Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ FREUD ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ
Δομινίκη Μυλωνά[1]
Σεξουαλικότητα και ταυτότητα φύλου, 2023. Μονογραφίες 11, Εκδόσεις Νήσος.
Εισαγωγή
Σε αδρές γραμμές, στην ψυχαναλυτική θεωρία σχετικά με τη γυναικεία σεξουαλικότητα αλληλαντιδρούν, απαρχής αλλά και μέχρι σήμερα, τρία ρεύματα σκέψης:
Α) Η τοποθέτηση του Freud με επίκεντρο τον φαλλικό μονισμό. Η θέση αυτή υπονοεί αφενός την εικαζόμενη πεποίθηση των παιδιών και των δύο φύλων ότι κάθε άτομο έχει ένα πέος ή έχει υποστεί βλάβη από την απώλειά του και αφετέρου το φόβο του ευνουχισμού του ή τον φθόνο για αυτό το πέος. Το κορίτσι ορίστηκε ως «αγόρι χωρίς πέος», οι συναφείς ψυχαναλυτικές θεωρίες εκπονήθηκαν από αυτή την προοπτική και οι περισσότεροι, σύγχρονοι του Freud, ψυχαναλυτές συντάχθηκαν με αυτήν την θεώρηση.
Αυτή η τοποθέτηση εξαρχής έγινε το πλέον αμφιλεγόμενο στοιχείο του φροϋδικού θεωρητικού οικοδομήματος, καθώς για ορισμένους ψυχαναλυτές καταδεικνύει ότι, εφόσον η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει «μετρηθεί» με αρσενικά πρότυπα, η κατανόησή της περιορίζεται και, ως εκ τούτου, η αληθινή φύση της γυναίκας δεν εκπροσωπείται.
Β) Εξ αυτών των ενστάσεων συγκροτείται, συγχρόνως με το πρώτο, και ένα δεύτερο ρεύμα ψυχαναλυτικής σκέψης σύμφωνα με το οποίο το κορίτσι θεωρείται μεν ως ένα κορίτσι, αλλά ως διαφοροποιημένο από/και σε σύγκριση με το αγόρι, δηλαδή, το ότι δεν έχει πέος σημαίνει ότι είναι ανεπαρκώς εφοδιασμένη, κατώτερη από το αγόρι, κλπ.
Γ) Ταυτόχρονα, εκδηλώνεται ένα τρίτο ρεύμα σκέψης[2], στο οποίο η γυναικεία σεξουαλικότητα παρατηρείται και θεωρητικοποιείται πρωτογενώς και καθαυτή. Το ρεύμα αυτό εκπροσωπείται κυρίως από τους Horney και Jones, ενώ η Klein απετέλεσε μία σημαντική μορφή, στο φόντο του διαλόγου.
Ο διάλογος για τη γυναικεία σεξουαλικότητα
Ο εν λόγω διάλογος, που συνιστούσε και μία αντιπαράθεση[3], ξεκινά ήδη στην διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και τα άρθρα-κλειδιά αυτής της αντιπαράθεσης ήταν τρία του Freud (1925), (1931), (1933), τέσσερα της Horney (1924), (1926), (1932), (1933), καθώς και τρία του Jones (1927), (1933), (1935).
Υπήρξαν επίσης σημαντικά άρθρα των Lampl-de Groot (1927[1928]), Josine Muller (1932), Deutsch (1930), Jacobson (1937[1976]), Brunswick (1940).
Επίσης, οι Fenichel (1930[1931]), (1934) και Klein (1928) είχαν έναν ενδιαφέροντα ρόλο, χωρίς ωστόσο να βρίσκονται στο προσκήνιο της αντιπαράθεσης, την οποία εγκαινίασε η Horney, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος μίας εκ των προσεγγίσεων.
Αφού ο Freud (1909) περιέγραψε για πρώτη φορά το σύμπλεγμα ευνουχισμού στo “Analysis of a Phobia in a Five-Year-Old Boy”[4], ο Abraham (1922) παρουσιάζει το “The Manifestations of the Female Castration Complex”, κείμενο στο οποίο θεωρεί ότι ο φθόνος του πέους εμφανίζεται σε όλες τις γυναίκες, είναι μόνιμος και παράγει σοβαρές και διαρκείς επιδράσεις.
Κατά την γνώμη του, το μικρό κορίτσι αρχικά δεν «νιώθει κατωτερότητα σε σχέση με το σώμα της και δεν αναγνωρίζει ότι αυτό παρουσιάζει ένα ελάττωμα σε σχέση με το σώμα του αγοριού» (Abraham, 1922, σ. 2). Παρατηρώντας όμως την απουσία πέους, και αδυνατώντας να αναγνωρίσει το ελάττωμα αυτό, σχηματίζει το συμπέρασμα ότι της πήραν αυτό που κάποτε είχε και ότι ο κόλπος της είναι μια πληγή που απέμεινε από τον ευνουχισμό. Αρχίζει να ελπίζει να της δωριστεί εκ νέου ένα πέος από τον πατέρα, μια επιθυμία που κατόπιν μετατρέπεται στο να της δωριστεί ένα παιδί από αυτόν.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ισχυρός δεσμός προς τον πατέρα και η επιθυμία για ένα παιδί είναι δευτερογενή στοιχεία σε σχέση με το φθόνο του πέους. Διαφέρει έτσι από την οιδιπόδεια συσχέτιση του αγοριού με τη μητέρα του, που είναι μια άμεση έκφραση της ίδιας του της libido, και όχι το αντιστάθμισμα σε ένα ελάττωμα.
Πιστεύει δε ο Abraham (1922) ότι εξ αιτίας του συμπλέγματος ευνουχισμού, πολλές γυναίκες αποκτούν μια φυσιολογική σεξουαλική αίσθηση μόνο μετά τη γέννηση ενός παιδιού. Γίνονται πλήρως θηλυκές μόνο μέσα από τα μητρικά συναισθήματα.
Στο εν λόγω άρθρο του Abraham απάντησε η Horney το 1924, με το άρθρο της “On the Genesis of the Castration Complex in Women” (που παρουσιάστηκε το 1922 στο συνέδριο του Βερολίνου), αμφισβητώντας την υπόθεση ότι τα θηλυκά όντα νιώθουν εξ ιδιοσυγκρασίας μειονεκτικά, λόγω των γεννητικών τους οργάνων. Η συγγραφέας αποδέχεται μεν την ύπαρξη του φθόνου του πέους αλλά αρνείται ότι είναι η βάση της θηλυκότητας.
Η Horney θεώρησε έναν πρώιμο, προ-οιδιπόδειο φθόνο (που στο επόμενο άρθρο της θα τον ορίσει ως πρωτογενή-primary φθόνο του πέους), βασισμένο στις ανατομικές διαφορές, (ο φθόνος δηλαδή ενός μικρού κοριτσιού για ένα τμήμα του σώματος του αγοριού, με τα θεωρούμενα ανατομικά του πλεονεκτήματα). Ο πρώιμος αυτός φθόνος, η προ-οιδιπόδεια, ναρκισσιστική του εκδοχή, σχετίζεται κατά τη γνώμη της με τρεις προγεννητικές παραμέτρους (σ. 52-53), δηλαδή:
- τις ουρηθρικές φαντασιώσεις, που προκύπτουν από τη ναρκισσιστική υπερεκτίμηση εκ μέρους των παιδιών των διαδικασιών απέκκρισης,
- τις επιδειξιμανικές και ηδονοβλεπτικές επιθυμίες, βάσει των οποίων το μικρό αγόρι θεωρείται σε πλεονεκτική θέση λόγω της προσβασιμότητας των γεννητικών του οργάνων, και
- τις κατεσταλμένες αυνανιστικές επιθυμίες, δεδομένου ότι το κορίτσι τείνει να ερμηνεύσει την ικανότητα του αγοριού να χειριστεί τα γεννητικά όργανά του κατά τη διάρκεια της ούρησης ως άδεια για αυνανισμό.
Παράλληλα, η Horney έκανε λόγο και για έναν μεταγενέστερο, αμυντικής μορφής φθόνο. Τον απέδωσε στην παλινδρόμηση του κοριτσιού, όταν, απογοητευμένο και απειλημένο από την οιδιπόδεια προσκόλληση στον πατέρα, αποποιείται τις οιδιπόδειες επιθυμίες της για αυτόν και τις αντικαθιστά με μια ταύτιση. Η επιθυμία λοιπόν μιας γυναίκας να είναι άνδρας, η ταύτισή της δηλαδή με τον πατέρα, φαίνεται, υπό αυτό το πρίσμα, να είναι μια αμυντική δευτερογενής κίνηση απέναντι στο άγχος της οιδιπόδειας επιθυμίας της (ό.π., σ. 60-64).
Κρίσιμη σε αυτές τις διατυπώσεις είναι η υποκείμενη ιδέα, που αργότερα υποστηρίχθηκε σθεναρά από τον Jones, ότι η οιδιπόδεια προσκόλληση του κοριτσιού αναπτύσσεται μέσα από την εγγενή, έμφυτη θηλυκότητά της.
Το ιστορικό άρθρο του Freud του 1925 “Some Psychical Consequences of the Anatomical Distinction between the Sexes” θεωρείται και ως μια άμεση απάντηση στη Horney.
Κατά τον Strachey (1961, S.E. 19, σ. 243), στο σύντομο αυτό άρθρο βρίσκεται συμπυκνωμένη μια πρώτη πλήρης επαναξιολόγηση των απόψεων του Φρόιντ σχετικά με την ψυχολογική ανάπτυξη των γυναικώνּ, περιέχοντας τα σπέρματα όλης της μετέπειτα εργασίας του επί του θέματος.
Ο Freud απάντησε στις «ανοίκειες» αυτές «σκέψεις»[5] σαν να ήταν απειλή στην ακεραιότητα της θεωρίας του, κυρίως στον βαθμό που συνδέονται με το ερώτημα του κατά πόσον το κορίτσι ήταν ψυχολογικά, στην πραγματικότητα, ένα ευνουχισμένο αγόρι ή κατά πόσον υπάρχει κάτι σαν την πρωταρχική θηλυκότητα. Αντέδρασε δε, όπως σημειώνει η Fliegel, με έναν τρόπο που ίσως ήταν ο πιο δογματικός όλης του της καριέρας (1973, σ. 406).
Ήδη από την εισαγωγή του, ο Freud εξηγεί γιατί στην περίπτωση αυτού του άρθρου δεν ανέβαλε, όπως συνήθιζε, τη δημοσίευση ορισμένων ευρημάτων του μέχρι να έχει τις απαραίτητες αποδείξεις για την εγκυρότητά τους. Το αποδίδει στο περιορισμένο προσδόκιμο της ζωής του, στον μειωμένο πλέον αριθμό περιστατικών του αλλά και στην διαθεσιμότητα των συνεργατών του να επιβεβαιώσουν ή όχι την εγκυρότητα των εν λόγω ευρημάτων.
Οπότε, όπως αναφέρει: «θεωρώ δικαιολογημένο να δημοσιεύσω κάτι που χρειάζεται επειγόντως να επιβεβαιωθεί, πριν να αποφασιστεί η αξία ή η έλλειψη αξίας του» (Freud, 1925, σ. 249).
Μπορούμε ίσως να υποθέσουμε ότι η ανοιχτή αναφορά εκ μέρους της Horney στον ανδρικό ναρκισσισμό (Horney, 1924, σ. 50) ως παράγοντα στη διαμόρφωση των ψυχαναλυτικών θεωριών έπαιξε το ρόλο της στο γιατί ο Freud θεώρησε μη αποδεκτό το προηγηθέν άρθρο της.
Παράλληλα, η ιστορική περίοδος εντός της οποίας ο Freud αντιμετώπισε το άρθρο της Horney, όταν αυτό πρωτοδημοσιεύεται στα Γερμανικά (1923), περιγράφεται από τον Jones ως «ένα από τα πιο κρίσιμα χρόνια στη ζωή του» (Jones, 1957, σ. 94). Διαγνώσθηκε ο καρκίνος του, υπέστη τις πρώτες δύο εγχειρήσεις και την ίδια χρονιά έχασε τον αγαπημένο του εγγονό.
Συγχρόνως, παρότι είχε περάσει πάνω από μια δεκαετία από την απόσχιση των Adler και Jung, νέες αποσχίσεις ελλόχευαν από πολλές πλευρές, ενώ η κριτική για την θεωρούμενη αντιφεμινιστική προκατάληψη του Freud συχνά προήλθε από πηγές εχθρικές προς την ψυχανάλυση, που προσπάθησαν να υποτιμήσουν το συνολικό οικοδόμημα της σκέψης του.
Έτσι, η προσέγγιση στις θέσεις της Horney έγινε δυσκολότερη απ’ ό,τι ίσως θα όφειλε, κυρίως διότι η μεν Horney ποτέ δεν αρνήθηκε τον πρωτογενή φθόνο του πέους, o δε Freud ήταν έτοιμος να αποδεχτεί την μετέπειτα αμυντική επανενίσχυσή του, έτσι που οι διαφωνίες για τη σχετική ισχύ του δεν θα έπρεπε να είναι ανυπέρβλητες.
