Γιατί η Ομάδα;

 


Σεμινάριο Εισαγωγής στην Ομαδική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία 2018-2019

Δεύτερη Εισήγηση:  Γιατί η ομάδα;
Εισηγήτρια:  Λένα Τελειώνη

 

Η προηγούμενη παρουσίαση: «Ομαδική Ανάλυση και το Πνεύμα των καιρών» εισήγαγε την έννοια της ομάδας και περιέγραψε την ιστορική διαδρομή της ομαδικό-αναλυτικής ψυχοθεραπείας. Στην παρούσα εισήγηση θα ασχοληθούμε με το «γιατί» προτείνεται η ομάδα ως θεραπευτικό εργαλείο, εξ ου και ο τίτλος: «γιατί η ομάδα;». Αρχικά θα αναφερθούμε στο «πως» εμφανίστηκε το ενδιαφέρον των ψυχαναλυτών για τα ομαδικά φαινόμενα, καθώς η Ομαδική Ανάλυση έχει τις ρίζες της στη Ψυχανάλυση. Θα χρειαστεί να επαναλάβουμε και να αναπτύξουμε κάποια σημεία που ακούσατε και στην προηγούμενη εισήγηση, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε «πως» προέκυψε η ανάγκη για το νέο θεραπευτικό πλαίσιο, δηλ. αυτό της ομάδας. Τέλος θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένα, την προσέγγιση που ονομάζεται Ομαδική Αναλυτική ψυχοθεραπεία.

Ο Freud το 1921 στο έργο του Group Psychology and the analysis of the Ego έγραψε  ότι «η ψυχολογία των μαζών είναι η αρχαιότερη ψυχολογία». Οι παρατηρήσεις του αφορούσαν οργανωμένες μεγάλες ομάδες όπως η εκκλησία και ο στρατός καθώς και φαινόμενα μάζας που εκδηλώνονταν στον όχλο και το πλήθος. Παρατήρησε ότι στον όχλο εμφανίζονταν χαρακτηριστικά παλινδρόμησης όπως η παρορμητικότητα, η παντοδυναμία και η μεταδοτικότητα των συναισθημάτων. Την ίδια στιγμή αναγνώρισε ότι στον όχλο μπορεί να εκφραστούν υψηλά ιδεώδη, όπως η αφιλοκέρδεια και η αυταπάρνηση. Στη μελέτη του για τις τεχνητές ομάδες, όπως αυτές του στρατού και της εκκλησίας, επεσήμανε ότι τα μέλη τους μοιράζονταν την αυταπάτη ότι υπάρχει ένας αρχηγός, ένα υποκατάστατο του πατέρα, ο οποίος με την παρουσία του δημιουργεί συναισθήματα συντροφικότητας ανάμεσά τους. Αυτό το εξιδανικευμένο αντικείμενο αγάπης χρησιμεύει ως ένα υποκατάστατο για το ανέφικτο ιδεώδες του εγώ κάθε μέλους. ‘Όταν το αντικείμενο, το οποίο τοποθετείται στη θέση του ιδεώδους του εγώ (ιδεώδες του εγώ: ψυχικό σύστημα της προσωπικότητας που προκύπτει από τη σύγκλιση του ναρκισσισμού (εξιδανίκευση του εγώ) και των ταυτίσεων με τους γονείς, με τα υποκατάστατά τους και με τα συλλογικά ιδεώδη. Το πρότυπο με το οποίο το άτομο προσπαθεί να συμμορφωθεί), μοιράζεται από έναν αριθμό ατόμων τα οποία έχουν βάλει στη θέση του ιδεώδους του εγώ τους το ίδιο αντικείμενο, σχηματίζεται μία ομάδα μέσω της ταύτισης με τα εγώ του κάθε ατόμου. Τα συναισθήματα αγάπης που συμμερίζονται τα μέλη μεταξύ τους, συνοδεύονται από αρνητικά συναισθήματα για εκείνους που είναι έξω από την ομάδα. Ο Freud θεωρούσε ότι το ναρκισσιστικό όριο της αγάπης για τον εαυτό προκαλεί αποστροφή προς τους άλλους και έγραψε ότι «η αγάπη για τον εαυτό γνωρίζει μόνον ένα εμπόδιο, την αγάπη για τους άλλους, την αγάπη για τα αντικείμενα». Το υπόβαθρο της σκέψης του Freud ήταν μία προσπάθεια διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο οι ενορμήσεις εκδηλώνονται στην κοινωνική ζωή.Είδε την ισχύ της ταύτισης (ταύτιση: ψυχολογική διεργασία με την οποία το υποκείμενο αφομοιώνει πλευρές, ιδιότητες και χαρακτηριστικά τού άλλου και μεταμορφώνεται πλήρως ή εν μέρει στη βάση του προτύπου που ο άλλος τού προσφέρει) και της μετουσιωμένης libido στις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας μεγάλης ομάδας και με τον αρχηγό. (Μετουσίωση: διεργασία που περιέγραψε ο  Freud για να αναλύσει ανθρώπινες δραστηριότητες, φαινομενικά άσχετες με τη σεξουαλικότητα, τα βαθύτερα κίνητρα των οποίων απορρέουν από τη δύναμη της σεξουαλικής ενόρμησης. Περιέγραψε ως δραστηριότητες μετουσίωσης την καλλιτεχνική δραστηριότητα και τις διανοητικές αναζητήσεις. Ένα είδος μεταμόρφωσης της σεξουαλικότητας. Η αντικατάσταση ορισμένων στόχων, κατά βάση σεξουαλικών, από άλλους που δεν είναι σεξουαλικοί.)

