications and Covert Enactments: Some Reflections on their Role in the Analytic Situation. Psychoanalytic Inquiry 21(1): 4-23.

Jacobs, T.J. (1993). The Inner Experiences of the Psychoanalyst: Their Contribution to the Analytic Process. International Journal of Psychoanalysis 74:7-14.

Jones, E. (1942). The Concept of a Normal Mind1. International Journal of Psychoanalysis 23:1-8.

Joseph, E.D. (1982). Presidential Address—Normal in Psychoanalysis. International Journal of Psychoanalysis 63:3-13.

Kanzer, M. (1980). Further Comments on the Wolf Man: The Search for a Primal Scene. Στο Kanzer, Μ. & Glenn, J. (Eds.). Freud and his Patients (pp. 359-366). New York: Aronson.

Katz, J.B. (1980). Commentary on Giovacchini, P.L.: Family and the Quest for Values. Bulletin of the Menninger Clinic 44: 577-583.

Kernberg, O.F. (2000). The Influence of the Gender of Patient and Analyst in the Psychoanalytic Relationship. Journal of the American Psychoanalytic Association 48:859-883.

Kerr, J. (1993). A Most Dangerous Method. New York: Alfred A. Knopf.

Kingsley, D. (1938). Mental Hygiene and the Class Structure. Psychiatry 1:55-65.

Klein, M. (1960). On Mental Health. British Journal of Medical Psychology 33: 237-241.

Kohut, H. (1984). How does Analysis Cure? Chicago: CUP.

Kohut, H. (1985). Self Psychology and the Humanities. New York: Norton.

Lax, R. (2002). Ethics of Psychoanalysis: Confidentiality. International Journal of Psychoanalysis 83: 457-62.

Lear, J. (2003). Confidentiality as a Virtue. Στο Levin, C., Furlong, A. & O’Neil, M. (Eds.). Confidentiality: Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas. Hillsdale, NJ: Analytic Press, pp. 3-18.

Levin, C., Furlong, A.  &O’Neil, M.K. (Eds.) 2003. Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas, Northvale, New Jersey. The Analytic Press.

 

Levin, C. (2010). The Liminal Smile: Ethics in Psychoanalysis and the Problem of Regulation1. Canadian Journal of Psychoanalysis 18:60-85.

Mahler, M.S. (1988). The Memoirs of Margaret Mahler. Stepansky, P.E. (Ed.). New York: Free Press.

Mahony, P.J. (1993). Freud’s Cases: Are they Valuable Today? International Journal of Psychoanalysis 74:1027-1035.

Mahony, P.J. (1999). Freud Overwhelmed. Psychoanalysis and History 1:56-68.

Margolis, M. (1997). Analyst-Patient Sexual Involvement: Clinical Experiences and Institutional Responses. Psychoanalytic Inquiry 17:349-370.

May, U. (2008). Nineteen Patients in Analysis with Freud: 1910-1920. American Imago 65:41-105.

Mayer, E.L. (1994). A Case of “Severe Boundary Violations.” Presented at Fall Meeting of the American Psychoanalytic Association. New York City.

Meissner, W.W. (1994). Psychoanalysis and Ethics: Beyond the Pleasure Principle. Contemporary Psychoanalysis 30:453-472.

Meissner, W.W. (2003b). Mind, Brain, and Self in Psychoanalysis: I. Problems and Attempted Solutions. Psychoanalysis and Contemporary Thought 26:279-320.

Meissner, W.W. (2003c). Mind, Brain, and Self in Psychoanalysis: II. Freud and the Mind-Body Relation. Psychoanalysis Contemporary Thought 26:321-344.

Meissner, W.W. (2003d). Mind, Brain, and Self in Psychoanalysis: III. Psychoanalytic Perspectives after Freud. Psychoanalytic Contemporary Thought 26:345-386.

Meissner, W.W. (2006a). The Mind-Brain Relation and Neuroscientific Foundations: I. The Problem and Neuroscientific Approaches. Bulletin of the Menninger Clinic 70:87-101.

Meissner, W.W. (2006b). The Mind-Brain Relation and Neuroscientific Foundations: II. Neurobehavioral Integrations. Bulletin of the Menninger Clinic 70:102-124.