Στο εν λόγω άρθρο (1925), ο Freud ασχολείται με την καταγωγή του οιδιπόδειου των δύο φύλων από τις προηγούμενες, προ-οιδιπόδειες, φάσεις ανάπτυξης, καθορίζει τη σχέση του οιδιπόδειου συμπλέγματος με τον ευνουχισμό ως ειδική για το κάθε φύλο, και επεξεργάζεται περαιτέρω τις βασικές του θέσεις περί ψυχικής αμφιφυλίας και στα δύο φύλα.
To κορίτσι, συγκεκριμένα, αναπτύσσει τις οιδιπόδειες επιθυμίες της και τη θηλυκή της στάση προς τον πατέρα ως συνέπεια της ματαιωμένης φαλλικής ζήλιας, και μέσω της αναγκαστικής υποταγής στην ευνουχισμένη της κατάσταση αναζητά ένα μωρό αντί για το πέος. Μαζί με αυτό «… αναπτύσσει, σαν ουλή, μια αίσθηση κατωτερότητας» (Freud, 1925, σ. 253).
Σε μια υποσημείωση, αναφέρεται στη δήλωση που έκανε το 1908, λέγοντας ότι είναι ευκαιρία να την διορθώσει: «Πίστευα ότι το σεξουαλικό ενδιαφέρον των παιδιών […] διεγείρεται όχι από τη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων αλλά από το ζήτημα του από πού προέρχονται τα μωρά. Τώρα βλέπουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, σίγουρα για τα κορίτσια, αυτό δεν ισχύει. Με τα αγόρια μπορεί αναμφίβολα να συμβεί με τον έναν ή άλλον τρόπο, ή και στα δύο φύλα οι εμπειρίες μπορεί να καθορίσουν το γεγονός» (ό.π., σ. 252, υποσημείωση 2).
Η διόρθωση αυτή (σχετικά με την αλλαγή του ερεθίσματος για την πιο πρώιμη σεξουαλική περιέργεια) ήταν απαραίτητη για την εσωτερική συνέπεια της θέσης που παίρνει ο Freud το 1925. Αν ο φθόνος του πέους θεωρούνταν η μοναδική πηγή όλων των θηλυκών επιθυμιών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής για ένα παιδί, τότε το ενδιαφέρον για τα μωρά έπρεπε να εμφανιστεί αργότερα, τουλάχιστον για το κορίτσι.
Παράλληλα, η επίλυση του οιδιπόδειου στο κορίτσι, εφόσον δεν υπάρχει ναρκισσιστική επένδυση ενός πέους ώστε να υπάρξει λύση του και να προκύψει το υπερεγώ, μπορεί να μην επέλθει ποτέ ή βαθμιαία να εξαλειφθεί και να απωθηθεί. Οπότε και το υπερεγώ της δεν είναι ποτέ τόσο αδέκαστο και αντικειμενικό όπως αυτό των αντρών (1925, σ. 256-257).
Σε αυτό το άρθρο, η μόνη αναφορά στην Horney εμφανίζεται στην τελευταία παράγραφο: «Στις εργασίες των Abraham (1921), Horney (1923) και Deutsch (1925) υπάρχουν πολλά που αγγίζουν αυτά που έγραψα αλλά τίποτα που να συμπίπτει μαζί μου εντελώς, έτσι αισθάνομαι δικαιωμένος αναφορικά με τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου» (ό.π., σ. 258).
Η Horney, στο δεύτερο άρθρο της, το 1926, “The Flight from Womanhood: The Masculinity Complex in Women, as Viewed by Men and by Women”, αναπτύσσει περαιτέρω τις ιδέες της σχετικά με το οιδιπόδειο άγχος του μικρού κοριτσιού και γίνεται η πρώτη συγγραφέας που σημειώνει τις επιπτώσεις από τον φόβο ενός εσωτερικού τραυματισμού, λόγω του δυσανάλογου μεγέθους του πατρικού φαλλού (σ. 334, 337).
Τονίζει επίσης τη σημασία του φθόνου των ανδρών για τη μητρότητα, μια παρατήρηση που της αποδίδεται συνολικά μέχρι σήμερα (ό.π., σ. 329-331).
Συζητά, εκπεφρασμένα πλέον, τον αρσενικό προσανατολισμό του πολιτισμού, εντός του οποίου αναπτύχθηκε η ψυχανάλυση και οι ίδιες οι ψυχαναλυτικές θεωρήσεις.
Σε ένα πίνακα (ό.π., σ. 327), συγκρίνει τις ιδέες για τη θηλυκότητα που έχει ένα μικρό φαλλικό αγόρι και τις αντίστοιχες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις, συμπεραίνοντας ότι είναι ταυτόσημες.
Υποθέτει δε ότι οι άνδρες βρίσκονται προφανώς σε μεγαλύτερη ανάγκη να υποτιμήσουν τις γυναίκες παρά το αντίστροφο. Και αφού, κατά τη γνώμη της, ενυπάρχει η οποιαδήποτε αμφιβολία για το κατά πόσον το δόγμα της γυναικείας κατωτερότητας αντανακλά την πραγματικότητα, τότε «θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ότι είχε την καταγωγή του σε μια ασυνείδητη ανδρική τάση» (ό.π., σ. 331).
Κατά την Horney, αμφότερες οι οιδιπόδειες φαντασιώσεις και ο λογικά επακόλουθος τρόμος ενός εσωτερικού, δηλαδή κολπικού τραύματος, δείχνουν ότι ο κόλπος καθώς και η κλειτορίδα πρέπει να θεωρούνται ότι ήδη διαδραματίζουν έναν ρόλο στην πρώιμη γενετήσια οργάνωση της γυναίκας (ό.π., σ.334). Συμπληρώνει δε ότι από τα μετέπειτα φαινόμενα ψυχρότητας, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η κολπική ζώνη είναι στην πραγματικότητα πιο επενδυμένη (λόγω των αγχών και της άμυνας έναντι αυτών) απ’ ό,τι η κλειτορίδα, καθόσον οι αιμομικτικές επιθυμίες αναφέρονται στον κόλπο. Η αίσθηση του κόλπου λοιπόν υπάρχει εξαρχής, «η κλειτορίδα ανήκει νομίμως και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων» (Horney, 1926, σ. 334) και η ευχαρίστηση από αυτήν είναι εντέλει ένας γυναικείος τρόπος απόλαυσης.
Έναν χρόνο μετά (1927) μπαίνει στο διάλογο ο Jones, με το άρθρο του “The Early Development of Female Sexuality”, το οποίο παρουσιάστηκε τον ίδιο χρόνο στο συνέδριο του Innsbruck.
Αρχίζει δε το άρθρο του ως εξής: «Ο Freud έχει περισσότερες από μία φορές σχολιάσει το γεγονός ότι οι γνώσεις μας για τα πρώιμα στάδια της γυναικείας ανάπτυξης είναι πολύ πιο ασαφείς και ατελείς απ’ ότι εκείνες για την ανδρική ανάπτυξη, και η Horney έντονα, αν και δικαίως, επεσήμανε ότι αυτό πρέπει να συνδέεται με τη μεγαλύτερη τάση προκατάληψης που υπάρχει για το θέμα. Είναι πιθανό αυτή η τάση να είναι κοινή στα δύο φύλα, και θα ήταν καλό κάθε συγγραφέας να το είχε στο νου του. Επιπλέον, ας ελπίζουμε ότι η αναλυτική έρευνα θα φωτίσει σταδιακά τη φύση τής εν λόγω προκατάληψης και τελικά θα την διαλύσει. Υπάρχει εν τούτοις μια υγιής υποψία, που αυξάνεται, ότι οι άνδρες αναλυτές οδηγούνται να υιοθετήσουν μια αδικαιολόγητα φαλλοκεντρική άποψη επί των εν λόγω θεμάτων, υποτιμώντας αντίστοιχα τη σημασία των γυναικείων γεννητικών οργάνων» (Jones, 1927, σ. 459).
Στην συνέχεια, εισάγει μεν νέες, δικές του παρατηρήσεις και ιδέες αλλά αναφορικά με την τρέχουσα αντιπαράθεση συμφωνεί σαφώς με την Horney, την οποία και παραθέτει επανειλημμένα.
Άξονας της προβληματικής του Jones στο εν λόγω άρθρο είναι δύο ερωτήματα, που πηγάζουν από την κλινική του εργασία με πέντε ομοφυλόφιλες γυναίκες:
Α. Τι στη γυναίκα αντιστοιχεί στον ανδρικό φόβο ευνουχισμού και τι φοβάται ότι θα χάσει, εφόσον η ίδια θεωρεί ότι ήδη έχει υποστεί ευνουχισμό και κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για το αντίστοιχο άγχος, τη στιγμή που ο Freud έχει σαφώς ορίσει ότι ο ευνουχισμός ως ψυχαναλυτική έννοια, διακρινόμενη από την αντίστοιχη βιολογική, αναφέρεται απολύτως και μόνον στο πέος;
Β. Τι διαφοροποιεί την εξέλιξη μιας ετερόφυλης από μια ομοφυλόφιλη γυναίκα (ό.π., σ. 460);
Καταρχάς, ο Jones θεωρεί ότι, και στα δύο φύλα, ο βασικός φόβος είναι ο φόβος της «αφάνισης (aphanisis)» (ό.π., σ. 472), δηλαδή μιας ολοκληρωτικής κατάλυσης της σεξουαλικότητας. Η οποία, όπως σημειώνει, είναι συνειδητά και η πρόθεση των περισσότερων ενηλίκων έναντι των παιδιών, το να μην τους επιτραπεί δηλαδή να έχουν οποιαδήποτε σεξουαλική ικανοποίηση (ό.π., σ. 461).
Το άγχος αφάνισης στον άνδρα έχει τη μορφή του άγχους ευνουχισμού, ενώ για την γυναίκα πρωταρχικός φόβος είναι ο αποχωρισμός[6].
Συμμερίζεται τις απόψεις της Κλάιν για ένα άμεσο πέρασμα από τη στοματικότητα στο οιδιπόδειο (ό.π., σ. 464), με μετατόπιση της στοματικής ζώνης στον πρωκτό και στον κόλπο, τους οποίους συνδέουν σκοτεινοί και περίπλοκοι δεσμοί. Αυτή η φάση είναι σαδιστική και οιδιπόδεια ταυτόχρονα, και αυτό το στοματο-πρωκτικο-κολπικό στάδιο αντιπροσωπεύει την ταύτιση με τη μητέρα.
Αναφορικά με τον φθόνο του πέους, συμφωνεί με την Horney για τον αρχικό ρόλο που παίζει αυτό το όργανο στις ουρηθρικές, ηδονοβλεπτικές, επιδειξειμανικές και αυνανιστικές δραστηριότητες. Πιστεύει δε και ο ίδιος ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ προ-οιδιπόδειου και μετα-οιδιπόδειου φθόνου, θεωρώντας σημαντικότερο τον δεύτερο (ό.π., σ. 465), δηλαδή την επιθυμία να μοιραστείς με αυτόν που το κατέχει, τον πατέρα, ένα πέος στοματικά, πρωκτικά και κολπικά.
Δευτερογενώς, και αμυντικά σε αυτή την επιθυμία, μπορεί το κορίτσι να παλινδρομήσει στον προ-οιδιπόδειο φθόνο, να έχει δηλαδή ένα προσωπικό πέος για καθαρά αυτό-ερωτικές δραστηριότητες (ό.π., σ. 472). Η οιδιπόδεια απογοήτευση μπορεί να ενεργοποιήσει αυτήν την επιθυμία.
Θεωρεί τη θηλυκότητα του κοριτσιού ως πρωταρχική και τον ετεροπροσδιορισμό της γυναικείας σεξουαλικότητας, με κεντρική αναφορά στο ανδρικό γεννητικό όργανο, ως απόρροια μιας φαλλοκρατικής ψυχαναλυτικής σκέψης, που οδηγεί στην υποτίμηση των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Για αυτόν, όπως σημειώνει: «η φροϋδική ‘φαλλική φάση’ (με άγνοια του κόλπου) είναι πιθανώς μια δευτερογενής, αμυντική κατασκευή παρά ένα αληθώς αναπτυξιακό στάδιο» (Jones, 1927, σ. 472)[7].
Ο Freud δεν απάντησε στα νέα άρθρα των Horney και Jones μέχρι το 1931 αλλά στο μεσοδιάστημα άλλοι συγγραφείς συνέχισαν τον διάλογο.
H Deutsch, η δεύτερη μετά την Horney αναλύτρια που έγραψε για τη γυναίκεια σεξουαλικότητα, παρέμεινε απολύτως πιστή στον Freud[8].
Επιβεβαιώνει τις ιδέες του για μια βιολογική προδιάθεση των γυναικών σε έναν μαζοχιστικό ρόλο ζωής και υποστηρίζει ότι ο μαζοχισμός είναι φυσιολογικός και επιθυμητός για την ευνοϊκή απαρτίωση της γυναίκας.
Θεωρεί συγχρόνως ότι ο ναρκισσισμός, ο μαζοχισμός και η παθητικότητα είναι τρία ουσιαστικά θηλυκά γνωρίσματα.
Πιστεύει επίσης ότι, για το κορίτσι, η θηλυκή σεξουαλικότητα περιλαμβάνει τις επιθυμίες να ευνουχιστεί και να παραβιαστεί από τον πατέρα, (1930, σ. 52) και σημειώνει ότι ο μαζοχισμός οδηγεί τις γυναίκες να υπομείνουν παρά να απολαύσουν τη συνουσία.