Παρ’ ότι ο Freud ανέδειξε τους τρόπους με τους οποίους το ασυνείδητο μπορεί να εμφανιστεί στις ομαδικές συνθήκες, οι παρατηρήσεις του αφορούσαν τις πολύ μεγάλες ομάδες (στρατός, εκκλησία) και τον όχλο. Δεν ενδιαφέρθηκε για τη θεραπευτική χρήση των ομάδων και ήταν εχθρικός προς τον πρώτο αναλυτή που ενδιαφέρθηκε γι’ αυτήν (Pines, 1978). Αυτός ήταν ο Trigant Burrow, αναλυόμενος του Jung και πρόεδρος της Αμερικάνικης Ψυχαναλυτικής Ένωσης στις αρχές του 1920. Ο Burrow δεν είναι πολύ γνωστός στους ψυχαναλυτές. Έγραψε ένα άρθρο για την Πρωτογενή Ταύτιση (πρωτογενής ταύτιση: πρωτόγονος τρόπος συγκρότησης του υποκειμένου με πρότυπο τον άλλο. Δεν απορρέει από προσχηματισμένες σχέσεις όπου ο άλλος εκλαμβάνεται ως ανεξάρτητο αντικείμενο.)δίνοντας έμφαση στη σημασία του δεσμού του παιδιού με τη μητέρα και στην ταύτισή του μαζί της. Σε αυτόν το δεσμό είδε ένα πρώιμο ενδιαφέρον προς τις αντικειμενότροπες σχέσεις όταν η ψυχανάλυση βασιζόταν κυρίως στη θεωρία των ενορμήσεων. Το ενδιαφέρον του για τις ομάδες προέκυψε με έναν δραματικό τρόπο. Ένας ασθενής του, τού υπέδειξε ότι τα μεταβιβαστικά φαινόμενα που ανέλυε δεν αναδύονταν μόνο εξαιτίας του παρελθόντος και της ψυχοπαθολογίας των ασθενών αλλά οφείλονταν και στους κοινωνικούς ρόλους ασθενή και θεραπευτή που διαδραματίζονταν στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο, μία διάσταση η οποία δεν είχε διερευνηθεί επαρκώς στη μεταβίβαση. Ο ασθενής τού Burrow επέμενε ότι η αντιστροφή των ρόλων θα έφερνε και τον αναλυτή, όσο καλά αναλυμένος και να ήταν, αντιμέτωπο με τις επιπτώσεις της επίδρασης αυτών των ρόλων. Ο Burrow αποδέχθηκε την πρόκληση του αναλυόμενού του, γεγονός το οποίο του στοίχησε την αποπομπή του από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, αντέστρεψε τους ρόλους κι επείσθη! Έτσι ξεκίνησε να μελετά τις ομαδικές σχέσεις και τα ομαδικά φαινόμενα

Ο επόμενος αναλυτής, ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την ομαδική ψυχοθεραπεία ήταν ο P.Schilder (1930). Ο Schilder παρατήρησε ότι οι ασθενείς του, μέσω της ταύτισης τους ο ένας με τον άλλον, μπορούσαν να μάθουν. Επίσης, παρατήρησε ότι τα μεταβιβαστικά φαινόμενα (μεταβίβαση: μία διεργασία μέσω της οποίας οι ασυνείδητες επιθυμίες επανενεργοποιούνται και αποκτούν υπόσταση επίκαιρου γεγονότος) εμφανίζονταν και στην ομάδα και ήταν δυνατό να επεξεργαστούν και εκεί.

Το 1939 ο F.Redl (Group Emotions and Leadership) συνεισέφερε στη θεωρία των ομάδων μελετώντας τα παιδιά στο σχολείο. Εκεί αναγνώρισε τις παρατηρήσεις του Freud για τη σχέση της ομάδας με τον αρχηγό της.

Παράλληλα, το 1930, ένας αριθμός ψυχαναλυτών, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, άρχισαν να πειραματίζονται, βάζοντας τους ασθενείς τους μαζί σε μία ομάδα. Στην Αμερική ο A.Wolff, όπως ο Schilder, εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι η ψυχοπαθολογία των μεμονωμένων ασθενών αναδύονταν όταν συνδιαλέγονταν μεταξύ τους και με το θεραπευτή σε μία ομάδα καθώς και από το γεγονός ότι η ερμηνεία της μεταβίβασης, των αμυνών και των ασυνείδητων διεργασιών ήταν εξίσου αποτελεσματικές και στην ομάδα. Μαζί με τον Slavson (1943) επηρέασαν την εξέλιξη της ομαδική ψυχοθεραπείας στην Αμερική, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί: «Ψυχανάλυση στην Ομάδα». Σε αυτήν κανείς θα μπορούσε να φανταστεί μία ομάδα επικεντρωμένη στο θεραπευτή της, ο οποίος συνδιαλέγεται με το κάθε μέλος ατομικά, παρουσία των άλλων και ο οποίος χρησιμοποιεί επιπλέον ως θεραπευτικό υλικό τα φαινόμενα στην ομάδα που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών, την επιθετικότητα, τα ζητήματα ανεξαρτησίας-εξάρτησης και την οιδιπόδεια προβληματική.

Αυτή η προσέγγιση διέφερε σημαντικά από αυτήν του Foulkes με την οποία θα ασχοληθούμε σε αυτήν την παρουσίαση. Ο Foulkesδεν ενδιαφερόταν απλά για το πώς συμπεριφέρονται τα άτομα σε μία ομάδα, κυρίως πίστευε ότι τα μέλη μιας ομάδας εκδηλώνουν μία αξιοσημείωτη κατανόηση ο ένας για τον άλλο, οπότε εξέφραζε την πεποίθηση ότι κάθε μέλος είναι σε θέση να συνεισφέρει τόσο στη δική του θεραπεία όσο και στη θεραπεία των άλλων μελών. Έτσι, έγινε ο πρωτοπόρος της προσέγγισης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε: «Ψυχανάλυση από την Ομάδα».

Η τρίτη προσέγγιση ομαδικής ψυχοθεραπείας επηρεασμένη από τη ψυχανάλυση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε«Ψυχανάλυση της Ομάδας». Οι κύριοι εκπρόσωποι της είναι ο Bion και ο Ezriel. Σε αυτήν, ο θεραπευτής αντιλαμβάνεται το φαινόμενο της ομάδας σα να είναι η έκφραση ενός συνόλου ατόμων, τα οποία με κάποιον τρόπο συνδυάζουν τις ψυχικές τους συνιστώσες, με σκοπό το σχηματισμό μιας ομάδας, η οποία στη συνέχεια αντιδρά στο θεραπευτή λίγο έως πολύ σα να είναι μια ατομική οντότητα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, ο θεραπευτής περιορίζει τις παρεμβάσεις και την κατανόηση της μεταβίβασης στην ομάδα, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα όλο. Αυτή η σχολή έχει επηρεαστεί σημαντικά από την Κλαϊνική θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων κι εν μέρει από τη θεωρία του Fairbairn. Επίσης, η συγκεκριμένη σχολή δίνει έμφαση στους πρωτόγονους μηχανισμούς της πρώιμης ψυχικής ζωής (δηλ. πρωτόγονες διεργασίες σκέψης, άγχη κ.α.).