Meissner, W.W. (2006c). The Mind-Brain Relation and Neuroscientific Foundations: III. Brain and Psychopathology, the Split Brain, and Dreaming. Bulletin of the Menninger Clinic 70:179-201.

Meissner, W.W. (2007). What if There is an Ethical Dimension in Psychoanalysis? Journal of the American Psychoanalytic Association  55:541-569.

Mendelsohn, E. (2007). Analytic Love: Possibilities and Limitations. Psychoanalytic Inquiry  27:219-245.

Menninger, K. (1958). The Theory of Psychoanalytic Technique. New York: Basic Books.

Modell, A. (2003). Having a Thought of One’s Own. Στο Levin, C., Furlong, A. &  O’Neil, M.K. (Eds.). Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas, p. 30-8. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344 p.

Money-Kyrle, R.E. (1954).The Anthropological and the Psychoanalytic Concept of the Norm. Psychoanalysis and the Social Sciences 4: 51-60.

Mosher, P. (2003). We have met the Enemy and he (is) was Us. Στο Levin, C., Furlong, A. & O’Neil, M.K. (Eds.). Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas.  p. 229-49. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344 p.

Norman, H.F., Blacker, K.H., Orernland, J.D. & Barrett, W.G. (1976). The Fate of the Transference Neurosis after Termination of a Satisfactory Analysis. Journal of the American Psychoanalytic Association 24(3): 471-498.

Novick, J. (1982). Termination: Themes and Issues. Psychoanalytic Inquiry 2:329-365.

Novick, J. (1988). The Timing of Termination. International Journal of Psychoanalysis15: 307-318.

Novick, J. (1997). Termination Conceivable and Inconceivable. Psychoanalytic  Psychology 14:145-162.

Offer, D. & Sabshin, M. 1973,  Normality.  New York: Basic Books.

O’neil, M.K. (2007). Confidentiality, Privacy, and the Facilitating Role of Psychoanalytic Organizations. International Journal of Psychoanalysis 88:691-711.

Parson, J.L. & Wincze, J.P. (1995). ‘A Survey of Client Therapist Sexual Involvement in Rhode Island as Reported by Subsequent Treating Therapists’. Professional Psychology: Research and Practice 26:171-175.

Perron, R. (2002). Reflections on Psychoanalytic Research Problems—A French—Speaking View. Στο  Fonagy, P., Jones, E.E., Kaechele, H., Krause, R.,  Clarkin, J.& Perron, R.(Eds.). An Open Door Review of Outcome Studies in Psychoanalysis; Second Edition. London: International Psychoanalytical Association, pp. 3-9.

Pfeffer, A.Z. (1993). After the Analysis: Analyst as both Old and New Object. Journal of the American Psychoanalytic Association 41: 323-337.

Pope, K.S. (1988). How Clients are Harmed by Sexual Contact with Mental Health Professionals: The Syndrome and its Prevalence. Journal of Counseling Development 67: 222-226.

Pyles, R. (2003). The American Psychoanalytic Association’s fight for Privacy. Στο Levin, C., Furlong, A. & O’Neil, M.K. (Eds.). Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas. p. 261-4. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344 p.

Racker, H. (1966). Ethics and Psycho-Analysis and the Psycho-Analysis of Ethics. International Journal of Psychoanalysis 47: 63-80.

Reider, N. (1950). The Concept of Normality. Psychoanalytic Quarterly 19:43-51.

Renik, O. (2003). Standards and Standardization. Journal of the American Psychoanalytic Association 51S:43-55.

Renik, O. (1993). Analytic Interaction: Conceptualizing Technique in Light of the Analyst’s Irreducible Subjectivity. Psychoanalytic Quarterly 62:553-571.

Renik, O. (1996). The Perils Of Neutrality. Psychoanalytic Quarterly 65:495-517.

Ricoeur, P. (1970). Freud and Philosophy. New Haven, CT: Yale University Press.

Roazen, P. (1975). Freud and His Followers. New York: Knopf.

Roazen, P. (1985). Helene Deutsch: A Psychoanalyst’s Life. Garden City, NY: Doubleday.

Roose, S.P. & Stern, R.H. (1995). Medication Use in Training Cases: A Survey. Journal of the American Psychoanalytic Association 43:163-170.