H Deutsch τονίζει τους συμπληρωματικούς ρόλους της μητρότητας (maternality) (εγκυμοσύνη, τοκετός, θηλασμός) και της σεξουαλικότητας, και θεωρεί ότι μεγάλο μέρος της γυναικείας γεννητικότητας δαπανάται στην αναπαραγωγική λειτουργία.
Κατά τη γνώμη της, η συνουσία αποκτά τον χαρακτήρα μιας ευχάριστης πράξης κυρίως λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί απόπειρα και αρχή του τοκετού. Επιπλέον, ο τοκετός συνιστά για τη γυναίκα τον τερματισμό της σεξουαλικής πράξης, η οποία απλώς είχε ξεκινήσει με τη συνουσία (1925, σ. 411-412).
Επεξεργάστηκε λεπτομερώς τις περιπέτειες της σχέσης μητέρας-κόρης, δίνοντάς μας ουσιαστικά μια τυπολογία ως μια μεγάλη θεωρητική και κλινική συνεισφορά της.
Η Sayers (1991) την τοποθετεί (μαζί με τις Horney, A. Freud και Klein) στο ιστορικό ξεκίνημα της ραγδαίας ανάδυσης μιας επικεντρωμένης στην μητέρα ψυχανάλυσης.
Το 1927 η Lampl-de Groot, στο άρθρο της “The Evolution of the Oedipus Complex in Women”, επαναλαμβάνει μεν τις σκέψεις του Freud, αλλά και τις επερωτά, σημειώνοντας ότι παρόλο που το άρθρο του 1925 ρίχνει περισσότερο φως στο πεπρωμένο των πρώιμων ερωτικών ενορμήσεων του μικρού κοριτσιού, εντούτοις «ορισμένα ζητήματα παραμένουν ανεπίλυτα» (Lampl-de Groot, 1927[1928], σ. 334).
Παραθέτει δε εξαιρετικά συνοπτικά την καινοτόμα πρότασή της: «Αλλά σε αντίθεση με τον Freud, υποθέτουμε ότι το σύμπλεγμα ευνουχισμού στα θηλυκά παιδιά είναι ένας δευτερεύων σχηματισμός και ότι ο πρόδρομός του είναι το αρνητικό οιδιπόδειο. Επιπλέον, ότι μόνο από το τελευταίο αντλεί τη μεγάλη του ψυχική σημασία το σύμπλεγμα ευνουχισμού, και είναι μάλλον αυτή η αρνητική θέση που μας επιτρέπει να εξηγήσουμε αρκετά διεξοδικά πολλές από τις ιδιαιτερότητες που συναντάμε στην ψυχική ζωή των γυναικών» (ό.π., σ. 341-342).
Το 1931 ο Fenichel, στο “The Pregenital Antecedents of the Oedipus Complex”, διαπιστώνει ότι οι ψυχαναλυτές διαφωνούν αναφορικά με: (α) τα αίτια και τους μηχανισμούς της αλλαγής του αντικειμένου αγάπης στις γυναίκες και (β) τη σχέση της στοματικής με τη γενετήσια σεξουαλικότητα.
Αναφέρεται μεν στον ζωντανό διάλογο επί του θέματος, όπου εκφράζονται «διαφορετικές και συχνά αντίθετες απόψεις» (Fenichel, 1930[1931], σ. 144), αποφεύγει όμως να τοποθετηθεί, λέγοντας ότι: «Ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις μπορούν να δοθούν μόνο μετά από εξαντλητική ανάλυση πολλών περιπτώσεων, που πρέπει να αποκλείουν όσο είναι δυνατόν τον παράγοντα της παλινδρόμησης, ώστε να έρθει στο φως η αληθής καταγωγή τους. Ίσως η ανάλυση των παιδιών μπορεί να ρίξει κάποιο φως στο θέμα» (ό.π., σ. 145).
Συζητώντας το κλινικό του υλικό, ο Fenichel συμφωνεί σε διάφορα σημεία με τον Freud, αλλά και με την Horney και τον Jones. Καταδεικνύει ότι η σκέψη της Horney, περί της χρήσης της αρρενωπότητας και του φθόνου του πέους δευτερογενώς, ως άμυνας έναντι ενός ήδη αναπτυγμένου οιδιπόδειου «δεν αντιτίθεται αναγκαστικά στον Freud» (ό.π., σ. 162) και υποστηρίζει την ιδέα της διαφοροποίησης του προ- και μετά-οιδιπόδειου φθόνου του πέους (ό.π., σ. 164), που όμως το αποδίδει στον Jones και όχι στην Horney[9].
Παράλληλα, μέσω του κλινικού του υλικού σημειώνει ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει καθόλου την προαναφερθείσα τοποθέτηση της Lampl-de Groot (ό.π., σ. 164), δηλαδή τον ισχυρισμό της περί της ενεργητικής στάσης του μικρού κοριτσιού στο φαλλικό στάδιο, όπου το κορίτσι θεωρείται ως ένα μικρό αγόρι και την αρσενική γενετήσια προσκόλλησή του στη μητέρα.
Σε ένα άρθρο που γράφτηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, “Further Light upon the pre-oedipal Phase in Girls”, ο Fenichel (1934) συμφωνεί μεν επί πολλών θεμάτων με τον Freud, όμως διαφωνεί με την βασικά αρσενική φύση του προοιδιπόδειου κοριτσιού και την βασικά φαλλική φύση της κλειτορίδας.
Εξακολουθεί, και σε αυτό το άρθρο του, να διαφωνεί με την τοποθέτηση της Lampl-de Groot ως προς ένα εντελώς αρρενωπό προ-οιδιπόδειο στάδιο του κοριτσιού, μην μπορώντας να βρει στα δικά του περιστατικά κάτι που να υποστηρίζει την ιδέα ότι το αρνητικό (φαλλικό) οιδιπόδειο συμβαίνει τακτικά στα κορίτσια πριν από το θετικό (σ. 279). Ιδέες βέβαια που ήδη είχε αποδεχθεί ο Freud, παρότι ο Fenichel δεν φαίνεται να έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος, αφού στην υποσημείωσή του παραθέτει το άρθρο της Lampl-de Groot αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στην φροϋδική έγκρισή του[10].
Οι αντιδράσεις κινητοποίησαν τον Freud, έτσι που το 1931 επανέρχεται με το άρθρο του “Female Sexuality”, όπου επαναδιατυπώνει τις σκέψεις του 1925 και, πράγμα περίεργο για τα γραπτά του Freud, όπως σημειώνει ο Strachey στην εισαγωγή (1961, S.E. 21, σ. 223), σχολιάζει κριτικά τις απόψεις των συναδέλφων του, κρατώντας τις δύο τελευταίες παραγράφους για την Horney και τον Jones. Τους απορρίπτει αμφότερους, αλλά αυτή τη φορά συζητά τις διαφορές του με την Horney. Η απόρριψη της σκέψης του Jones, ότι η φαλλική φάση στο κορίτσι δεν αντιπροσωπεύει μια αυθεντική φάση εξέλιξης, είναι μάλλον απότομη.
«Είναι δε περίεργο», σημειώνει ο Strachey «το γεγονός ότι φαίνεται να αντιμετωπίζει αυτά τα άρθρα ως εάν να προέκυψαν εκ του μη όντος και όχι ως αντίδραση, όπως ήταν φανερό, στο δικό του μάλλον επαναστατικό άρθρο του1925, στο οποίο και εδώ δεν αναφέρεται καθόλου» (ό.π., σ. 223).
Στο εν λόγω άρθρο, ο Freud δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ένταση και τη μακρά διάρκεια της προ-οιδιπόδειας, «σκοτεινής και ανηλεώς απωθημένης προσκόλλησης του κοριτσιού στη μητέρα» (Freud, 1931, σ. 226), που κατά τη γνώμη του πρέπει να βρίσκεται πίσω από τη γυναικεία υστερία και παρανοϊκότητα (ό.π., σ. 227). Ισχυρίζεται δε ότι το κορίτσι σπάει αυτόν τον δεσμό για διάφορους λόγους. Είτε διότι η μητέρα δεν της έδωσε ένα πέος ή διότι η μητέρα είναι ευνουχισμένη και άθλια σαν την ίδια είτε διότι ζηλεύει αυτούς που η μητέρα αγαπά.
Επιμένει στην ψυχική αμφιφυλία, διατηρεί όμως τη φαλλική ή αρσενική φύση της λίμπιντο, θεωρώντας ότι στο κορίτσι η αμφιφυλία και η αμφιθυμία είναι πιο έντονες (ό.π., σ. 228, 236).
Πιστεύει ότι η προ-οιδιπόδεια φάση και των δύο φύλων είναι ταυτόσημη αλλά ότι το γυναικείο οιδιπόδειο δεν είναι ομόλογο του αντρικού. Επιμένει ότι η εξέλιξη προς τη θηλυκότητα ανοίγει με την ανακάλυψη του ευνουχισμού, εκτός και αν παρακωλύεται από υπολείμματα προ-οιδιπόδειας προσκόλλησης στην μητέρα.
Αναφορικά με την πρώιμη επίγνωση του κόλπου ο Freud επιμένει και πάλι: «Πιστεύουμε πως είναι δικαιολογημένο να υποθέσουμε ότι για πολλά χρόνια ο κόλπος είναι σχεδόν ανύπαρκτος και ενδεχομένως δεν παράγει αισθήσεις μέχρι την εφηβεία» (1931, σ. 228).
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο του εν λόγω άρθρου είναι η μακρά συζήτηση περί του ενεργητικού στοιχείου στη στάση του κοριτσιού έναντι της μητέρας και γενικώς τις εκφράσεις της ενεργητικής πλευράς της θηλυκότητας (σ. 236-237).
Το 1932 και 1933 ακολουθούν δύο επιπλέον άρθρα της Horney, τα οποία συνεχίζουν τη συζήτηση-αντιπαράθεση, κυρίως με τον Freud. Τα “Observations on a Specific Difference in the Dread Felt by Men and by Women Respectively for the Opposite Sex” (1932) και “The denial of the vagina: A contribution to the problem of the genital anxieties specific to women” (1933).
Η συγγραφέας τονίζει εδώ ότι η αναλυτική εμπειρία από μόνη της δεν επαρκεί στο να κρίνουμε την ορθότητα ορισμένων από τις θεμελιώδεις ιδέες στις οποίες ο Freud βάσισε τη θεωρία του. Πιστεύει ότι η τελική ετυμηγορία πρέπει να αναβληθεί μέχρι να έχουμε στη διάθεσή μας συστηματικές παρατηρήσεις φυσιολογικών παιδιών, που θα έχουν διεξαχθεί σε μεγάλη κλίμακα από άτομα εκπαιδευμένα στην ψυχανάλυση (Horney, 1933, σ. 59).
Αποδίδει και πάλι εξαιρετική σημασία, για τη συνολική θεώρηση της πρώιμης γυναικείας σεξουαλικότητας, στην ύπαρξη πρώιμων κολπικών αισθήσεων.
«Εν απουσία των κολπικών αισθήσεων», σημειώνει, «όλη η libido θα συγκεντρωνόταν σε μια φαλλικά θεωρούμενη κλειτορίδα, και τότε θα γινόταν κατανοητή και η σύγκριση με το πέος των αγοριών και η αίσθηση κατωτερότητας. Εάν όμως δεχτούμε την αρχική κολπική επίγνωση, τότε το κορίτσι απαρχής έχει μια ζωηρή αίσθηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα της σεξουαλικότητάς της, και θα ήταν δύσκολο να εξηγήσουμε έναν πρωταρχικό φθόνο του πέους, με την ισχύ που του αποδίδει ο Freud, και την πρωτογενή φαλλική σεξουαλικότητα του κοριτσιού» (ό.π., σ. 69).
Επιμένει λοιπόν ότι η φαλλική οργάνωση και άρα ο φθόνος του πέους με αποκλεισμό του κόλπου είναι δευτερογενή και στα δύο φύλα και ότι ο κόλπος που δεν έχει ανακαλυφθεί είναι ένας κόλπος που έγινε αντικείμενο άρνησης (Horney, 1932, σ. 359).
Στο μεν αγόρι η γνώση του κόλπου (ενός οργάνου συμπληρωματικού του δικού του) απωθείται· ενώ τα κορίτσια είναι σε θέση να γνωρίζουν τον κόλπο τους από πολύ νωρίς[11], ο δε κολπικός αυνανισμός είναι συχνός και απωθείται ως αποτέλεσμα των οιδιπόδειων επιθυμιών τους να ευνουχίσουν τον πατέρα και υπό τον φόβο των αντιποίνων (Horney, 1933, σ. 61, 66).
Το κορίτσι δεν φοβάται μόνο τη γελοιοποίηση, όπως το αγόρι, αλλά και την καταστροφή του εσωτερικού του σώματός του από ένα πέος δυσανάλογο του μεγέθους του κόλπου του (ό.π., σ. 65). Άγχος ανάλογο με το γενετήσιο άγχος του αγοριού στη σχέση του με τη μητέρα, όταν, φαντασιούμενο την εκπλήρωση των επιθυμιών του, αντιμετωπίζει το τραυματικό, για την αυτοεκτίμησή του, γεγονός ότι το πέος του είναι πολύ μικρό γι’ αυτήν.