Βάσει αυτής της αναδρομής, μπορούμε να δούμε πως το ενδιαφέρον των ψυχαναλυτών για τα ομαδικά φαινόμενα αντανακλά στη ψυχαναλυτική θεωρία τη μετατόπιση της έμφασης που δίνει από το ενορμητικό μοντέλο (ενόρμηση: μία ώση που αναγκάζει τον οργανισμό να τείνει προς ένα σκοπό. Έχει την πηγή της σε μία σωματική διέγερση. Ο σκοπός της είναι να καταργήσει την κατάσταση της έντασης) σε αυτό των αντικειμενότροπων σχέσεων (αντικειμενότροπος σχέση: η σχέση του εγώ με ένα αντικείμενο στην ολότητά του). Επιπλέον, η σταδιακή προσοχή που δόθηκε στη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση (το σύνολο των ασυνείδητων αντιδράσεων του αναλυτή στον αναλυόμενό του και συγκεκριμένα στη μεταβίβασή του) ανέδειξε τη σημασία ενός πλαισίου εργασίας (το setting) και κυρίως τη σπουδαιότητα της διαπροσωπικής σχέσης ασθενούς- θεραπευτή.

Σχετικά με το πλαίσιο: όταν στα τέλη του 19ου αιώνα ο Freud εμφανίστηκε στη ψυχιατρική σκηνή, βρήκε τον ψυχιατρικό ασθενή να αντιμετωπίζεται ως ένα περίεργο κοινωνικό φετίχ ή ως μία οικογενειακή «ενόχληση». Αυτό που ο Freud έκανε, ήταν να βγάλει τον ασθενή από το κοινωνικό του πλαίσιο και να τον τοποθετήσει σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Αυτή είναι η αναλυτική κατάσταση. Σε αυτήν, το αποξενωμένο άτομο μπόρεσε να βρει συμβολικά και θεραπευτικά την έκφραση και την ομιλία του (M.Kahn in Pines, 2015). Απομονώνοντας τον δυνητικά ψυχιατρικό ασθενή στο θεραπευτικό πλαίσιο, ο Freud πέτυχε να δημιουργήσει μία κατάσταση, στην οποία ασθενής και αναλυτής εργάζονταν μαζί με σκοπό την κατανόηση της ασθένειας του ασθενούς, γεγονός το οποίο σταδιακά οδηγούσε στην ενσωμάτωση και αφομοίωση της ασθένειας από την προσωπικότητα του ασθενούς.

Αυτό που η ομαδική ανάλυση έκανε, ειδικά ο Foulkes, είναι να διευρύνει το θεραπευτικό πλαίσιο από τον ατομικό ασθενή και τον αναλυτή του, σε μία ομάδα ασθενών οι οποίοι αποτελούν ένα θεραπευτικό κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο, πλην των ατομικών διαδικασιών, είναι δυνατό να συμβούν, να παρατηρηθούν και να κατανοηθούν ομαδικές-κοινωνικές διαδικασίες (κοινωνία: όρος που χρησιμοποιήθηκε για την περιγραφή μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων…) . Σε αυτήν την κατάσταση, την ομαδική κατάσταση, δίνεται έμφαση στον πλουραλισμό δηλ. ακούγονται πολλές γνώμες. Αυτό το οποίο παρατηρούμε και προσπαθούμε να κατανοήσουμε, είναι οι διαδικασίες επικοινωνίας (επικοινωνία: είναι η διαδικασία ανταλλαγής πληροφορίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών για τα οποία η πληροφορία έχει νόημα οπότε αποκτά νόημα και η ανταλλαγή ως πράξη) (Foulkes: «το άτομο έχει γεννηθεί σε ένα δίκτυο επικοινωνιών…», «όλα τα φαινόμενα σε μια αναλυτική θεραπευτική ομάδα θεωρούνται εν δυνάμει επικοινωνίες») καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα εκδηλώνουν την προσωπικότητά τους, συνδεόμενα μεταξύ τους και με την ομάδα.

Σύμφωνα με τον John Rickman (1957) υπάρχουν τρεις τύποι ψυχολογικών θεωριών, οι οποίες μπορούν να σχετιστούν με ένα πλαίσιο αριθμών. Μπορούμε να έχουμε μία ατομική ψυχολογία στην οποία μελετάται το μεμονωμένο άτομο. Σε αυτήν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιστοιχεί η θεωρία των ενορμήσεων του Freud. Στη συνέχεια υπάρχει η δυαδική ψυχολογία οπότε έχουμε την έναρξη της μελέτης των αντικειμενότροπων σχέσεων καθώς και τη μελέτη της σχέσης δύο ατόμων με την έμφαση που δίνεται στη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση. Σε αυτήν ανήκει και η μελέτη της σχέσης μητέρας-παιδιού. Ακολουθεί η τριαδική ψυχολογία, η οποία οδηγεί στη μελέτη των οιδιπόδειων σχέσεων και της οικογενειακής συνθήκης. Σύμφωνα με τον Pines (2015), παρ’ ότι στη ψυχανάλυση ξεκινάμε από την ατομική ψυχολογία, θα ήταν πιο φυσικό ν’ αρχίζουμε από τις τριαδικές καταστάσεις καθώς κανένα παιδί δε γεννιέται και δεν επιβιώνει έξω από μία κοινωνική μονάδα. Ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της θέσης στη ψυχανάλυση ήταν ο Erik Erikson (1950), ο οποίος αντιστοίχησε τα στάδια της ψυχο-σεξουαλικής ανάπτυξης με αυτά της ψυχο-κοινωνικής εξέλιξης.

Η μετατόπιση της έμφασης στη ψυχαναλυτική σκέψη από τη θεωρία των ενορμήσεων στη θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων εμφανίστηκε στην εργασία των Fairbairn, Winnicott, Balint και Klein.