Roose, S.P., Yang, S., Caligor, E., Cabaniss, D.L., Luber, B., Donovan, J., Rosen, P. & Forand, N.R. (2004). Posttermination Contact. Journal of the American Psychoanalytic Association 52:455-457.

Roudinesco, E. (2009). The Enlightenment and its Perversion in the West1. Psychoanal. Hist., 11:91-107

 

Ruskin, R. (2011). Sexual Boundary Violations in a Senior Training Analyst: Impact on the Individual and Psychoanalytic Society. Canadian Journal of Psychoanalysis 19:87-106.

Sandler, A. & Godley, W. (2004). Institutional Responses to Boundary Violations. International Journal of Psychoanalysis 85.

Schwartz, D. (1999). The Temptations of Normality. Psychoanalytic Psychology 16:554-564.

Shavit, N. & Bucky, S. (2004). Sexual Contact Between Psychologists And Their Former Therapy Patients: Psychoanalytic Perspectives And Professional Implications. American Journal of Psychoanalysis 64:229-248.

Schafer, R. (1976). A new language for psychoanalysis. New Haven, CT: Yale University Press.

Schafer, R. (1983). The analytic attitude. New York: Basic Books.

 

Slochower, J. (2003). The Analyst’s Secret Delinquencies. Psychoanalytic Dialoques 13:451-469.

Smith, H. (2012). Συνεχής Διαδραμάτιση (Continuous Enactment): Η Επίδρασή της στη Σκέψη του Αναλυτή και ο Ρόλος της στη Θεραπευτική Διαδικασία. Οιδίπους 7:37-51.

Spillius, E.B. (1994). On Formulating a Clinical Fact to a Patient. International Journal of Psychoanalysis 75:1121-1132.

 

Steele, R. (1979), Psychoanalysis and hermeneutics. Int. Rev. Psycho-Anal., 6: 389-411.

Stone, L. (1954). The Widening Scope of Indications for Psychoanalysis. Journal of the American Psychoanalytic Association 2:567-594

Ticho, E.A. (1972). Termination of Psychoanalysis. Treatment Goals, Life Goals. Psychoanalytic Quarterly 41:315-33.

Tomlinson, C. (2003). The early History of the Concept of Confidentiality. Στο Levin, C., Furlong, A. & O’Neil, M.K. (Eds.). Confidentiality, Ethical Perspectives and Clinical Dilemmas. p. 140-9. Northvale, NJ: The Analytic Press. 344 p.

Tuckett, D. (2000). Reporting Clinical Events in the Journal: Towards the Construction of a Special Case. International Journal of Psychoanalysis 81:1065-1069.

Viderman, S. (1979). The Analytic Space; Meaning and Problems. Psychoanalytic Quarterly 48: 257-291.

Wallace, E. (2010). Collateral Damage: Grief and Recovery after Losing a Training Analyst Due to an Ethical Violation1. International Journal of Psychoanalysis 91:963-9651. Panel held at the 46th Congress of the International Psychoanalytical Association, Chicago, USA, 29 July 2009.

Wallace, E.R. (1986). Determinism, Possibility, and Ethics. Journal of the  American Psychoanalytic Association 34:933-974.

Wallwork, E. (1991). Psychoanalysis and Ethics. New Haven: Yale Univ. Press.

Wallwork, E. (2005). Ethics in Psychoanalysis. Στο The American Psychiatric Publishing Textbook in Psychoanalysis. (pp. 281-297). Washington, DC: American Psychiatric Press.

Warner, S.L. (1994). Freud’s Analysis of Horace Frink, M.D.: A Previously Unexplained Therapeutic Disaster. Journal of the American Academy of Psychoanalysis 22:137-152.

Weinshel, E. (1970). The Ego in Health and Normality. Journal of the American Psychoanalytic Association 18:682-735.

Wiener, J. (2001). Confidentiality and Paradox: the Location of Ethical Space. Journal of Analytical Psychology 46( 3):431-42.

Winslow, T. (1990). Bloomsbury, Freud, and the vulgar Passions. Social Research 57: 786-819.

Zweig, M.B. (1970). Freudian Psychology and Ethical Doctrine. Amer. Imago, 27:90-106.

 

American Psychoanalytic Association: Principles and Standards of Ethics for Psychoanalysts 2009-2013. (Στο διαδίκτυο).