Στην έμμηνο ρύση, στον τοκετό, στη διακόρευση και στην έκτρωση επικυρώνονται κάποιοι φόβοι του κοριτσιού, το οποίο όμως δεν έχει τη δυνατότητα να τους καθησυχάσει, αφού έχει ένα αόρατο γεννητικό όργανο[12].
Το 1932 δημοσιεύεται επίσης το άρθρο της Josine Muller “A Contribution to the Problem of Libidinal Development of the Genital Phase in Girls” (το οποίο παρουσιάστηκε αρχικά σε μια συνάντηση της Γερμανικής ψυχαναλυτικής εταιρείας τον Νοέμβριο του 1925). Η συγγραφέας σημειώνει ότι οδηγήθηκε στις εν λόγω σκέψεις μετά την παρουσίαση του άρθρου της Horney, σε συνάντηση της εταιρίας του Βερολίνου τον Οκτώβριο του 1925. Η Josine Muller πιστεύει και αυτή ότι η λιβιδινική επένδυση του κόλπου συμβαίνει κατά τη διάρκεια της βρεφικής γενετήσιας περιόδου συχνότερα από ό, τι έχει υποτεθεί μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα ο κόλπος να λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε άλλη ερωτογενή ζώνη, και επίσης ότι η κλειτοριδική επένδυση είναι δευτερογενής.
Το 1933 έρχονται οι τελικές, χωρίς όμως καμία ουσιώδη αλλαγή από τις προηγούμενες, θέσεις του Freud στο “Femininity”[13], όπου επανέρχεται στη θεωρία της αμφιφυλίας, παρόλο που σημειώνει ότι παραμένει ασαφής και δεν έχει ακόμα συνδεθεί με τη θεωρία των ενστίκτων.
Ασχολείται με το ψυχολογικό νόημα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας, θεωρώντας ότι η μεν ανατομία μπορεί να επισημάνει τα αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά, η ψυχολογία όμως δεν μπορεί, και γι’ αυτήν, η διαφορά φαίνεται να ξεθωριάζει σε μια διάκριση μεταξύ ενεργητικού και παθητικού (σ. 115)· τονίζει παράλληλα ότι οι έννοιες του θηλυκού και του αρσενικού είναι επιστημονικά από τις πιο συγκεχυμένες.
Η γυναίκα, για εγγενείς αλλά και κοινωνικά επιβεβλημένους λόγους καταστέλλει, κατά τη γνώμη του, την επιθετικότητά της και επιδιώκει κυρίως παθητικούς στόχους, ευνοώντας έτσι τη στροφή της επιθετικής διάστασης της ενόρμησης προς τα μέσα και την ανάπτυξη ισχυρών μαζοχιστικών ενορμήσεων.
Επανέρχεται συγχρόνως στις θέσεις του 1925, σύμφωνα με τις οποίες η ετερόφυλη έλξη δεν είναι ενστικτώδης αλλά θα καθοριστεί από την ψυχοσεξουαλική εξέλιξη.
Παρότι αναγνωρίζει, συζητώντας ξανά την προέλευση του φθόνου του πέους σε ενήλικες, ότι το ζήτημα είναι αμφιλεγόμενο, προσθέτει ότι, ενώ γενικά σε τέτοιες περιπτώσεις επικαλείται την ιδέα της complemental series[14], σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, τίθεται αναμφισβήτητα (decidedly) υπέρ του ενδογενούς παράγοντα (1933, σ. 134), δηλαδή υπέρ των εικαζόμενων αμετάβλητων ψυχολογικών επιδράσεων που επιφέρουν οι βιολογικά προσδιορισμένες ανατομικές διαφορές.
Αυτή η αναστολή της αρχής της «συμπληρωματικότητας» φαίνεται να του ήταν λογικά αναγκαία, δεδομένης της επιμονής του στην αρχική αρρενωπότητα του κοριτσιού.
«Είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε το κορίτσι της φαλλικής φάσης ως έναν μικρό άντρα» (1933, σ. 118), επιμένει λοιπόν μέχρι τέλους, τονίζοντας και πάλι τη σημασία του συμπλέγματος ευνουχισμού.
Τα ψυχικά συμβάντα του φθόνου του πέους διαρκούν εφ’ όρου ζωής, καθορίζουν την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του κοριτσιού, και πιο συγκεκριμένα το αν το κορίτσι κινηθεί προς τη νεύρωση (με σεξουαλική αναστολή), προς τη χαρακτηριολογική διαταραχή [προκλητικός υπερτονισμός της αρρενωπότητάς της-σύμπλεγμα ανδρότητας (masculinity complex)] ή προς τη φυσιολογική σεξουαλικότητα-αποδοχή της θηλυκότητας (ό.π., σ. 126). Έτσι, o φθόνος του πέους είναι πρωταρχικός και οι θηλυκές ερωτικές επιθυμίες δευτερογενείς.
Παρά τις αυξανόμενες ενδείξεις, που ένας επαρκής αριθμός άλλων ψυχαναλυτών θεωρεί ότι έχει, υπέρ της πρώιμης κολπικής επίγνωσης (μεταξύ των οποίων Horney, 1926, 1933· Jones, 1927· Josine Muller, 1932· Brierley, 1932, 1936· Jacobson, 1937[1976]· Klein, 1928, 1929, 1932· Payne 1935, κ.ά.), ο Freud εμμένει μέχρι τέλους στο ότι ο κόλπος παραμένει άγνωστος και στα δύο φύλα και απαντά, λέγοντας ότι αυτές οι αισθήσεις «δεν μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο» (1933, σ. 118).
Παράλληλα επαναλαμβάνει ότι καθώς δεν φοβούνται τον ευνουχισμό και άρα δεν υπερβαίνουν το οιδιπόδειο όπως τα αγόρια, ο σχηματισμός του υπερεγώ στα κορίτσια υποφέρει, και δεν μπορεί να επιτύχει την ισχύ και την ανεξαρτησία που του προσδίδουν την πολιτιστική του σημασία (ό.π., σ. 129).
Όπως σημειώνει «το γεγονός ότι οι γυναίκες θεωρούνται πως έχουν μικρή αίσθηση δικαιοσύνης σχετίζεται αναμφίβολα με την κυριαρχία του φθόνου στην ψυχική τους ζωή […] Θεωρούμε επίσης τις γυναίκες ασθενέστερες στα κοινωνικά τους ενδιαφέροντα και ότι έχουν λιγότερη ικανότητα για μετουσίωση από τους άνδρες» (ό.π., σ. 134).
Επιπλέον, συγκρίνοντας τη δυνατότητα για εξέλιξη κατά την ψυχανάλυση των δύο φύλων, σημειώνει ότι: «Σε μια γυναίκα της ίδιας ηλικίας (συγκρινόμενη με έναν τριαντάχρονο άνδρα), μας τρομάζει η ψυχολογική ακαμψία και η αδυναμία της να αλλάξει (unchangeability). Η λίμπιντό της έχει πάρει τις τελικές θέσεις και φαίνεται ανίκανη να τις ανταλλάξει με άλλες. Δεν υπάρχουν διαδρομές ανοικτές για περαιτέρω ανάπτυξη· είναι σαν η όλη διαδικασία να είχε ήδη κάνει την πορεία της και να παραμένει ως εκ τούτου άτρωτη σε επιρροές – σαν, πράγματι, η δύσκολη εξέλιξη προς τη θηλυκότητα να είχε εξαντλήσει τις δυνατότητες της γυναίκας» (Freud, 1933, σ. 134).
Επανερχόμενος δε επ’ αυτού το 1937, στο “Analysis terminable and interminable”, ο Freud πιστεύει ότι η απόλυτη δυσκολία στην ανάλυση των γυναικών βρίσκεται στην άρνησή τους να παραιτηθούν από την επιθυμία για ένα πέος — την βαθύτατη ντροπή τους και τον διαρκή τους φθόνο. «Σε κανένα άλλο σημείο στην αναλυτική εργασία δεν υποφέρει κανείς περισσότερο από μια καταπιεστική αίσθηση ότι οι επανειλημμένες προσπάθειές του ήταν μάταιες […] από όταν κάποιος προσπαθεί να πείσει μια γυναίκα να εγκαταλείψει την επιθυμία της για ένα πέος, λόγω του ότι είναι ανέφικτο» (Freud, 1937, σ. 252).
Ως εκ τούτων, όπως συνοψίζει η Chasseguet-Smirgel (1976, σ. 281), κατά τον Freud η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι μια σειρά ελλείψεων: έλλειψη κόλπου, έλλειψη πέους, έλλειψη μιας ιδιαίτερης σεξουαλικότητας, έλλειψη ενός κατάλληλου ερωτικού αντικειμένου και, τέλος, οι ελλείψεις που υπονοούνται από την απουσία οποιωνδήποτε εγγενών γυναικείων χαρακτηριστικών, τα οποία θα μπορούσε να επενδύσει κατευθείαν και επίσης από το ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την κλειτορίδα. Μπορούμε να προσθέσουμε τη σχετική έλλειψη ενός υπερεγώ, καθώς και της ικανότητας για μετουσίωση. Παράλληλα το θηλυκό θετικό οιδιπόδειο, το οποίο ποτέ δεν επιτυγχάνεται από ορισμένες γυναίκες, είναι μόνο η μετάθεση, προς τον πατέρα, της σχέσης της με τη μητέρα, και η μητρότητα είναι ένα υποκατάστατο της αρρενωπότητας, η οποία στην πραγματικότητα δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί.
Θα εκτιμούσαμε πληρέστερα την έκταση των συνεπειών τής ανασκοπούμενης διαμάχης αν συνυπολογίζαμε ότι απετέλεσε τμήμα του πνευματικού περιβάλλοντος, στο οποίο διαμορφώθηκε ο τρόπος της σκέψης και της κλινικής της Klein. Ο οποίος, παράλληλα με τις αντιπαραθέσεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, δημιουργούσε ήδη μια αυξανόμενη και απειλητική απόσταση και τριβή μεταξύ των ομάδων της Βιέννης και του Λονδίνου.
Παρότι η Klein παρέμεινε στο φόντο του διαλόγου που ανασκοπούμε, εντούτοις δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην εργασία της. Η Klein (1932) συμφωνεί καταρχάς με τη δομή του οιδιπόδειου που έχει θέσει ο Freud, αλλά προσθέτει πολλές δικές τις θέσεις. Η κλαϊνική μεταψυχολογία δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα ζητήματα της στοματικής και πρώιμης φαλλικής επιθετικότητας (θεωρώντας τα περισσότερο καθοριστικά για τη μετέπειτα ανάπτυξη της προσωπικότητας) από ό,τι στα πεπρωμένα του Οιδιπόδειου συμπλέγματος καθαυτού. Στην πραγματικότητα, αποδίδει τις διαφορές μεταξύ της φυσιολογικής ανδρικής και γυναικείας εξέλιξης στις διαφορές της αρχικής έντασης των εχθρικών επιθυμιών προς την εικόνα του μαστού-πέους.
Συνδέει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα με τις καταθλιπτικές διεργασίες και τοποθετεί την έναρξή του κατά το δεύτερο εξάμηνο του πρώτου έτους, θεωρώντας ότι το πρώιμο οιδιπόδειο υφαίνεται από μερικά αντικείμενα και ότι οι επικρατούσες επιθυμίες είναι στοματικές.
Συγχρόνως, η Klein διαχωρίζει εκ γενετής τη σεξουαλικότητα των δύο φύλων. Αποδίδει μια βασική θηλυκότητα στο μικρό κορίτσι και μια εξ αρχής πρωτογενή κολπική επίγνωση. Σημειώνει ότι συμφωνεί με την Horney του 1926 σε μια σειρά συμπερασμάτων της δεύτερης: Ότι ο κόλπος παίζει ρόλο στην πρώιμη ζωή του κοριτσιού όπως και η κλειτορίδα, ότι οι αιμομικτικές φαντασιώσεις και επιθυμίες του κοριτσιού αναφέρονται στον κόλπο, ότι η αδυναμία του κοριτσιού να αποκτήσει κάποια γνώση σχετικά με τη διαμόρφωση του κόλπου του τείνει να αυξάνει τον γενετήσιο φόβο του και να το κάνει να υιοθετεί μια αρρενωπή θέση. Συμφωνεί επίσης στη διάκριση της Horney μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς φθόνου του πέους και με τη θέση της ότι ο δεύτερος χρησιμοποιείται για να απωθήσει το κορίτσι τις θηλυκές του επιθυμίες (Klein, 1932, σ. 297).
Όπως η Horney, έτσι και η Klein βλέπει την κλειτορίδα ως θηλυκό γεννητικό όργανο και, ως εκ τούτου, δεν θεωρεί τον κλειτοριδικό αυνανισμό ως μια αρσενική δραστηριότητα. Υποστηρίζει ότι η προνομιακή ερωτικοποίηση της κλειτορίδας ή η επιθυμία για το πέος είναι αμυντικές διεργασίες που συνδέονται με καταστάσεις άγχους που είναι χαρακτηριστικές αυτής της στιγμής ανάπτυξης.
Προσθέτει επίσης ότι ο πραγματικός κολπικός αυνανισμός στην πρώιμη παιδική ηλικία είναι πολύ πιο συχνός από ό, τι έχει υποτεθεί αλλά και ότι τα βρέφη και των δύο φύλων βιώνουν γενετήσιες επιθυμίες που απευθύνονται προς τη μητέρα και τον πατέρα τους, και έχουν μια ασυνείδητη γνώση του κόλπου καθώς και του πέους (1945, σ. 29, 31).