Για τον Winnicott το περιβάλλον είναι πρωταρχικής σημασίας. Σύμφωνα με τη θεωρία του εκτός από τη μητέρα αντικείμενο και τη σχέση που θα αναπτύξει το παιδί με αυτήν, υπάρχει και η μητέρα περιβάλλον (το πλαίσιο στην ανάλυση), με την οποία το παιδί μπορεί να αναπτύξει την ικανότητά του να είναι μόνο του ενώ εκείνη είναι παρούσα. Αυτήν την ικανότητα ο Winnicott την ονόμασε «βασικό σχετίζεσθαι του Εγώ» (basic ego relatedness). Στην ανάλυση αντιστοιχεί στη δυνατότητα του αναλυόμενου να μπορεί να μένει σιωπηλός παρουσία του αναλυτή του ενώ ταυτόχρονα σκέφτεται ή/και δεν σκέφτεται. Ο Winnicott μας έδειξε τησημασία της λειτουργίας του παιχνιδιού και της δημιουργικότητας ως ενός χώρου, ο μεταβατικός χώρος, ο οποίος καθιστά το παιδί ικανό να μεταβεί από τη συμβίωση στην εξάρτηση και στη συνέχεια στον κόσμο των άλλων ανθρώπινων σχέσεων.

Η έννοια του περιβάλλοντος του Winnicott έριξε επιπλέον φως στη σημασία του ψυχαναλυτικού πλαισίου κι ακόμα περισσότερο στο τι σημαίνει ομαδική κατάσταση. Όσον αφορά την ομαδική κατάσταση, πρόκειται για ένα χώρο που δημιουργείται αρχικά από το θεραπευτή, ο οποίος τον διαχειρίζεται ως ένα ιδιαίτερο τόπο όπου συναντιόνται άτομα διαθέσιμα το ένα για το άλλο. Αυτά τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους και μαζί εξερευνούν τους εαυτούς τους. Αυτή η κατάσταση, η ομαδική κατάσταση, μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικός χώρος και η ομάδα ως μεταβατικό αντικείμενο (μεταβατικό αντικείμενο: υλικό αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας για το βρέφος ή το μικρό παιδί που χρησιμοποιείται κυρίως για τον ύπνο. Επιτρέπει στο παιδί να πραγματοποιήσει τη μετάβαση από την πρώτη στοματική σχέση με τη μητέρα στην πραγματική αντικειμενότροπη αγάπη).  Πώς γίνεται αυτό;

Καθώς σε μια θεραπευτική ομάδα οι αλληλεπιδράσεις αναπτύσσονται και χτίζονται σχέσεις, αρχίζει να εγκαθίσταται αυτό που οErikson ονομάζει βασική εμπιστοσύνη. Σύμφωνα με τη θεωρία του Erikson, το στάδιο της βασικής εμπιστοσύνης είναι η πιο πρώιμη κοινωνική σχέση, η οποία επιτυγχάνεται κατά τη στοματική φάσηΣτην ομάδα, προηγείται αυτής, μία περίοδος κατά την οποία τα μέλη φοβούνται την οικειότητα, την αποκάλυψη και την εξερεύνηση του εαυτού τους. Για να ξεπεραστούν αυτοί οι φόβοι και να εγκατασταθεί η βασική εμπιστοσύνη χρειάζεται χρόνος. Σε αυτή τη διαδικασία συμβάλλει ο θεραπευτής με τη στάση και την τεχνική του, ο οποίος σταδιακά ενθαρρύνει την επικοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας, ούτως ώστε να αναπτυχθεί μία συζήτηση που ο Foulkes χαρακτηρίζει ως «ελευθέρως ρέουσα», με απώτερο στόχο την κατανόηση της σε ένα βαθύτερο-ασυνείδητο επίπεδο και την απόδοση ενός νοήματος σε αυτήν (Pines, 2015). (Ελεύθερος συνειρμός: μέθοδος η οποία συνίσταται στην έκφραση όλων, χωρίς καμία διάκριση, των σκέψεων που περνούν από το νου είτε με αφορμή ένα συγκεκριμένο στοιχείο (λέξη, αριθμό, εικόνα) είτε αυθόρμητα. Ελευθέρως ρέουσα συζήτηση: «ένα είδος ομαδικών συνειρμών», το ισοδύναμο του ελεύθερου συνειρμού στην ομάδα, στην πράξη είναι μία ελεύθερη, από τη συνήθη κοινωνική λογοκρισία, συζήτηση σχετικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα των μελών μιας ομάδας.)

Η απόδοση ενός νοήματος στις επικοινωνίες που παρατηρούνται σε μία ομάδα είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί μία κοινωνική από μία θεραπευτική-αναλυτική ομάδα. Για να επιτευχθεί αυτό, ο θεραπευτής υποβάλει όλες τις επικοινωνίες στη διαδικασία της ερμηνείας.

Στην ομαδικό- αναλυτική ομάδα ειδικότερα, ο αναλυτής ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων οι οποίοι, συνδυάζοντας τόσο τη συναισθηματική τους ανταπόκριση όσο και τη γνωστική τους αντίληψη, «αναλαμβάνουν» να αποδώσουν οι ίδιοι ένα νόημα σε αυτό που συμβαίνει μεταξύ τους στην ομάδα. Το επιτυγχάνουν βασιζόμενοι στην κοινή τους εμπειρία, αυτού δηλ. που αισθάνονται ότι γίνεται μεταξύ τους, συμπεριλαμβανομένου και του αναλυτή. Σύμφωνα με τον Foulkes, οι «καλύτερες» ερμηνείες (αυτές δηλ. που είναι σε θέση να «ακούσουν» οι συμμετέχοντες στην ομάδα) είναι εκείνες που προέρχονται από τα μέλη της και βασίζονται ακριβώς στην κοινή τους εμπειρία στην ομάδα.

Η κοινή εμπειρία που αναδύεται σε μια ομαδικό-αναλυτική ομάδα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία συγκροτείται συλλογικά ένας «κοινός νους», μία «κοινή λογική» (Foulkes: «η δύναμη της κοινότητας»), η οποία έχει ως συνέπεια τα μέλη να προσπαθήσουν να μοιραστούν, να «βάλουν σε λόγια» και να κατανοήσουν αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν «ακατανόητο», π.χ. συμπτώματα, νευρωτικές συμπεριφορές, «παράλογες» εμπειρίες. Η ενεργητική συνδιαλλαγή και η συνεχής εργασία προσαρμογής στην ομάδα από την πλευρά κάθε μέλους προσωπικά, είναι η διαδικασία που ο Foulkes ορίζει ως “ego training inaction”.

Η προσαρμογή που ο Foulkes έχει κατά νου, δεν αφορά την προσαρμογή στις επιφανειακές πλευρές της κοινής ζωής της ομάδας αλλά εκείνη την προσαρμογή που απελευθερώνει το δημιουργικό δυναμικό κάθε μέλους από τις νευρωτικές αναστολές και του επιτρέπει να επικοινωνεί ελεύθερα καθώς και να συμμετέχει με ολοκληρωμένο τρόπο στη ζωή της ομάδας.