 

International Psychoanalytical Association (IPA): Principles of Ethics, 2015(στο διαδίκτυο)

Canadian Psychoanalytic Society:  Principles of Ethics for Psychoanalysis (στο διαδίκτυο)

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ (E.F.P.P.A.) Κώδικας Ηθικής Δεοντολογίας, ΜΕΤΑ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΗΘΙΚΗΣ (στο διαδίκτυο)

Ιατρικός σύλλογος Αθηνών: Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας Ν. 3418 / ΦΕΚ Α΄ 287 / 28-11-2005. Κεφάλαιο Η’ ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ (στο διαδίκτυο).

 

[23]

 

 

 

 

[1] Η Δομινίκη Μυλωνά (domyl@otenet.gr) είναι ψυχίατρος, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της ΙΡΑ,  ομαδική αναλύτρια, μέλος του Ινστιτούτου Ομαδικής Ανάλυσης S.H.Foulkes  και της GASi.

[2] Το άρθρο αυτό βασίζεται στην παρουσίαση που έγινε στην Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία στις 27/2/2015

 

[3] Εξαιρουμένης της συλλογικής μελέτης με τίτλο Πρακτική του Ψυχαναλυτή – Ηθική της Ψυχανάλυσης στην οποία το περιοδικό Εκ των Υστέρων είχε αφιερώσει το τεύχος του 1998. Σποραδικά έκτοτε έχουν εμφανιστεί κάποιες νύξεις ή κεφάλαια σε βιβλία (πχ  Μαρκίδης, 1999) ή η συμπερίληψη της ιδιόμορφης πρόσληψης της ηθικής της ψυχανάλυσης στην φροϋδική μεταψυχολογία μιας «ηθικής σκέψης» εντός της Λακανικής εργογραφίας και σχολιασμού της στα ελληνικά.

[4] Στον αναθεωρημένο κώδικα δεοντολογίας της IPA, που ισχύει από την 1 Μαρτίου του 2015, διευκρινίζεται ότι όλοι οι κανόνες δεοντολογίας της IPA ισχύουν για όλα τα μέλη και τους υποψήφιους της σε οποιοδήποτε κλινικό πλαίσιο και αν εργάζονται, και όχι μόνο όταν ασκούν, τυπικά, την ψυχανάλυση. Προ του νέου κώδικα υπήρξε η περίπτωση μίας (σχετικώς πρόσφατης) δεοντολογικής καταγγελίας, σε συστατική Εταιρεία της ΙΡΑ, που απορρίφθηκε δεδομένου ότι ο ψυχαναλυτής δεν έβλεπε τον ασθενή σε κλασσικό ψυχαναλυτικό πλαίσιο, και άρα, τεχνικά και με βάση τον παλιό κώδικα, δεν ασκούσε ψυχανάλυση.

[5] Η Ηθική ως φιλοσοφία της αρετής και της αγαθής πράξης ανάγεται στον Σωκράτη, στους σοφιστές και στον Πλάτωνα, με κάποια σπέρματα ίσως και στους προσωκρατικούς. Η ‘ηθική’, ως επίθετο, καθιερώνεται από τον Αριστοτέλη.

 

[6] Ειδικότερα στις ΗΠΑ η Ψυχανάλυση παραμένει εν πολλοίς κλάδος της Ψυχιατρικής ή της Ψυχολογίας. Σε πολλές χώρες πρέπει να προϋπάρχει η εν λόγω ειδίκευση πριν κάποιος μπορέσει να εκπαιδευτεί στην Ψυχανάλυση. Στη Βρετανία, η Βρετανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία έχει μια μακρά παράδοση από μη-γιατρούς αναλυτές. Το ίδιο και στην Γαλλία όπου η Société Psychanalytique de Paris (SPP), ιδρύθηκε το 1926, εν πολλοίς από τις προσπάθειες της πριγκήπισσας Marie Bonaparte, αναλυόμενης του Freud, αναλύτριας αλλά όχι-γιατρού· εξ ου και ούτε εκεί υπήρχαν διακρίσεις ανάμεσα σε αναλυτές γιατρούς και μη. Αναφορικά δε με την αποδοχή ή όχι του όρου επαγγελματίας ψυχικής υγείας για τον ψυχαναλυτή, στην προσπάθεια της θεσμικής μας ολοκλήρωσης ως οργανωμένης Ψυχανάλυσης, είναι σαν να διαιωνίζεται η ψευδαίσθηση ότι όλοι οι ψυχαναλυτές και οι υποκείμενες ψυχολογίες τους μοιράζονται την ίδια θεώρηση· και ότι όλοι οι ψυχαναλυτές  αντιλαμβάνονται και ασκούν την Ψυχανάλυση ως επαγγελματίες της ψυχικής υγείας. Όμως το πώς ορίζουμε  την Ψυχανάλυση δημοσίως έχει συγκεκριμένες συνέπειες αναφορικά με τους στόχους, τα  μέσα και την ευθύνη που επισύρουν.