H Klein θεωρεί ότι το κορίτσι αναγνωρίζει εξαρχής τη μητέρα του ως ένα «ακατάλληλο σεξουαλικό αντικείμενο», σε αντίθεση με τον πατέρα. Επίσης, θεωρεί ότι από πολύ μικρή ηλικία υπάρχει στο κορίτσι μια ασυνείδητη γνώση της πρωταρχικής σκηνής.
Για την Klein, η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη ξεκινά όταν το μικρό κορίτσι, απογοητευμένο από το μητρικό στήθος, στρέφει απευθείας προς τον πατέρα δεκτικές οιδιπόδειες επιθυμίες (1928, σ. 173-175).
Δεδομένης της δεκτικής του φύσης, το κορίτσι επιθυμεί να ενσωματώσει το πέος με έναν στοματικό, πρωκτικό και γεννητικό τρόπο. Η προκύπτουσα τελική κολπική επιθυμία για το πέος του πατέρα γρήγορα ματαιώνεται από την πατρική απόρριψη της αγάπης του μικρού κοριτσιού. Η απόρριψη έχει, κατά την γνώμη της, δύο συνέπειες:
(1) παράγει φαλλικό φθόνο πέους που οδηγεί σε εξιδανίκευση του επιθυμητού αρσενικού οργάνου. Είναι το φαλλικό στάδιο, το οποίο θεωρείται ως άμυνα εναντίον της αναγνώρισης της πατρικής απόρριψης, και το οποίο ενέχει μια τάση παλινδρόμησης προς την αναβίωση του στοματικού πατρικού ή ακόμη και μητρικού φθόνου του πέους, και
(2) ξεκινά την πυρηνική Οιδιπόδεια κατάσταση.
Σε αυτό το σημείο, η μητέρα του κοριτσιού γίνεται αντίζηλος για την αγάπη του πατέρα και ανταγωνίστρια για την κατοχή του πέους ή των συμβολικών, εξιδανικευμένων ιδιοτήτων του, και άρα το κορίτσι την αντιλαμβάνεται πιο απορριπτική απ’ ό,τι το αγόρι.
Σημαντικές φαντασιώσεις του κοριτσιού κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περιλαμβάνουν τον σφετερισμό των γεννητικών οργάνων και άλλων ιδιοτήτων των σωμάτων των γονέων και την αφαίρεση του μαστού-πέους από τη μητέρα, φαντασιώσεις που σχετίζονται με πρωτόγονο φθόνο και οργή, και έχουν ως αποτέλεσμα φόβους για σκληρά αντίποινα με τη μορφή της καταστροφής του εσωτερικού του σώματός της (δεδομένου ότι στερείται ένα εξωτερικό γεννητικό όργανο-πέος, επί του οποίου θα μπορούσε να μεταθέσει τους φόβους του, ο εσωτερικός κόσμος είναι πιο σημαντικός για το κορίτσι από ό,τι είναι για το αγόρι) (Klein, 1929, σ. 442-443).
Συνεπώς, η επιθυμία του κοριτσιού να κατέχει ένα πέος έγκειται στην προσπάθεια να αποκτήσει τη βεβαιότητα της πληρότητάς του. Οφείλεται επίσης στο ότι το μίσος που αισθάνθηκε για τη μητέρα και μετατοπίστηκε στον πατέρα, καθώς και η απόρριψη από αυτόν, αυξάνουν τη θηλυκή οιδιπόδεια απογοήτευσή του. Το πέος μπορεί συγχρόνως να είναι επιθυμητό ως όργανο έκφρασης του μίσους προς τη μητέρα. Ένας τέταρτος λόγος για την επιθυμία του πέους εμφανίζεται όταν το κορίτσι αντιμετωπίζει καταθλιπτικά άγχη και ενοχές από τις επιθέσεις του εναντίον του εσωτερικού της μητέρας, και αισθάνεται ότι η κατοχή πέους θα του επέτρεπε να επανορθώσει.
Η Klein υποστηρίζει λοιπόν, και αυτή, ότι ο φθόνος του πέους και η επιθυμία της κατοχής του έρχονται μετά από την απογοήτευση των φαντασιώσεων του θετικού οιδιπόδειου.
Αυτές οι διατυπώσεις αντιτίθενται σαφώς στις απόψεις του Freud για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα (Freud, 1925, 1931), όχι μόνο λόγω της έμφασης στην καθαυτή προ-οιδιπόδεια περίοδο, αλλά και επειδή υποθέτουν κάτι που ισοδυναμεί με ξεκάθαρα καθορισμένες οιδιπόδειες, και όχι προ- οιδιπόδειες, εμπειρίες στο πρώτο ενάμισι έτος της ζωής.
Ο ίδιος ο Freud, όπως είδαμε, θεώρησε τη στοματική περίοδο «ασαφή και σκοτεινή», υποκείμενη σε «αμείλικτη απώθηση», και ότι τα αποφασιστικά γεγονότα στη σεξουαλική εξέλιξη της γυναίκας συμβαίνουν πολύ αργότερα, στη φαλλική φάση.
Αναφορικά με το υπερεγώ, οι απόψεις της Klein επίσης αποκλίνουν από του Freud σε τρία κύρια σημεία: (1) η έναρξη του υπερεγώ είναι πολύ πρωιμότερη, (2) τα συστατικά του υπερεγώ είναι πολλαπλά και ποικίλα και όχι μόνο ένα σύμπλοκο των ενδοβλημένων γονιών, και (3) λόγω της πολύ μεγαλύτερης αναπτυξιακής πορείας του, το υπερεγώ περνά μέσα από διαδικασίες τροποποίησης, ιδίως άμβλυνσης της σκληρότητάς του και απαρτίωσης των αντιφατικών πλευρών του[15].
Κατά την Klein το στήθος και το πέος, με τις καλές και κακές πτυχές τους, είναι τα πρώτα εσωτερικά αντικείμενα από τα οποία αναπτύσσεται το υπερεγώ, που με τη σειρά του επηρεάζει τη σχέση με τους δύο γονείς και την όλη σεξουαλική ανάπτυξη. Το άγχος, η ενοχή και τα καταθλιπτικά συναισθήματα είναι εγγενή στοιχεία της συναισθηματικής ζωής του παιδιού και διαπερνούν τις πρώτες αντικειμενότροπες σχέσεις του. Έτσι, η συναισθηματική και σεξουαλική ανάπτυξη, οι σχέσεις αντικειμένου και η ανάπτυξη του υπερεγώ αλληλοεπιδρούν από την αρχή (Klein, 1945, σ. 32-33).
Επιστρέφοντας τώρα στην ανασκοπούμενη αλληλουχία των αντιπαραθέσεων για το ειδικό ζήτημα της γυναικείας ανάπτυξης, ο Jones το 1933, στο άρθρο του “The Phallic Phase”, επανέρχεται στο ακανθώδες θέμα της φαλλικότητας, επαναδιατυπώνοντας τις δύο φάσεις εξέλιξης. Την πρωτο-φαλλική, όπου τα δύο φύλα θεωρούν ότι το δικό τους όργανο είναι αυτό που έχουν όλοι και δεν υπάρχει σύγκρουση για κανένα φύλο, και την δευτερο-φαλλική, όπου ο κόσμος διαιρείται πλέον σε φαλλικό/ευνουχισμένο και επέρχεται η σύγκρουση και ο φόβος ευνουχισμού.
Αυτή η δεύτερη φάση δεν είναι, κατά τη γνώμη του, μέρος της φυσιολογικής εξέλιξης αλλά μια αμυντική αναδίπλωση έναντι των οιδιπόδειων επιθυμιών, που είναι από πολύ νωρίς στο προσκήνιο (σ. 1, 17, 25). Πιστεύει δε ότι εξίσου πολύ νωρίς το αγόρι έχει αίσθηση της συμπληρωματικότητας του πέους του και έντονες φαντασιώσεις διείσδυσης (σ. 6, 13).
Πολύ κοντά στις απόψεις της Klein (1932), την οποία παραθέτει εκτενώς, θεωρεί ότι το οιδιπόδειο του κοριτσιού κινητοποιείται τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αυτό που θέλει είναι κτήμα της μητέρας, που το κατέχει εσωτερικά. Θέλει να το αρπάξει από τη μητέρα και φοβάται τα αντίποινα για το εσωτερικό του δικού της σώματος (Jones, 1933, σ. 21).
«Ο κόλπος που δεν έχει ανακαλυφθεί», τονίζει, επαναλαμβάνοντας την Horney, «είναι ένας κόλπος που έγινε αντικείμενο άρνησης» (Jones, 1933, σ. 5).
Ταυτόχρονα, ο Jones ισχυρίζεται ότι ο Freud, στην κριτική του για την Horney, δεν έχει κατανοήσει επαρκώς τη θέση της:
«Ο Freud, κρίνοντας την εργασία της Karen Horney περιγράφει την άποψή της ως ότι το κορίτσι, από τον φόβο της εξέλιξής του προς τη θηλυκότητα, παλινδρομεί στο (δευτερο-) φαλλικό στάδιο. Είναι τόσο σίγουρος ότι το πρωιμότερο (κλειτοριδικό) στάδιο μπορεί να είναι μόνο ένα φαλλικό στάδιο. Αλλά αυτό είναι ένα από τα επίμαχα ζητήματα· για όποιον παίρνει την αντίθετη θέση, η διαδικασία που μόλις αναφέρθηκε δεν θα ήταν μια οπισθοδρόμηση, αλλά ένας νέος νευρωτικός σχηματισμός. Και αυτό είναι μια ερώτηση που πρέπει να συζητηθεί» (ό.π., σ. 20).
Και συνεχίζει, επιμένοντας ότι: «Η κλειτορίδα είναι εντέλει τμήμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Κλινικά, η αντιστοιχία μεταξύ του κλειτοριδικού αυνανισμού και ενός ανδρικού τρόπου απέχει πολύ από το να είναι αμετάβλητη […] Στο άρθρο μου στο Innsbruck εξέφρασα την άποψη ότι η κολπική διέγερση παίζει έναν πιο σημαντικό ρόλο στην πρώιμη παιδική ηλικία από ό,τι έχει αναγνωριστεί— σε αντίθεση με την άποψη του Freud ότι αρχίζει μόνο στην εφηβεία. Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι το ζήτημα της υποτιθέμενης κλειτοριδικής και, ως εκ τούτου, αρσενικής προτεραιότητας-κυριαρχίας (primacy) επί του θηλυκού βρέφους μπορεί κάλλιστα να μείνει σε αναμονή…» (ό.π., σ. 20).
Δύο χρόνια μετά, το 1935, ακολουθεί η τελική σύνοψη του Jones στο άρθρο “Early Female Sexuality”, σε μια προσπάθεια να συζητηθούν οι διαφορές που διαμορφώνονταν ανάμεσα στους Βιεννέζους και στους Άγγλους ψυχαναλυτές αναφορικά με τα θέματα της γυναικείας σεξουαλικότητας.
O συγγραφέας αναγνωρίζει στον πυρήνα των διαφωνιών το πρώιμο στάδιο ανάπτυξης του κοριτσιού, το ζήτημα πέος – κλειτορίδα, την πρώιμη επίγνωση του κόλπου, και τη χρήση της αμφιφυλίας, η οποία, όπως σημειώνει, μπορεί μεν να είναι υπαρκτή αλλά δεν πρέπει να την επικαλείται κανείς ως επιχείρημα σε κάθε κλινική δυσκολία (1935, σ. 264).
Κατά τη γνώμη του, το κορίτσι είναι θηλυκό εξαρχής και στραμμένο στο εσωτερικό του σώματός του, θεωρώντας τη μητέρα του ως πηγή αντικειμένων που θέλει να ιδιοποιηθεί. Στερημένο από εκείνη, θα στραφεί προς τον πατέρα, ως μερικό αντικείμενο, μέχρι το πρώτο εξάμηνο της ζωής του. Αυτό το οιδιπόδειο διαφέρει από το μεταγενέστερο, του δεύτερου έτους, οπότε και υπάρχει αγάπη για τον πατέρα.
Εντέλει ο Jones, παρόλο που συμφωνεί ότι η ανατομία παίζει σίγουρα κάποιον ρόλο στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη, θεωρεί πιο σύμφωνη με τα ευρήματα, και πιο πιθανή, τη θέση ότι η θηλυκότητα αναπτύσσεται αυθόρμητα και βαθμιαία από εσωτερικές ωθήσεις μιας ενστικτικής ιδιοσυγκρασίας, από εκείνη τη θέση που την θεωρεί ως το αποτέλεσμα μιας εξωτερικής εμπειρίας («viewing the penis»). Επισημαίνει δε ότι «το τελικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν η γυναίκα γεννιέται ή γίνεται» (Jones, 1935, σ. 273)[16].
Σε διαφορετικό πλαίσιο σκέψης κινείται η Jacobson, που το 1937, στο “Ways of Female Superego Formation and the Female Castration Conflict”, διαφοροποιείται από τον Freud αναφορικά με το γυναίκειο υπερεγώ.