Αυτού του είδους η προσαρμογή προϋποθέτει τη μετατροπή των καταστροφικών ώσεων κάθε ατόμου-μέλους σε πιο «υγιείς» μορφές επιθετικότητας. Συγκεκριμένα: «κάθε μέλος επιτίθεται στις νευρωτικές άμυνες ενός άλλου μέλους γιατί είναι καταστροφικές για την ομάδα. Με αυτόν τον τρόπο, η καταστροφική ενέργεια-επιθετικότητα χρησιμοποιείται για να υποσκάψει τη νευρωτική θέση του άλλου. Με άλλα λόγια, μετατρέπεται σε δημιουργική ενέργεια όσον αφορά την ομαδική διαδικασία…» (Pines, 1983).

«Οι καταστροφικές δυνάμεις υπόκεινται σε αμοιβαία ανάλυση, οι δημιουργικές όμως χρησιμοποιούνται για την απαρτίωση των ατόμων και της ομάδας ως συνόλου.» λέει ο Foulkes στο Introduction to Group- Analytic Psychotherapy (σ. 31, 1948). Αποφασιστικής σημασίας σε αυτήν τη διαδικασία είναι ο ρόλος του συντονιστή της ομάδας, ο οποίος χρησιμοποιεί την εξελικτική τάση της ομάδας και επιτρέπει στην επιθετικότητα να απελευθερωθεί ώστε να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά. (Στην επόμενη εισήγηση θα αναφερθούμε διεξοδικά στο ρόλο του συντονιστή-θεραπευτή και στην τελευταία στις καταστροφικές δυνάμεις στην ομάδα όταν θα μιλήσουμε για το Anti-group.)

Ειδικότερα ο Foulkes ορίζει την ομαδικό-αναλυτική ομάδα ως «μία μορφή ψυχαναλυτικής θεραπείας που έχει ως πλαίσιο αναφοράς την ομάδα ως όλον. Όπως όλες οι ψυχαναλυτικές θεραπείες βάζει στο κέντρο του ενδιαφέροντος της το άτομο.» (Foulkes, 1964 Therapeutic Group Analysis, σ.90).

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: η ομαδικό-αναλυτική ομάδα είναι μία μικρή πρόσωπο με πρόσωπο ομάδα επτά το πολύ οκτώ ατόμων. Δεν υπάρχει κάποιο πρόγραμμα ή ατζέντα συζήτησης. Ο συντονιστής-θεραπευτής ενθαρρύνει τους συμμετέχοντες να εκφραστούν αυθόρμητα ούτως ώστε να αναπτυχθεί μία κουλτούρα στην οποία τα μέλη θα αισθανθούν ελεύθερα, από τη συνήθη κοινωνική λογοκρισία, σε σχέση με τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Η «υποχρέωση» της ομάδας είναι να «φανερώσει» αυτό για το οποίο τα μέλη επιθυμούν να μιλήσουν. ( Ο Foulkes έγραψε ότι το δυναμικό ισοδύναμο της απώθησης  στην ομάδα είναι όταν «κάτι» δεν συζητιέται (στον Pines, 2015). Απώθηση: εγχείρημα με το οποίο το υποκείμενο επιδιώκει να απομακρύνει από το συνειδητό στο ασυνείδητο ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις). Ένα σημαντικό μέρος της ομαδικό-αναλυτικής κατάστασης είναι η στάση του συντονιστή.

Οι συμμετέχοντες στην ομάδα είναι ενήλικα άτομα τα οποία στην ομαδική κατάσταση παρατηρείται ότι εν μέρει παλινδρομούν(Scheidlinger) όπως σε κάθε θεραπεία. Τι σημαίνει αυτό; Στην ομάδα το πιο «έμπειρο» μέλος είναι ο συντονιστής της ο οποίος, λόγω των ιδιοτήτων που του αποδίδουν τα μέλη (εκπρόσωπος του υπερεγώ της ομάδας, πηγή γνώσης, ελέγχου και άμυνας έναντι των εσωτερικών κινδύνων), εξιδανικεύεται και γίνεται ένα ιδεώδες με το οποίο κάθε μέλος ταυτίζεται κι επιθυμεί να έχει μία ιδιαίτερη, μυστική σχέση, η οποία δημιουργεί ανταγωνιστικά συναισθήματα μεταξύ των μελών. Όταν τα μέλη παλινδρομούν, επικεντρώνονται στον αρχηγό κι εκχωρούν τα πάντα σε αυτόν, χάνουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους και εξομοιώνονται μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα μέλη δίνουν κάτι από τον εαυτό τους για να σχηματιστεί η ομάδα στην οποία ανήκουν (Freud). Παρατηρείται τότε μία μεταδοτικότητα αυτής της κατάστασης. Αυτά συμβαίνουν στην αρχική φάση μιας ομάδας.

Καθώς η ομαδική διαδικασία εξελίσσεται, η δομή της ομάδας μετακινείται από μία ιεραρχική σε μία περισσότερο συνομήλικη-συνεργατική κατάσταση (De Mare). Πώς γίνεται αυτό; Τα μέλη συνειδητοποιούν σιγά-σιγά ότι οφείλουν να «μοιραστούν» τον συντονιστή, ταυτόχρονα «απογοητεύονται» καθώς ο συντονιστής δεν ανταποκρίνεται στις μύχιες επιθυμίες τους. Έτσι αποσύρονται από τον θεραπευτή ή κάνουν ότι αποσύρονται και στρέφονται το ένα προς το άλλο. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών ισχυροποιούνται για να καλύψουν την απογοήτευση από τον θεραπευτή. Η «μαγεία» του θεραπευτή υποχωρεί.

Σε αυτό το σημείο ίσως θα πρέπει να αναφερθούμε στις «βασικές υποθέσεις» του Bion. Συνοπτικά, ο Bion (Κλαϊνικός ψυχαναλυτής) περιέγραψε τις «βασικές υποθέσεις» ως πρώιμες νοητικές καταστάσεις (πρωταρχικές φαντασιώσεις και συναισθήματα), οι οποίες δημιουργούνται αυτόματα όταν τα άτομα ενώνονται μεταξύ τους σε μία ομάδα. Μίλησε για τρεις «βασικές υποθέσεις»:

-της «εξάρτησης», πρόκειται για τη φάση εκείνη κατά την οποία η ομάδα περιμένει τα πάντα από τον θεραπευτή-αρχηγό,

-της «μάχης/φυγής» (fight/flight) όταν η ομάδα το σκάει ή εμπλέκεται σε ένα καβγά με αντιπάλους, συγκεκριμένα με τους εκτός της ομάδας,

-του «ζευγαρώματος» όταν τα μέλη επιδιώκουν να ζευγαρώσουν μεταξύ τους για να γεννήσουν ένα παιδί (συμβολικά) ή μια ιδέα που θα τους σώσει.