[7] Στο πλαίσιο δηλαδή ποιάς οντολογίας κατανοεί έκαστος την διαλεκτική των λεπτών δεσμών που συνδέουν την ασθένεια με τη θεραπεία, και άρα το φυσιολογικό με το παθολογικό, την αναλυτική διαδικασία με την επιστημονική μέθοδο (δηλαδή: πώς επιλύει το αίνιγμα της αλήθειας και του νοήματος εντός της Ψυχανάλυσης;), τη φύση με την κοινωνία, την ανθρώπινη υποκειμενικότητα με την κοινωνική ζωή, την κοινωνία με την θεραπεία, και την ‘ανάγκη’ με τη ελευθερία. Πράγμα που καθορίζει και μια μετα-καρτεσιανή προσέγγιση της Ψυχανάλυσης, η οποία θεωρεί τον πολιτισμό, το κοινωνικό πλαίσιο και το πρόσωπο με μη-δυιστικό τρόπο.

[8] Δεν θα αναφερθούμε στην παρούσα εργασία στην εξελισσόμενη και συχνά αλληλοσυγκρουόμενη εννοιολόγηση της μεταβίβασης, στο πλαίσιο των ποικίλων ψυχαναλυτικών θεωριών. Ούτε και στην αμφισβήτηση της ορθόδοξης έννοιας της ουδετερότητας, που πλέον λίγοι αναλυτές την υπερασπίζονται στην αυστηρή μορφή της.

 

[9] «Μια από τις απαιτήσεις απέναντι στις οποίες συχνά, για θεραπευτικούς σκοπούς, η ψυχανάλυση είναι υποχρεωμένη να αντιτίθεται.» (Freud 1930, σελ. 143).

 

[10] Ορισμένοι αναλυτές όπως ο Erich Fromm (1947) κατέδειξαν ότι μπορεί να είναι νευρωτικό το να είναι κάποιος καλά προσαρμοσμένος σε μια ‘άρρωστη’ κοινωνία. Πολλοί ναζί, μετά από μια μέρα σκοτωμών, επέστρεφαν από την ‘εργασία’ τους για να απολαύσουν ένα ευχάριστο βράδυ με την οικογένεια τους.

 

[11] Γεγονός που, πλέον, λαμβάνει υπ’ όψιν του και ο Κώδικας της Αμερικάνικης Ψυχαναλυτικής Ένωσης στο άρθρο X (Integrity), παράγραφος 2: Οι ψυχαναλυτές οφείλουν να προσπαθούν να έχουν επίγνωση των πεποιθήσεων, των αξιών, των αναγκών και των περιορισμών τους και να παρακολουθούν πώς αυτές οι προσωπικές πλευρές τους επιδρούν επί της εργασίας τους.

 

 

[12] Ειδικότερα αναφορικά με την πρωτογενή θηλυκότητα, τη θεωρούμενη πρωτοκαθεδρία του φθόνου του πέους, τις θεωρήσεις για τον γυναικείο μαζοχισμό, τα θέματα παθητικότητας- ενεργητικότητας, τη φύση και το «φύλο» της libido, την έλλειψη  πρώιμης κολπικής επίγνωσης  και το θέμα του γυναικείου οργασμού (τον διαχωρισμό του δηλαδή σε είδη ως  ζήτημα ανώριμης- προβληματικής ψυχικής οργάνωσης),  την κατωτερότητα-ανεπάρκεια του γυναικείου Υε,  κλπ.