Καταρχάς παρατηρεί ότι συν τω χρόνω η γυναίκεια ερωτική ζωή διευρύνεται, καθώς εμπλουτίζεται το εγώ και ανεξαρτητοποιείται το υπερεγώ των γυναικών. Συνδέει την εξέλιξη με τις κοινωνικές αλλαγές (Jacobson, 1937[1976], σ. 526), υπονοώντας ότι η σεξουαλικότητα βρίσκεται σε δυναμική αλληλαντίδραση με τις κοινωνικές διαδικασίες, όπως ακριβώς από το 1926 ισχυρίστηκε η Horney.
Προσθέτει δε ότι «η απελευθέρωση των γυναικών από παλιότερα δεσμά πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα μια χαρακτηριστικά νέα μορφή γυναικείας φύσης», την οποία δεν μπορούμε να συλλάβουμε απλώς με τους όρους κάποιας «αρρενοποίησης» των θηλυκών, όπως άλλοι σύγχρονοί της ψυχαναλυτές υπονοούσαν (πχ. Sachs, 1929, κ.ά.).
Παρατηρεί και αναρωτιέται για τη συχνή γυναικεία μελαγχολική κατάθλιψη και τις ξαφνικές εκρήξεις σκληρών υπερεγωτικών απαιτήσεων που την συνοδεύουν, τη στιγμή που το υπερεγώ των γυναικών θεωρείται αδύναμο και ανακλιτικό. «Τέτοιες περιπτώσεις μας αναγκάζουν να υποπτευόμαστε ότι ο σχηματισμός του γυναικείου υπερεγώ είναι πολύ πιο πολύπλοκος από ό,τι συνήθως θεωρούμε» καταλήγει (Jacobson, 1937[1976], σ. 525).
Συνυπογράφει βέβαια η Jacobson το σύμπλεγμα ευνουχισμού των κοριτσιών που το θεωρεί σημαντικό για την κατανόηση του σχηματισμού του υπερεγώ, σημειώνει όμως ότι είναι πεπεισμένη όπως και η Horney (1926): «…ότι το μικρό κορίτσι έχει, επίσης, έναν αρχικό φόβο μιας σωματικής βλάβης, ειδικά των γεννητικών του οργάνων. Αυτός ο φόβος, σε αντίθεση με του αγοριού, δεν υπαγορεύεται από την Οιδιπόδεια σχέση, αλλά αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της προ-οιδιπόδειας σχέσης με τη μητέρα και υποβάλλεται σε ορισμένες τροποποιήσεις σε μεταγενέστερα στάδια ανάπτυξης» (ό.π., σ. 527).
Προτείνει δε ότι η καταστροφική αντίδραση στην ανακάλυψη των ανατομικών διαφορών μεταξύ των φύλων, την οποία περιέγραψε ο Freud, δεν είναι αναπόφευκτη. Αντίθετα, ένα κορίτσι μπορεί να αναπτύξει μια φαντασίωση ενός εσωτερικού πέους, συνοδευόμενη από μια ενεργητική ερωτικοποίηση του κόλπου, ο οποίος εκτιμάται καθαυτός. Αυτή η φαντασιούμενη μετάθεση του πέους μέσα στο σώμα, μετατρέπει τον φόβο ευνουχισμού σε έναν φόβο καταστροφής αυτού του εσωτερικού γεννητικού οργάνου. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ενός εσωτερικού οργάνου μπορεί να είναι επίσης μια ευνοϊκή προετοιμασία για τη φυσιολογική γενετήσια ανάπτυξη (ό.π., σ. 528). Αυτό το μονοπάτι οδηγεί, κατά τη γνώμη της, στον σχηματισμό ενός θηλυκού ιδεώδους εγώ. Ο επακόλουθος σχηματισμός του υπερεγώ δεν συνδέεται με τον πατέρα με εξαρτητικό, μαζοχιστικό τρόπο. Αντ’ αυτού, ο σχηματισμός του υπερεγώ βασίζεται σε μεγαλύτερη γυναικεία αυτοεκτίμηση και αυτονομία.
Η μικρή αυτή περιήγηση στον διάλογο ανάμεσα στον Freud και τους σύγχρονούς του ψυχαναλυτές για το θέμα της γυναίκειας σεξουαλικότητας θα κλείσει το 1940, με το ενδιαφέρον άρθρο της Brunswick “The Preoedipal Phase of the Libido Development” (γραμμένο το 1930, σε συνεργασία με τον Freud)[17], που αφορά στα φαινόμενα της προ-οιδιπόδειας φάσης, στην οποία κυριαρχεί η μορφή της ενεργητικής μητέρας.
Η Brunswick διακρίνει στην πορεία της ανάπτυξης της λίμπιντο τρία μεγάλα ζεύγη αντιθέσεων. Το πρώτο, ενεργητικό-παθητικό, και το δεύτερο, φαλλικό-ευνουχισμένο, χαρακτηρίζουν τη βρεφική και νηπιακή-παιδική ηλικία, ενώ το τρίτο, αρσενικό-θηλυκό, την εφηβεία (1940, σ. 297-298).
Η αρχή της ζωής, όταν ακόμα η διάκριση των φύλων δεν έχει εγκαθιδρυθεί, διέπεται, κατά τη γνώμη της, από το ζεύγος ενεργητικό-παθητικό[18], όπου, απέναντι στο βρέφος και των δύο φύλων, δεσπόζει ο ενεργητικός ρόλος της μητέρας, φέρνοντας το βρέφος σε μια πρωτογενή παθητική θέση.
Σε αυτή τη φάση φαίνεται πιθανό ότι το στήθος είναι το όργανο μέσω του οποίου εκφράζεται η ενεργητικότητα της μητέρας («the executive organ of the active mother») (ό.π., σ. 304).
Μόνο αργότερα, όταν θα έχει αναγνωριστεί η σημασία του φαλλού, η ιδέα του πέους θα προβληθεί στην ενεργητική μητέρα. Επομένως, θεωρεί η Brunswick, η φαντασίωση της φαλλικής μητέρας έχει παλινδρομικό και αντισταθμιστικό χαρακτήρα, αποτελώντας ένα απομεινάρι της παντοδύναμης και αρχαϊκής μητέρας.
Αναδύεται λοιπόν στη σκέψη της μια επερώτηση σχετικά με την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη και των δύο φύλων, υπό το φώς τής σταδιακά αυξανόμενης αναγνώρισης της ύπαρξης και της σημασίας μιας προ-οιδιπόδειας φάσης, κατά την οποία δεσπόζει μία αρχαϊκή, ισχυρή, ελέγχουσα, κυρίαρχη μορφή: η ενεργητική μητέρα[19].
Σημειώνει δε ότι παρότι «θεωρήθηκε πως η ανάπτυξη του κοριτσιού δεν διαφέρει ριζικά από εκείνη του αγοριού, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας είδαμε ότι η ανδρική και η γυναικεία εξέλιξη, ενώ μοιάζουν στενά μεταξύ τους, σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν παράλληλα» (ό.π., σ. 294).
Συγχρόνως, στο ίδιο άρθρο αμφισβητεί το κατά πόσον ο κόλπος είναι ένα «σιωπηλό όργανο» μέχρι την εφηβεία και μιλά για μια πρώιμη κολπική ευαισθησία με πρωκτική προέλευση (ό.π., σ. 313).
Εν κατακλείδι
Η αντιπαράθεση, την οποία συνοπτικά ανασκοπήσαμε, καταγράφηκε απαρχής αποσπασματικά και ένα τμήμα της διεξήχθη σε μη δημοσιευμένες ανταλλαγές ή αλληλογραφίες και σε προφορικές συζητήσεις.
Κατά τη γνώμη της Fliegel (1982), ένα από τα αποτελέσματά της ήταν ότι οι σχετικές θέσεις κατηγοριοποιήθηκαν και έγιναν σε εξαιρετικό βαθμό άκαμπτες, καθιστάμενες σχεδόν θέμα δογματικής αφοσίωσης. Αυτό αναμφίβολα συνέβαλε στο να δεσμευτούν επί μακρόν οι θέσεις των περισσότερων ψυχαναλυτών, με τρόπο που δεν συνέβη ποτέ με άλλες αμφισβητούμενες ιδέες του Freud. Για παράδειγμα, η θεώρησή του για το ένστικτο του θανάτου ήταν ανέκαθεν εκπεφρασμένα συζητήσιμη από πολλούς συναδέρφους του.
Διαφαίνεται από την αρχή μια σαφής διαφορά απόψεων μεταξύ αφενός της αναπτυξιακής ακολουθίας του Freud (η οποία προορίζονταν να είναι κανονιστική) ότι το κορίτσι που συμβιβάζεται με τη θηλυκότητα το κάνει μόνο επειδή παραιτείται από την απέλπιδα προσπάθεια να γίνει άντρας, και αφετέρου αυτών που θεώρησαν ότι η θηλυκότητα είναι πρωτογενής, αλλά πρέπει να εγκαταλειφθεί για ένα χρονικό διάστημα λόγω του φόβου της μητέρας, υποκαθιστάμενη προσωρινά από την αρσενική κλειτοριδική σεξουαλικότητα.
Αν και, όπως είδαμε, η Horney, ο Jones και ο Fenichel συνέχισαν να επερωτούν μία ή περισσότερες πτυχές των φροϋδικών θέσεων για μερικά ακόμα χρόνια, η συζήτηση για τον Freud είχε ουσιαστικά κλείσει το 1931. Ο Freud αποδείχθηκε, αναφορικά με αυτό το ζήτημα, απορριπτικός στη διαφωνία. Με λίγες μόνο εξαιρέσεις, οι συνάδελφοί του συντάχθηκαν με τις θέσεις του, και τα άρθρα των Horney και Jones για το εν λόγω θέμα εν πολλοίς αγνοήθηκαν, μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του προηγουμένου αιώνα.
Τo 1950 και το 1960 υπήρξαν ορισμένες απόπειρες από θεωρητικούς της ψυχανάλυσης να αντιπαρατεθούν στις πιο αμφισβητήσιμες πτυχές της φροϋδικής θεωρίας (πχ. Zilboorg, 1944· Greenacre, 1950· Kestenberg,1956· και Stoller, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960), που όμως δεν επηρέασαν την ψυχαναλυτική κοινότητα. Η αρχική διαμάχη γύρω από το θέμα φαινόταν σχεδόν ξεχασμένη, και η κλασσική βιβλιογραφία αντικατόπτριζε μια αναντίρρητη επικύρωση των απόψεων του Freud.
Αυτή η πλήρης αποδοχή ήταν τεράστιας σημασίας επειδή επηρέασε βαθύτατα τόσο την αναλυτική τεχνική με τις γυναίκες ασθενείς όσο και τους στόχους της θεραπείας τους, καθώς, όπως σημειώνει και ο Lax (1995, σ. 400) «μέχρι πρόσφατα οι εν λόγω φροϋδικές θεωρίες διδάσκονταν στα περισσότερα ψυχαναλυτικά ινστιτούτα χωρίς επαρκή εξέταση των αντιτιθέμενων απόψεων».
Την ίδια εποχή (1950 και 1960) μαχητικές φεμινίστριες ξεκίνησαν τις γνωστές επιθέσεις στη φροϋδική ψυχανάλυση και γυναίκες στους λογοτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για τη φροϋδική κατανόηση της θηλυκότητας και τη θέση που προσέδιδε κοινωνικά στις γυναίκες.
Έτσι, υπό την πίεση της «εξωτερικής πραγματικότητας» αφενός και αφετέρου μέσω των πολλών νέων αναλυτικών δεδομένων και ερευνητικών ευρημάτων[20], οι φροϋδικές θέσεις περί της γυναικείας ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης άρχισαν να αναθεωρούνται.
Οι αναφορές στους Horney και Jones, τις κεντρικές φυσιογνωμίες της αρχικής αντιπαράθεσης, είναι τώρα σχεδόν ρουτίνα στα σχετικά άρθρα, αν και υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις στον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται και για ποιες πτυχές των απόψεών τους επιλέγονται.
Τα ευρήματα του Stoller (1976), καθώς και οι παρατηρήσεις των Kestenberg (1956), Galenson & Roiphe (1976), Frankel & Sherick (1979), υποστηρίζουν, με βάση τις αναπτυξιακές παρατηρήσεις, τους ισχυρισμούς των Horney (1924) και Jones (1927), δηλαδή ότι η θηλυκή ταυτότητα είναι πρωτογενής και σταθερά εδραιωμένη πολύ πριν το φαλλικό στάδιο, πιθανότατα μεταξύ δεκαοκτώ και εικοσιτεσσάρων μηνών, εν μέσω της περιόδου αποχωρισμού-εξατομίκευσης[21].
Συγχρόνως, σε έναν άλλο άξονα, εμφανίζονται οι σχέσεις αντικειμένου ως κεντρικές στην κατανόηση των διαδικασιών σχηματισμού ταυτότητας (πχ. Zetzel, 1965· Fast, 1979 κ.ά.).
Το ζήτημα της σχετικής σημασίας των αντικειμενότροπων σχέσεων, σε αντιπαράθεση προς τις ενορμήσεις, στο θέμα της σεξουαλικής διαφοροποίησης, προσθέτει μια επιπλέον διάσταση στα τρέχοντα αμφιλεγόμενα ζητήματα.