Είναι δυνατό να φανταστούμε ότι οι τρεις «βασικές υποθέσεις» αντιστοιχούν στο στοματικό-εξαρτητικό στάδιο, σε αυτό τουαποχωρισμού-εξατομίκευσης και στο οιδιποδειακό στάδιο της ανάπτυξης. Όσον αφορά τη θεωρία των ενορμήσεων αντιστοιχούν στο στοματικό, στο πρωκτικό και το φαλλικό στάδιο της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης.

Επιστρέφοντας στην ομαδικό-αναλυτική ομάδα, όσο αυτή εξελίσσεται τόσο τα μέλη της αποκτούν ένα αίσθημα οικειότητας. Κάθε μέλος συγκρίνει τον εαυτό του με τους υπόλοιπους και καθώς οι άλλοι γίνονται το έναυσμα για να εκφράσει κάθε μέλος τις δικές του συγκρούσεις, ο καθένας αντιλαμβάνεται καλύτερα τα δικά του «πάθη». Σταδιακά ο φόβος της αποκάλυψης μειώνεται, ο καθένας γίνεται πιο οικείος στον άλλον. Η οικειότητα που αναπτύσσεται, συμπεριλαμβάνει και την έκφραση της επιθετικότητας όπως και των ερωτικών συναισθημάτων μεταξύ των μελών.

Μία ώριμη οιδιποδειακά ομάδα γίνεται και βιώνεται από τα μέλη της ως ένας χώρος επεξεργασίας, όπου συνειδητά και ασυνείδητα συμβάντα λαμβάνουν χώρα. Ο Foulkes χρησιμοποίησε την έννοια της group matrix για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει όταν μία μικρή ομάδα ατόμων συναντιέται και φτιάχνει στενές σχέσεις.

Η έννοια της group matrix είναι κεντρικής σημασίας στη θεωρία του Foulkes, ο οποίος την περιέγραψε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως: -το γενικό πλαίσιο της ομάδας που αποτελεί το φόντο στο οποίο το άτομο είναι η φιγούρα (Θεωρία της Gestalt), -ένα συνολικό, ενοποιημένο πεδίο ψυχικών συμβάντων του οποίου το άτομο είναι ένα μέρος, -διαπροσωπικές διαδικασίες που πηγαίνουν κατευθείαν στα άτομα, σαν ακτίνες Χ αλλά τις οποίες, τα συγκεκριμένα άτομα μπορούν να τροποποιήσουν, να επεξεργαστούν και να τις επηρεάσουν με το δικό τους τρόπο, -ψυχικές διαδικασίες αλληλεπίδρασης που υπερβαίνουν το άτομο (όπου για τον Foulkes «ψυχικές διαδικασίες» φαίνεται να είναι οι συνειδητές και ασυνείδητες επικοινωνίες) (R. Stacey, 2015).

Παρ’ ότι ο Foulkes αρχικά αναφέρθηκε στην group matrix ως τον «ομαδικό νου», στη συνέχεια απέρριψε αυτόν τον όρο και μίλησε για «τον νου» ως μία διαπροσωπική διαδικασία αλληλεπίδρασης ή ως ένα πολυπροσωπικό φαινόμενο. Υποστήριξε δηλαδή, ότιο ατομικός νους είναι οι διαπροσωπικές διαδικασίες που τον διαπερνούν εντελώς μέχρι τον πυρήνα του ούτως ώστε να είναι ένα πολυπροσωπικό φαινόμενο. Κατ’ επέκταση υπέδειξε την άποψη σύμφωνα με την οποία, όταν άτομα συναντιόνται σε μία ομάδα, διαμέσου των αενάως δρώντων αλληλεπιδράσεων, δημιουργούν ένα νέο υπερπροσωπικό ψυχικό σύστημα ή αλλιώς τηνgroup matrix.

Σύμφωνα με τον Foulkes, ένα μέρος αυτού του ψυχικού υπερσυστήματος αποτελείται από την foundation matrix την οποία κάθε άτομο φέρει μαζί του στην ομάδα. Η έννοια της foundation matrix αναφέρεται στην αλληλεπίδραση ψυχικών διαδικασιών που κατά κάποιον τρόπο καθορίζονται από τα ένστικτα, τις ενορμήσεις, τους ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες και τα οικογενειακά βιώματα. Σε αυτή τη βασική μήτρα (foundation matrix) που κάθε άτομο φέρει μαζί του στην ομάδα, έρχεται να προστεθεί, διαμέσου της οικειότητας και της συνεχούς ανταλλαγής με τα άλλα μέλη, μία τρέχουσα, συνεχώς κινούμενη και διαρκώς εξελισσόμενη δυναμική μήτρα (dynamic matrix).

Όταν μία ομάδα εξελίσσεται δηλαδή όταν, σύμφωνα με τον Foulkes, αναπτύσσει τη matrix της, τότε εμπεριέχει συνθεραπευτές και θεραπευόμενους και κάθε μέλος συνδυάζει την ίδια στιγμή και τις δύο αυτές λειτουργίες. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι επιθυμητές αλλά και μισητές ιδιότητες της παντοδυναμίας και της σοφίας, όλα τα γονεϊκά χαρακτηριστικά που αρχικά προβάλλονταν και εμπεριέχονταν στη συμβολική αναπαράσταση του θεραπευτή και της ομάδας ως συνόλου, τώρα γίνονται μέρος κάθε μέλους. Παρατηρείται τότε ένας κύκλος προβολών κι ενδοβολών, μέσω των οποίων νέες εσωτερικεύσειςλαμβάνουν χώρα (Pines, 2015). (Προβολή: λειτουργία μέσω της οποίας το υποκείμενο εκβάλλει από τον εαυτό του και εντοπίζει στους άλλους ιδιότητες, συναισθήματα, επιθυμίες που παραγνωρίζει ή αρνείται στον εαυτό του. Ενδοβολή: το υποκείμενο μεταφέρει από «έξω» προς τα «μέσα», αντικείμενα και σύμφυτες ιδιότητές τους. Η ενδοβολή βρίσκεται σε συνάφεια με την ταύτιση. Εσωτερίκευση: διεργασία κατά την οποία διυποκειμενικές σχέσεις μεταλλάσσονται σε ενδοϋποκειμενικές (εσωτερίκευση μιας σύγκρουσης, μιας απαγόρευσης). Όταν π.χ. κατά την παρακμή του οιδιποδείου, το υποκείμενο ενδοβάλλει την πατρική μορφή και εσωτερικεύει τη σύγκρουση με τον πατέρα.)