 

[13] Έχει κατά καιρούς θεωρηθεί φυσιολογικό κάποιος να μην καταπιέζει τα συναισθήματα του, να αυνανίζεται, να είναι ανεξάρτητος και ελεύθερος από άγχη και συγκρούσεις, να είναι ελεύθερος να επιτελέσει ένα στόχο. Να έχει κάποιες και όχι κάποιες άλλες άμυνες. Να ισορροπεί ανάμεσα στην εσωτερική ζωή και την προσαρμογή του στην πραγματικότητα. Να έχει διόραση (insight), να μετουσιώνει, να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, να είναι ώριμος, να δέχεται την καθοδήγηση του Λόγου, της πραγματικότητας και της κοινής λογικής. Να έχει ικανοποιητικές ετερόφυλες σεξουαλικές σχέσεις, να έχει ένα ευέλικτο εγώ, να παραμένει μεταλλάξιμος και εκπαιδεύσιμος, ακόμα και αν ο εξωτερικός κόσμος είναι ανυποχώρητος, και έτσι να παραμένει ελεύθερος με την πραγματική έννοια του όρου.

 

[14] Σύμφωνα με τον κώδικα της ΙΡΑ, η λήξη μιας ανάλυσης ή άλλης θεραπείας θα πρέπει συνήθως να γίνει με αμοιβαία συναίνεση. Εάν ο ψυχαναλυτής αποφασίσει να διακόψει μια θεραπεία πρέπει να προσέξει τις σχετικές με την θεραπεία ανάγκες του ασθενούς και τις ρεαλιστικές απαιτήσεις για πληροφορίες περί πιθανών εναλλακτικών διαθεσίμων θεραπειών.

 

[15] Ο ορισμός της σεξουαλικής εμπλοκής εκ μέρους του κώδικα της American Psychological Association (1992)  συμπεριλαμβάνει συμπεριφορές όπως συνουσία, φιλιά, χάδια και αγγίγματα, ακόμα και λεκτικές σεξουαλικές προσκλήσεις (invitations) (Canter et al, 1994).  Στο ίδιο θέμα ο κώδικας δεοντολογίας της Canadian Psychoanalytic Society , SECTION II, Ethical Conduct in the Practice of Psychoanalysis, άρθρο F,  μιλά για σεξουαλική σχέση ή άλλες μορφές σεξουαλικής οικειότητας.

[16] Τα περισσότερα από τα παραπτώματα δεν καλύπτονται ειδικώς από κανέναν κώδικα δεοντολογίας. Η Slochower (2005) προσπαθεί να διακρίνει ανάμεσα σε σοβαρά αδικήματα, παραβάσεις και enactments, που θεωρεί ότι βρίσκονται σε ένα συνεχές. Αναφέρεται σε κάποια ανέκδοτα παραδείγματα μικρών και πιο σοβαρών πταισμάτων τα οποία της ανέφεραν αναλυτές κάθε αρχαιότητας. Παραδείγματα: να κρατάς σημειώσεις για δουλειές και ψώνια, να κάνεις σχέδια, να περιποιείσαι ή να βάφεις τα νύχια, να βάζεις makeup, να σερφάρεις στο δίκτυο, να τρως ένα snack, να ξεφυλλίζεις περιοδικά, να παίρνεις τα email, να αγοράζεις αεροπορικά εισιτήρια διαδικτυακά, να διαβάζεις, να γράφεις τις αποδείξεις και τα λογιστικά, να χάνεις επίτηδες μια προγραμματισμένη συνεδρία και πολλά άλλα. Ένας αναλυτής που μειώνει έναν άλλον ψυχαναλυτή παρουσία των αναλυομένων του, ή ένας εκπαιδευόμενος που υποτιμά έναν αναλυτή παρουσία ενός αναλυόμενου/εποπτευόμενου συναδέρφου.  Ένας διδάσκων που αποκαλύπτεται πολύ ή ζητά τη γνώμη του αναλυόμενου/εκπαιδεύομενου για ένα άρθρο που δημοσίευσε, ή τη γνώμη του για τα χρηματιστηριακά δρώμενα.

 

[17] Γράφει ο Freud: «Ο τρόπος που αυτές οι γυναίκες καταφέρνουν να μας σαγηνεύουν με κάθε δυνατό μέσο, μέχρι να πετύχουν τον σκοπό τους, είναι ένα από τα  καλύτερα θεάματα της φύσης»

(Αλληλογραφία Freud/Jung· McGuire, 1974· σ. 231).