Δεδομένου ότι οι ενορμήσεις δεν είναι προσβάσιμες στην παρατήρηση εκτός των σχέσεων αντικειμένου, οι θέσεις που λαμβάνονται σε αυτό το, απομακρυσμένο από εμπειρικά δεδομένα, επίπεδο θεωρίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εκάστοτε θεωρητικές προτιμήσεις. Ωστόσο, οι θεωρητικές προτιμήσεις επηρεάζουν με τη σειρά τους τον τρόπο συστηματοποίησης του διαθέσιμου υλικού.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι παρά τη συνεχιζόμενη επανεξέταση των φροϋδικών θεωριών και πάλι σήμερα, έναν αιώνα μετά, δύο αντικρουόμενα ρεύματα μπορούν να παρατηρηθούν στην ψυχαναλυτική θεωρητικοποίηση. Από τη μία, υπό το φως των αντιτιθέμενων εμπειρικών στοιχείων (που προκύπτουν τόσο από την κλινική κατάσταση όσο και από τις άμεσες παρατηρήσεις παιδιών) υπάρχει μια άμεση αντιπαράθεση στις απόψεις του Freud, ενώ από την άλλη συνεχίζονται οι προσπάθειες να διατηρηθούν αναλλοίωτες οι φροϋδικές θέσεις, ενίοτε και σε βάρος της εσωτερικής λογικής τους[22].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Η Δομινίκη Μυλωνά (domyl@otenet.gr) είναι ψυχίατρος, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της IPA, και ομαδική αναλύτρια, μέλος της GASI, και πρόεδρος του Ινστιτούτου Ομαδικής Ανάλυσης S.H.Foulkes.
[1] Μια συνοπτική εκδοχή της εργασίας παρουσιάστηκε στο εργαστήριο της ομάδας «Για το Θήλυ», στο πλαίσιο του Συνεδρίου της ΕΨΕ στις 24/11/18.
[2] Στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικοποίησης, εξετάστηκαν και τα ζητήματα της ανάπτυξης του υπερεγώ, της ανακάλυψης του κόλπου, της σημασίας του φθόνου του πέους, του ρόλος του πατέρα, της άνισης αποτίμησης των αγοριών και των κοριτσιών, του μαζοχισμού και του ναρκισσισμού. Οι αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στον κοινωνικό ορισμό και στην αυτοαντίληψη των γυναικών τις τελευταίες δεκαετίες έχουν επίσης επιστήσει την προσοχή στην κοινωνική μήτρα του ρόλου των φύλων πίσω από τους ψευδο-φυσικούς (φυσιολογικούς) καθοριστικούς παράγοντες της οντογένεσης.
[3] Στην ψυχαναλυτική ιστορία αυτή η συζήτηση καταγράφηκε μάλλον αποσπασματικά, ενώ ορισμένα θέματα συζητήθηκαν σε μη δημοσιευμένη αλληλογραφία ή σε προφορικές συζητήσεις. Επιπλέον, το ότι δεν εξετάζονται λεπτομερώς οι ημερομηνίες της σχετικής αντιπαράθεσης δυσχεραίνει το να γίνεται πάντα σαφές ποιος απαντά σε ποιον ή πού (Fliegel, 1973).
[4] Το σύμπλεγμα ευνουχισμού προαναγγέλλεται αρχικά, όπως αναφέρει ο Strachey στην εισαγωγή του “On the Sexual Theories of Children” (1908, σ. 208), με μία ασαφή αναφορά σε κάποια απειλή ευνουχισμού στο “The Interpretation of Dreams” (1900, σ. 619). Κατόπιν περιγράφεται ρητά και συζητείται το 1908, σε σχέση με τη σεξουαλική θεωρία των παιδιών, η οποία, εφόσον αποδίδει ένα πέος σε όλα τα πλάσματα, μόνο με τον ευνουχισμό μπορεί να εξηγήσει τις ανατομικές διαφορές των φύλων.
[5] Ένα διορατικό για τον εαυτό του σχόλιο (σε μια επιστολή προς τον Ferenczi το 1924) μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την αναποφασιστικότητα του Freud έναντι της Horney: «Όσο για την προσπάθειά σας να παραμείνετε σε πλήρη συμφωνία μαζί μου […] δεν βρίσκω αυτόν το στόχο ούτε απαραίτητο ούτε εύκολα εφικτό. Ξέρω ότι δεν είμαι πολύ προσιτός και δυσκολεύομαι να αφομοιώσω ανοίκειες σκέψεις που δεν βρίσκονται ακριβώς στο δικό μου μονοπάτι. Χρειάζεται αρκετός χρόνος για να μπορέσω να σχηματίσω μια κρίση γι’ αυτές, και στο μεσοδιάστημα πρέπει να αναστείλω την κρίση μου. Αν ήταν να περιμένετε τόσο πολύ κάθε φορά, θα ήταν το τέλος της παραγωγικότητάς σας» (Jones, 1957, σ. 57, υπογράμμιση δική μου).
[6] Ο οποίος μπορεί να προέρχεται από την παρέμβαση της, βιούμενης ως αντιπάλου, μητέρας μεταξύ του κοριτσιού και του πατέρα ή ακόμη από τον φόβο να απομακρύνει η μητέρα το κορίτσι για πάντα, είτε από το ότι ο πατέρας απλώς παρακρατά την επιθυμητή ικανοποίηση. Από αυτά προέρχεται ο βαθύς φόβος της ερήμωσης που έχουν οι περισσότερες γυναίκες (Jones, 1927, σ. 463).
[7] Η Melanie Klein επίσης, το 1928, στο “Early Stages of the Oedipus Conflict” αναφέρει την πεποίθησή της σχετικά με την πολύ πρόωρη κολπική επίγνωση και θεωρεί ότι το μικρό κορίτσι στρέφεται κατευθείαν από την απογοήτευση του απογαλακτισμού σε δεκτικές (receptive) οιδιπόδειες επιθυμίες προς τον πατέρα. (σ. 167, 174).
[8] Ήταν κι αυτή ψυχίατρος, όπως η Hοrney, αναλυόμενη του Freud για σχεδόν έναν χρόνο, το 1916, και αποδεκτή στο στενό του κύκλο, των συναντήσεων της Τετάρτης. Παράλληλα, το 1924 έγινε η πρώτη γυναίκα που ηγήθηκε του Ινστιτούτου Ψυχαναλυτικής Εκπαίδευσης της Βιέννης. Θεωρείται δε ότι ωθήθηκε από τον Freud στην «πρώτη γραμμή του μετώπου» έναντι των φεμινιστριών (Sayers, 1991).
[9] Όπως σημειώνει η Fliegel (1973), στην επακόλουθη βιβλιογραφία κυριάρχησε η τάση να αποδίδονται στον Jones οι ιδέες που προήλθαν από την Horney και οι οποίες μονάχα κατόπιν υποστηρίχθηκαν από αυτόν.
[10] Όπως αναφέρει η Fliegel (1973), δεν είναι δυνατόν ο Fenichel να το παρέβλεψε, ιδίως εφόσον ο Freud το 1931, αφότου επιδοκίμασε τη θέση της Lampl-de Groot, σημείωσε ρητώς την απόρριψή της εκ μέρους του Fenichel (Freud, 1931, σ. 242).
[11] Παρόλο που, όπως σημειώνει, το αναλυτικό υλικό των ενήλικων γυναικών δεν είναι καθοριστικό για το εάν σε αυτήν την πρώιμη φάση υπάρχει οργανική επίγνωση και αίσθηση του κόλπου, εντούτοις μια σειρά αναλυτικών περιπτώσεων την οδηγούν να το συμπεράνει (Horney, 1933, σ. 61).
[12] Η Horney έφυγε από την Γερμανία το 1932 όταν ο Franz Alexander την προσκάλεσε να γίνει συνιδρύτρια του νέου ψυχαναλυτικού ινστιτούτου του Chicago. Το 1934 μετακόμισε στη Nεα Υόρκη και έγινε μέλος του εκεί Ψυχαναλυτικού Ινστιτούτου. Όταν όμως η Horney εξέδωσε το New Ways in Psychoanalysis, όπου αντιπαρατίθονταν σε πολλές περιοχές του φροϋδικού θεωρητικού οικοδομήματος, το ινστιτούτο την απέκλεισε από διδάσκουσα αναλύτρια. Αυτή παραιτήθηκε αμέσως και σε λίγες μέρες μια νέα ψυχαναλυτική ένωση δημιουργήθηκε που στην συνέχεια έγινε το American Institute for Psychoanalysis, όπου η Horney εξελέγη κοσμήτορας μέχρι τον σχετικά πρόωρο θάνατό της το 1952. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η σημαντική πρώιμη εργασία της Horney δεν είχε λάβει την προσοχή που της αξίζει και βαθμιαία εξαφανίστηκε. Για παράδειγμα, ο αναγνώστης των τριών τόμων του Jones δύσκολα θα μπορούσε να πει γιατί η σκέψη της Horney έχει κάποιο ενδιαφέρον. Το τρέχον πολιτικό κλίμα στον χώρο της ψυχανάλυσης είναι μάλλον πιο δεκτικό στο να ανεχθεί διαφωνίες και αυτό ίσως έπαιξε έναν ρόλο στη βιβλιογραφική επανεμφάνιση της Horney. Πολλές από τις ιδέες της συνεχίζουν να είναι σημαντικές στη σύγχρονη ψυχανάλυση, όπως ο φθόνος των ανδρών για τις γυναίκες, τη μητρική φιγούρα και τη μήτρα, και ο φόβος τους για τις γυναίκες. Οι ιδέες της εξελίχθηκαν περαιτέρω στην Ευρώπη και την Αμερική, ειδικά στις εργασίες των Chodorow (1978), Fast (1994), και Chasseguet-Smirgel (1970). Η ιδέα της Horney ότι ο φθόνος του πέους μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στον φόβο της οιδιπόδειας νίκης και ανταγωνισμού με τη μητρική φιγούρα μπορεί να βρεθεί σε εργασίες πολλών σύγχρονων συγγραφέων, όπως η Marie Torok (1970). Οι ιδέες της Horney είναι εμφανείς και διακριτές επίσης και στην εργασία της Benjamin, ειδικά αναφορικά με τις ταυτίσεις και την αντικειμενότροπη αγάπη καθώς και στην ψυχολογία του γυναικείου μαζοχισμού. Η Benjamin (1999) συζήτησε πολύ πειστικά και εξονυχιστικά το δίλημμα που έχει το κορίτσι του οιδιπόδειου, δηλαδή να διαλέξει μεταξύ ενοχής από το να νικήσει και ταπείνωσης από το να χάσει. Επεκτείνοντας και επεξεργαζόμενη την Horney, δηλώνει ότι μπορεί να είναι ευκολότερο να τα βγάλεις πέρα με το αίσθημα ότι δεν είσαι σαν άντρας απ’ ό,τι το να αποτύχεις στο να είσαι το ιδεώδες του ίδιου σου του φύλου. Σημειώνει ότι, μέσω της ταύτισης με τον πατέρα, το κορίτσι αποφεύγει τον πιθανό φθόνο της μητέρας, την ταπείνωση του να ηττηθεί απέναντί της ή την ενοχή να την έχει ανταγωνιστεί νικηφόρα. Έτσι ταύτιση, ενοχή και φθόνος, ναρκισσιστική και αντικειμενότροπη αγάπη είναι όλα συνυφασμένα.
[13] Το 1938, ο Freud επανήλθε στο θέμα, στο VII κεφάλαιο του “Outline of Psycho-Analysis”, (σ. 192-193).
[14] «Όρος που χρησιμοποιείται από τον Freud για να εξηγήσει την αιτιολογία της νεύρωσης, χωρίς να κάνει μια απόλυτη επιλογή μεταξύ εξωγενών ή ενδογενών παραγόντων. Για τον Freud, αυτά τα δύο είδη παραγόντων είναι στην πραγματικότητα συμπληρωματικά – όσο πιο αδύναμο το ένα, τόσο ισχυρότερο το άλλο – έτσι ώστε οποιαδήποτε ομάδα περιπτώσεων μπορεί θεωρητικά να κατανεμηθεί κατά μήκος μιας κλίμακας, με τους δύο τύπους παραγόντων να ποικίλλουν σε αντίστροφη αναλογία. Μόνο στα δύο άκρα μιας τέτοιας κλίμακας θα ήταν δυνατόν να βρεθούν περιπτώσεις όπου μόνο ο ένας παράγων είναι παρών. Η ιδέα της «συμπληρωματικής σειράς» εκφράζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στο “Introductory Lectures on Psycho-Analysis” (1916-17)» (Laplanche, Pontalis, 1973, σ. 71).
[15] Εν τούτοις, όπως σημειώνει ο Hinshelwood (1991), η σημασία της έννοιας του υπερεγώ έχει μειωθεί στην κλαϊνική σκέψη από το 1935, όταν παρεμβλήθηκε η ιδέα της Klein για την καταθλιπτική θέση, η οποία και απετέλεσε την πλήρους εύρους θεωρία της για την ενοχή.