Θα παραθέσουμε ένα παράδειγμα μιας ομάδας η οποία βρίσκεται στην προαναφερθείσα (συνομήλικη) κατάσταση όπου κάθε μέλος αισθάνεται περισσότερο ασφαλές και ελεύθερο τόσο να προβάλει όσο και να εσωτερικεύσει, οπότε είναι σε θέση να πει σε ένα άλλο μέλος: «το ξέρω ότι αυτήν την στιγμή ο τρόπος σου με κάνει να αισθάνομαι όπως όταν η μητέρα μου με αποδοκίμαζε γιατί προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή του πατέρα μου» και αυτός στον οποίο απευθύνεται να μπορεί να αποκριθεί: «όχι δεν είναι έτσι, για μένα είσαι σαν την μεγαλύτερη αδελφή μου, η οποία είναι επιτυχημένη, παντρεμένη κι έχει και παιδιά» (άσχετα αν το μέλος στο οποίο μιλά μόλις χώρισε και δεν έχει παιδιά) (στον Pines, σ.94, 2015). Αυτή η βινιέτα αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κάθε μέλος, ενώ βιώνει μία μεταβιβαστική σχέση, έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τα βαθύτερα κίνητρα της συμπεριφοράς του, που σχετίζονται με συναισθήματα ενοχής, ζήλειας και φόβου, τα οποία επηρεάζουν την αντίληψή του αλλά πλέον είναι σε θέση να τα διαχειριστεί καλύτερα. Στην προαναφερθείσα συνομιλία δεν συμμετέχουν μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι αλλά όλα τα μέλη της ομάδας τα οποία αποκτούν επίσης πρόσβαση σε ανάλογες περιοχές της δικής τους εμπειρίας. Έτσι τα μέλη είναι σε θέση να αντιληφθούν τις ιδιαιτερότητές τους (π.χ. τον φθόνο, την ανάγκη για αποκλειστικότητα κ.α.) εντός των σχέσεων.

Σύμφωνα με τον Foulkes (1964), όταν μία ομάδα έχει επιτύχει να λειτουργεί ώριμα, τότε σε αυτήν την ομαδική κατάσταση αναδεικνύονται συγκεκριμένοι θεραπευτικοί παράγοντεςΚάποιοι μοιάζουν με αυτούς της ψυχαναλυτικής διαδικασίας όπως: το να γίνει συνειδητό αυτό που προηγουμένως ήταν ασυνείδητο, η κάθαρση (πρόσφορη εκφόρτιση παθογόνων συναισθημάτων), η επεξεργασία (working through), η ενόραση (insight) και η ανάλυση των αμυντικών μηχανισμών. Πέρα από αυτούς όμως υπάρχουν και κάποιοι που αφορούν την ομάδα συγκεκριμένα και προκύπτουν από την ομαδική κατάσταση αυτή καθεαυτή(Pines).

Ο Foulkes αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα ομαδικά φαινόμενα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά, όπως:

    • Την κοινωνικοποίηση: διαμέσου της διαδικασίας του μοιράζεσθαι, διαμέσου της εμπειρίας της ομαδικής αποδοχής και του ανήκειν, ο ασθενής βγαίνει από την απομόνωσή του και εισέρχεται σε μία κοινωνική κατάσταση στην οποία μπορεί να αισθανθεί περισσότερο επαρκής. 
    • Tο καθρέφτισμα: ο ασθενής μπορεί να δει πλευρές του εαυτού του να «καθρεφτίζονται» στη συμπεριφορά και τα προβλήματα των άλλων μελών της ομάδας. Διαμέσου αυτού είναι σε θέση να συγκρίνει διάφορες πλευρές της κοινωνικής, ψυχολογικής καθώς και της σωματικής του εικόνας. Το «καθρέφτισμα» γίνεται διαμέσου των «ταυτίσεων με» και των «προβολών προς» τα άλλα μέλη της ομάδας (Pines). Έτσι ένα μέλος μπορεί να πει: «μία πλευρά μου μοιάζει με μία πλευρά σου, μία άλλη πλευρά σου μου θυμίζει τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου και η συμπεριφορά σου μου προκαλεί συναισθήματα , τα οποία αυτή τη στιγμή μπορώ να τα αντιληφθώ και να τα επεξεργαστώ» (Pines, 2015). 
    • Tον πυκνωτή: ο Foulkes παρατήρησε ότι ακόμα και το βαθύ ασυνείδητο υλικό μπορεί να εκφραστεί περισσότερο άμεσα και με μεγαλύτερη πληρότητα στην ομάδα εξαιτίας της χαλαρωτικής αλλά και της διεγερτικής επίδρασης του ενός μέλους προς το άλλο. Το παρατηρούμε, όταν εμφανίζεται ένα όνειρο ή κάποια συμπτώματα στην ομάδα, τα οποία μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα μέσω της συγκέντρωσης των ομαδικών συνειρμών. Είναι ως εάν ο συμβολισμός που εμφανίζεται στο όνειρο ή/και τα συμπτώματα να εκφράζει κάτι κοινό, δηλ. κάτι που αφορά όλα τα μέλη της ομάδας. (Στον ηλεκτρισμό ο πυκνωτής είναι μία διάταξη, η οποία αποθηκεύει ενέργεια και την αποδίδει όταν του ζητηθεί, ακαριαία, χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης του πυκνωτή είναι το φλας.
    • Tα φαινόμενα της αλυσίδας και της συνήχησης (ή αντήχησης): όταν ένα θέμα στην ομάδα προκαλεί μία «αλυσίδα» συνειρμών και αντιδράσεων οι οποίες συνδέονται με τις καθηλώσεις και το αναπτυξιακό επίπεδο των μελών. Για παράδειγμα: ας πούμε ότι μία ομάδα συζητά ένα θέμα σχετικό με τη βία, μπορούμε να δούμε πως κάποια μέλη αποσύρονται στη σιωπή ενώ άλλα δείχνουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον προβάλλοντας ή αποκαλύπτοντας τις φαντασιώσεις τους.