 

[18] Ο Bollas (2003) περιγράφει μια ψυχαναλυτική εταιρεία ως μια πολύπλοκη ομάδα της οποίας τα μέλη είναι σχεδόν παιδιά του ενός ή του άλλου διδάσκοντος, πράγμα που διαμορφώνει μια επιλεγμένη ολιγαρχία, μέρος ενός ευρύτερου συστήματος ‘συγγενειών’ που συνήθως βασίζεται στις φιλίες και τις ιδεολογικές θέσεις του διδάσκοντος.

 

[19] Στην γνωστή υπόθεση Frink (Edmunds, 1988· Gabbard, 1994b· Mahony, 1993· Warner, 1994) ο Freud ώθησε τον Νεοϋορκέζο μαθητή και αναλυόμενό του να παντρευτεί μία πάμπλουτη πρώην αναλυόμενη, με σκοπό μια μεγάλη δωρεά στην Ψυχανάλυση. Δηλαδή η δεοντολογική επιφύλαξη για σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ψυχαναλυτή και αναλυόμενου ήρθη έναντι της μείζονος συνεισφοράς στο Ψυχαναλυτικό Κίνημα (Mahony, 1993 σ. 1031). Ο γάμος έγινε με καταστροφικά αποτελέσματα και η στάση του Freud θεωρείται από τον Gabbard «αξιοκατάκριτη».

 

[20]  Όταν ο Jones συνήψε ερωτική σχέση με μια πρώην θεραπευόμενη του, την Kann,  και φοβήθηκε ότι ‘θα την χάσει’, ζήτησε από τον Freud να την αναλύσει. Ο Freud  τη δέχτηκε και εν τέλει και αυτός μαγεύτηκε από αυτήν και έγραψε στον Ferenczi, στις 23 Ιουνίου 1912, «θα μου άρεσε να μπορούσα  να ξοδέψω πολύ λίμπιντο επάνω της» (Haynal, 1994). Εν τούτοις συχνά έδινε αναφορά για τα τεκταινόμενα στην ανάλυση και στον ίδιο τον Jones, προφανώς αδιαφορώντας για την εχεμύθεια, όπως και ο ίδιος ο Jones έκανε με τον Ferenczi, όταν ανέλυε την Elma. Στην πραγματικότητα το κυρίως θέμα της αλληλογραφίας Freud-Ferenczi ήταν οι παράλληλες παρατηρήσεις τους για τον Jones, τον οποίο ανέλυε ο Ferenczi, και την Kann. (Appignanesi & Forrester, 1992).

 

[21] Στον κώδικα της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, στον κώδικα του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων, άρθρο 5 παράγραφος 6, στον Μετα-κώδικα Ηθικής της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Συλλόγων Επαγγελματιών Ψυχολόγων (E.F.P.P.A.) άρθρο 3.1.2. παράγραφος e.  Πολλοί από τους νομικούς κανόνες που ισχύουν στην Ελλάδα και αφορούν άμεσα ή έμμεσα την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας, βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε κώδικες όπως ο Αστικός Κώδικας, ο Ποινικός Κώδικας, ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας, ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας. Επίσης οι διεθνείς διακηρύξεις που έχει υπογράψει η Ελλάδα, όπως η διακήρυξη του ΟΗΕ, του 1991, και η Διακήρυξη της Χαβάης, του 1977, και η μετεξέλιξή της στην διακήρυξη της Μαδρίτης, το 1996, είναι σχετικές με τη βελτίωση της ποιότητας παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

 

[22] Τι γίνεται στην περίπτωση που ο ασθενής μιλά για μία παράνομη πράξη ή για σχεδιασμούς επικίνδυνο για άλλους; Κλοπές, διακίνηση ναρκωτικών; Ή αν χειρουργός-ασθενής μας εργάζεται υπό την επήρεια ναρκωτικών; Κλπ.

 

[23] Σ.τ.Ε. Βιβλιογραφική αναφορά: Μυλωνά, Δ. (2016). Η Ηθική και η Δεοντολογία στην Εργασία του Ψυχαναλυτή. Οιδίπους 16: ……