[16] Η συζήτηση για το θέμα του διαχωρισμού της ιδιοσυστασιακής από την περιβαλλοντική επιρροή, με τους όρους που διατυπώνεται εκείνη την εποχή, δεν αντικατοπτρίζει τη σύνθετη αλληλεπίδραση των κοινωνικών και βιολογικών παραγόντων, και ιδίως τον κρίσιμο ρόλο των πρώιμων σχέσεων αντικείμενου, στην εδραίωση της σεξουαλικής διαφοροποίησης. Αν και ο Jones και η Horney συνεισέφεραν πολύτιμες ψυχαναλυτικές ιδέες, η βιολογιστική τοποθέτηση του Jones ότι η «γυναίκα γεννιέται» ίσως δεν θα άντεχε στη σύγχρονη διερεύνηση καλύτερα από το φροϋδικό «βιολογικό γεγονός» της αποκηρυγμένης θηλυκότητας.
[17] Η Ruth Mack Brunswick ήταν το 1929 μια εκ των πρώτων που εγγράφως χρησιμοποιεί τον όρο προ-οιδιπόδειο, όρο τον οποίο ο Freud υιοθέτησε δύο χρόνια μετά.
[18] «Αυτή η active-passive φάση είναι προ-φαλλική, αυτή που ο Jones αποκαλεί δευτεροφαλλική» (1940, σ. 298).
[19] Μια επιρροή την οποία ανευρίσκουμε, μεταξύ άλλων, στην περιγραφή της primary maternal preoccupation που επιχειρεί ο Winnicott το 1956. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι αυτή η ιδέα του Winnicott βρίσκει τις ρίζες της στη σύλληψη της ιδέας μιας «ενεργητικής μητέρας».
[20] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έγιναν πρόοδοι από γενετιστές, εμβρυολόγους, βιοχημικούς, νευροφυσιολόγους, ενδοκρινολόγους και άλλους επιστήμονες που μελετούσαν το βιολογικό υπόστρωμα της ανθρώπινης σεξουαλικής συμπεριφοράς.
[21] Ο Stoller ωστόσο έφθασε σε μια σχετικά νέα αντίληψη της διαδικασίας σεξουαλικής διαφοροποίησης, την έννοια της βασικής ταυτότητας του φύλου (core gender identity), που αποκλίνει σημαντικά από όλες τις παλαιότερες θεωρήσεις. Με αυτήν, ορίζει την πεποίθηση που αποκτά το παιδί νωρίς στη ζωή του ότι ανήκει στο ένα ή στο άλλο γένος-φύλο. Αυτή η πεποίθηση θεωρείται ότι προηγείται τόσο του φαλλικού όσο και του οιδιπόδειου σταδίου, όπου θα αναμενόταν να αναπτυχθεί μια σαφέστερα καθορισμένη σεξουαλική ταυτότητα και προσανατολισμός. Συνήθως προηγείται κάθε σαφούς γνωστικής επίγνωσης των πραγματικών διακρίσεων μεταξύ των φύλων. Η βασική ταυτότητα θεωρείται ότι εξελίσσεται με την ανάδυση του παιδιού από τη συμβιωτική φάση· για τα κορίτσια συνεχίζει η πρωταρχική ταύτιση με τη μητέρα, ενώ για τα αγόρια απαιτείται να «από-ταυτιστούν» από τη μητέρα (μια ιδέα που προτείνεται από το Greenson, 1968).
[22] Όπως όταν τμήματα της θεωρίας του απορρίπτονται, ενώ παράλληλα διατηρούνται έννοιες που στηρίζονται στις απορριφθείσες παραδοχές, πχ. όταν αγνοείται ο προφανής βιολογισμός του Freud σε αυτή την περιοχή ως παρανόηση, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται να διατηρηθεί η αναπτυξιακή θεωρία του για τη γυναικεία σεξουαλικότητα υπό τη μορφή μεταφοράς (Fliegel, 1982).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ABRAHAM, K. (1922). Manifestations of the Female Castration Complex. International Journal of Psycho-Analysis, 3, 1-29.
BENJAMIN, J. (1999). Women’s oedipal conflicts and boys’ oedipal ideology. In D. Bassin (Εd.) Female Sexuality: Contemporary Engagements. Northvale, NJ, Jason Aronson, σ. 85-95.
BRIERLEY, M. (1932). Some Problems of Integration in Women. International Journal of Psycho-Analysis, 13, 433-448.
BRIERLEY, M. (1936). Specific Determinants in Feminine Development. International Journal of Psycho-Analysis, 17, 163-180.
BRUNSWICK, R.M. (1940). The Preoedipal Phase of the Libido Development. Psychoanalytic Quarterly, 9, 293-319.
CHASSEGUET-SMIRGEL, J. (1970). Feminine guilt and the Oedipus conflict. In J. Chasseguet-Smirgel (Εd.) Female Sexuality. London, Maresfield Library, σ. 94-135.
CHASSEGUET-SMIRGEL, J. (1976). Freud and Female Sexuality—The Consideration of Some Blind Spots in the Exploration of the ‘Dark Continent’. International Journal of Psycho-Analysis, 57, 275-286.
CHODOROW, N. (1978). The Reproduction of Mothering. Berkeley, CA, University of California Press.
DEUTSCH, H. (1925). The psychology of women in relation to the functions of reproduction. International Journal of Psycho-Analysis, 6, 405-418.
DEUTSCH, H. (1930). The Significance of Masochism in the Mental Life of Women. International Journal of Psycho-Analysis, 11, 48-60.
FAST, I. (1979). Development of Gender Identity: Gender Differentiation in Girls. International Journal of Psycho-Analysis, 60, 443-453.
FAST, I. (1994). Women’s Capacity to Give Birth: A Sex-Difference Issue for Men? Psychoanal. Dial., 4(1), 51-68.
FENICHEL, O. (1930[1931]). The Pregenital Antecedents of the Oedipus Complex. International Journal of Psycho-Analysis, 12, 141-166.
FENICHEL, O. (1934). Further Light upon the pre-oedipal Phase in Girls. In H. Fenichel & D. Rapaport (Εds.) The Collected Papers of Otto Fenichel. New York, W. W. Norton & Co., Inc., 1953, σ. 241-288.
FLIEGEL, Z.O. (1973). Feminine Psychosexual Development in Freudian Theory—A Historical Reconstruction. Psychoanalytic Quarterly, 42, 385-408.
FLIEGEL, Z.O. (1982). Half a Century Later. Psychoanalytic Review, 69, 7-28.
FRANKEL, B. & SHERICK, I. (1979). Observations of the emerging sexual identity of three and four year old children: With emphasis on female sexual identity. International Journal of Psycho-Analysis, 6, 297-309.
FREUD, S. (1900). The Interpretation of Dreams. Standard Edition, 4, ix-627.
FREUD, S. (1908). On the Sexual Theories of Children. Standard Edition, 9, 205-226.
FREUD, S. (1909). Analysis of a Phobia in a Five-Year-Old Boy. Standard Edition, 10, 1-150.
FREUD, S. (1925). Some Psychical Consequences of the Anatomical Distinction between the Sexes. Standard Edition, 19, 241-258.
FREUD, S. (1931). Female Sexuality. Standard Edition, 21, 221-244.
FREUD, S. (1933). Femininity. New Introductory Lectures on Psycho-Analysis. Standard Edition, 22, 1-182.
FREUD, S. (1937). Analysis terminable and interminable. Standard Edition, 23, 209-254.
FREUD, S. (1938). An Outline of Psycho-Analysis. Standard Edition, 23, 139-208.
GALENSON, E. & ROIPHE, H. (1976). Some suggested revisions concerning early female development. Journal of the American Psychoanalytic Association, 24 (Suppl.), 29-57.
GREENACRE, P. (1950). Special Problems of Early Female Sexual Development. Psychoanalytic Study of the Child, 5, 122-138.
GREENSON, R.R. (1968). Dis-Identifying from Mother: Its Special Importance for the Boy. International Journal of Psycho-Analysis, 49, 370-374.
HINSHELWOOD (1991). A Dictionary of Kleinian Thought. PEP Consolidated Psychoanalytic Glossary.
HORNEY, K. (1924). On the Genesis of the Castration Complex in Women. International Journal of Psycho-Analysis, 5, 50-65.
HORNEY, K. (1926). The Flight from Womanhood: The Masculinity Complex in Women, as Viewed by Men and by Women. International Journal of Psycho-Analysis, 7, 324-339.
HORNEY, K. (1932). Observations on a Specific Difference in the Dread Felt by Men and by Women Respectively for the Opposite Sex. International Journal of Psycho-Analysis, 13, 348-360.
HORNEY, K. (1933). The Denial of the Vagina—A Contribution to the Problem of the Genital Anxieties Specific to Women. International Journal of Psycho-Analysis, 14, 57-70.
JACOBSON, E. (1937[1976]). Ways of Female Superego Formation and the Female Castration Conflict. Psychoanalytic Quarterly, 45, 525-538.
JONES, E. (1927). The Early Development of Female Sexuality. International Journal of Psycho-Analysis, 8, 459-472.
JONES, E. (1933). The Phallic Phase. International Journal of Psycho-Analysis, 14, 1-33.
JONES, E. (1935). Early Female Sexuality. International Journal of Psycho-Analysis, 16, 263-273.
JONES, E. (1957). Sigmund Freud Life and Work. Volume Three: The Last Phase 1919-1939. London, The Hogarth Press, 1-521.
JOSINE, J.M. (1932). A Contribution to the Problem of Libidinal Development of the Genital Phase in Girls. International Journal of Psycho-Analysis, 13, 361-368.
KLEIN, M. (1928). Early Stages of the Oedipus Conflict. International Journal of Psycho-Analysis, 9, 167-180.
KLEIN, M. (1929). Infantile Anxiety-Situations Reflected in a Work of Art and in the Creative Impulse. International Journal of Psycho-Analysis, 10, 436-443.
KLEIN, M. (1932). The Psycho-Analysis of Children. London, The Hogarth Press and The Institute of Psycho-Analysis.
KLEIN, M. (1945). The Oedipus Complex in the Light of Early Anxieties. International Journal of Psycho-Analysis, 26, 11-33.
KESTENBERG, J. (1956). Vicissitudes of female sexuality. Journal of the American Psychoanalytic Association, 4, 453-476.
LAMPL-DE GROOT, A. (1927[1928]). The Evolution of the Oedipus Complex in Women. International Journal of Psycho-Analysis, 9, 332-345.
LAPLANCHE, J. & PONTALIS, J.B. (1973). The Language of Psycho-Analysis. London, The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis.
LAX, R.F. (1995). Freud’s Views and the Changing Perspective on Femaleness and Femininity. Psychoanalytic Psychology, 12, 393-406.
PAYNE, S. (1935). A conception of femininity. British Journal of Medical Psychology, 15, 18-33.
SACHS, H. (1929). One of the Motive Factors in the Formation on the Super-Ego in Women. International Journal of Psycho-Analysis, 10, 39-50.
SAYERS, J. (1991). Mothers of psychoanalysis. New York, W.W. Norton.
STOLLER, J. (1968). Sex and Gender. The Development of Masculinity and Femininity. London, Karnac Books, 1984.
STOLLER, J. (1976). Sex and Gender, Vol. II: The Transsexual Experiment. New York, Jason Aronson.
STOLLER, R.J. (1976). Primary Femininity. Journal of the American Psychoanalytic Association, 24S (Supplement), 59-78.
STOLLER, J. A. (1979). Contribution to the Study of Gender Identity: Follow-up. International Journal of Psycho-Analysis, 60, 433-441.
STRACHEY J. (1961). Editor’s Note to “Some Psychical Consequences of the Anatomical Distinction between the Sexes”, Standard Edition, 19, 243-247.
STRACHEY J. (1961). Editor’s Note to “Female Sexuality”, Standard Edition, 21, 223-224.
TOROK, M. (1970), The significance of penis envy in women. In J. Chasseguet-Smirgel (Ed.) Female Sexuality. London, Maresfield Library, σ. 135-170.
WINNICOTT, D.W. (1956). Primary Maternal Preoccupation. In Through Paediatrics to Psycho-Analysis. London, The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis, 1975.
ZETZEL, E. (1965). The Incapacity to Bear Depression. In The Capacity for Emotional Growth. Theoretical and Clinical Contributions to Psychoanalysis, 1943-1969. New York, International Universities Press, 1970, σ. 82-124.
ZILBOORG, G. (1944). Masculine and feminine; some biological and cultural aspects. Psychiatry: Journal for the Study of Interpersonal Processes, 7, 257-296.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο διάλογος ανάμεσα στον Freud και τους σύγχρονούς του ψυχαναλυτές για το θέμα της γυναίκειας σεξουαλικότητας ξεκινά ήδη στη δεκαετία του 1920.
Στην παρούσα εργασία θα παρουσιαστεί μια συνοπτική ανασκόπηση των αρχικών τοποθετήσεων (1920-1940) αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα· τοποθετήσεων που απετέλεσαν τη βάση μιας μακροχρόνιας δημιουργικής ανταλλαγής αλλά και οξείας αντιπαράθεσης στους κόλπους της ψυχαναλυτικής σκέψης, η οποία διαρκεί μέχρι και σήμερα.
SUMMARY
The dialogue, which has begun during the decade of the 1920s, between Freud and his contemporary psychoanalysts on the subject of female sexuality, continues to this day.
In the present paper we will briefly review these initial formulations (1920-1940) on feminine development, which have been since the basis of a long-term creative exchange and sometimes intense controversies in the frame of psychoanalytic thinking.
TITLE: Female sexuality- Freud’s dialogue with the first theorists of psychoanalysis
AUTHOR: Dominique Mylona