Σε αυτά ο Foulkes (1948) προσέθεσε άλλα δύο που θεωρούσε ότι αφορούσαν την ομαδικό- αναλυτική κατάσταση ειδικά:

 

  • Tην ομάδα ως στήριγμα: σε κάθε θεραπεία η ανάλυση και οι ερμηνείες μπορεί να προκαλέσουν αμυντικές αντιδράσεις από την πλευρά του θεραπευόμενου. Στην ομαδική κατάσταση, όταν ένα μέλος δέχεται μία ερμηνεία μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την ντροπή που αισθάνεται, γνωρίζοντας ότι και τα άλλα μέλη έχουν βρεθεί σε ανάλογη θέση. Επιπλέον, τα μέλη υποστηρίζουν και βοηθούν ενεργητικά το ένα το άλλο προκειμένου να επεξεργαστούν τις συγκρούσεις που τα χαρακτηρίζουν. Αυτή βέβαια είναι η εξιδανίκευση των ομάδων από τον Foulkes, δεδομένου ότι κάποιες φορές η ομάδα μπορεί να επιτεθεί σε ένα μέλος που πάσχει και να το περιθωριοποιήσει (το φαινόμενο του «αποδιοπομπαίου τράγου»). Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας και να επεξεργαζόμαστε τις καταστροφικές ώσεις και κινήσεις στην ομάδα για να προλαμβάνουμε όσο το δυνατό τέτοιου είδους φαινόμενα. Θα αναφερθούμε διεξοδικά σε αυτά στην παρουσίαση για το Anti-Group. Σχετικά με την υποστηρικτική δράση της ομάδας, παρατηρείται συχνά, τα μέλη να αποδέχονται ερμηνείες και σχόλια από τα άλλα μέλη της ομάδας ενώ θα ήταν απίθανο να τις δεχτούν από τον θεραπευτή. Αυτό συμβαίνει γιατί το μέλος που κάνει την ερμηνεία, συνήθως προσφέρεται ως ένα πρόσωπο με το οποίο το άλλο μέλος μπορεί να ταυτιστεί όταν για παράδειγμα λέει: «σου το λέω γιατί αυτά που περνάς μου θυμίζουν τα δικά μου, γι’ αυτό άλλωστε νομίζω ότι σε καταλαβαίνω τόσο καλά». 
  • Tην επικοινωνία: σύμφωνα με τον Foulkes η επικοινωνία στην ομάδα ισοδυναμεί με τη θεραπευτική διαδικασία αυτή καθεαυτή (Foulkes, Therapeutic Group Analysis, 1964). Στη σκέψη του η νευρωτική και η ψυχωτική διαταραχή συνδέεται πάντα με έναν αποκλεισμό από το σύστημα επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης του ασθενούς. Ο σκοπός της ανάλυσης είναι να μεταφράσει τα συμπτώματα σε προβλήματα που μπορούν να συζητηθούν. Κατά συνέπεια κάθε μέλος ωφελείται όταν προσπαθεί να μιλήσει ελεύθερα στην ομάδα για τις συγκρούσεις του, όπως και για αυτές των συνθεραπευομένων του. Όσο διευρύνεται η επικοινωνία στην ομάδα και βαθαίνει η κατανόηση τόσο τα μέλη αποκτούν πρόσβαση στο ασυνείδητο νόημα όσων εκφράζουν. Πρόκειται για μία διαδικασία παρόμοια με αυτήν μιας εκπαίδευσης (Pines) κατά την οποία η ομάδα βαθαίνει την κατανόησή της διευρύνοντας το λεξιλόγιό της ούτως ώστε κάθε μέλος στην ομάδα να έχει πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα επικοινωνίας, από το επιφανειακό στο περισσότερο βαθύ-ασυνείδητο (Foulkes and Anthony, Group Psychotherapy: The Psychoanalytic Process, 1957).

Η ομαδικό- αναλυτική κατάσταση δεν είναι μία στατική κατάσταση. Μία ομάδα που αναπτύσσει το δίκτυο επικοινωνίας της και φτιάχνει τη matrix της, δίνει τη δυνατότητα στα μέλη της να «διορθώσουν» τις αλλοιώσεις που έχουν συμβεί κατά την πορεία της εξέλιξης τους (η έννοια της συνήχησης ή αντήχησης), να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους και να συμφιλιώσουν την ατομική με την κοινωνική τους πλευρά. Σχετικά με την ατομική και την κοινωνική διάσταση κάθε προσώπου ο G. Klein έγραψε: «θα πρέπει να αναγνωρίσουμε δύο τάσεις στον εαυτό, μία φυγόκεντρο που οδηγεί στην αυτονομία και μία κεντρομόλο που εκφράζει την ανάγκη ενός ατόμου να είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας κοινωνικής οντότητας. Η συνδιαλλαγή αυτών των τάσεων ενώ αποτελεί την προϋπόθεση για έναν περισσότερο ολοκληρωμένο εαυτό είναι ταυτόχρονα πηγή ενδεχόμενων συγκρούσεων» (σ. 33, 1976 Psychoanalytic Theory στον Brown, 2015 σ. 105)). Ο Foulkes αντιλήφθηκε την ανάγκη του ατόμου να ισορροπήσει αυτή την παράδοξη πάλη τόσο για μία ατομικότητα όσο και για ένα αίσθημα ανήκειν (Brown, 2015).

Σε μία αναλυτική ομάδα τα μέλη χρειάζεται να συνεργαστούν για να ανακαλύψουν την ατομικότητά τους. Με άλλα λόγια η ομάδα και το άτομο ανακαλύπτουν τη συμπληρωματικότητά τους. Ο χώρος της ομάδας προσφέρεται, μέσω των αλληλεπιδράσεων των μελών, για την αναβίωση παλαιότερων συγκρούσεων που θα επιλυθούν, οδηγώντας δυνητικά στη συναισθηματική ωρίμανση κάθε μέλους ξεχωριστά. Σε τελική ανάλυση, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, ο Foulkes πάντα επικεντρωνόταν στη θεραπεία του ατόμου: «το άτομο θεραπεύεται στο πλαίσιο μιας ομάδας με την ενεργή συμμετοχή της ομάδας» (Foulkes and Anthony, 1975).