Ξένος και Αυτογνωσία στο Αρχαίο Ελληνικό Έπος
Θα αρκεστώ κυρίως σε ορισμένες περιγραφές του Ξένου, όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε και να εκλαμβάνουμε τις αρχικά άγνωστες παρουσίες στο Αρχαίο Ελληνικό Έπος, στην Οδύσσεια. Η εμπειρία του Ξένου, του Αλλότριου, του Ασυνήθιστου διατρέχει την Αρχαία Ελληνική Επική Ποίηση ως μία έκδηλη επανερχόμενη ανάγκη του ανθρώπου να αναζητήσει μέσω μιας μοναδικής πολιτισμικής κατάκτησης την κατανόηση του για να διακρίνει και να διευρύνει τις δικές του συνειδητές και προσυνειδητές τάσεις και συγκινήσεις. Και ναι μεν μπορεί η πρωταρχική συνάντηση με τον Ξένο να συνοδεύεται από την παραμόρφωσή του διαμέσου της προβολής και προβολικής ταύτισης του ακροατή ή αναγνώστη, είναι όμως δυνατή, όπως υπαγορεύει η οδυσσειακή αντιμετώπιση του ξένου αντικειμένου – των ξένων που ασκούν τη μεγάλη έλξη και απώθηση -, να μεταβληθεί σε προϋπόθεση αυτογνωσίας. Είναι χαρακτηριστική, δυνατή και επιθυμητή, εξαρχής η έλξη των εχθρών, η ξενοφιλία, που επικυρώνεται από τις ομοιότητες Τρώων και Ελλήνων στην Ιλιάδα και αργότερα ανάμεσα σε Πέρσες και Έλληνες στον Αισχύλο – ενώ ανθρωπόμορφα τέρατα είναι κοινά. Στην ποίηση, η οποία γνωρίζει εξαρχής την ανθρώπινη ενορμητικότητα, τις μεγάλες, επώδυνες ναρκισσιστικές της πληγές και την απροσδιόριστη βούληση των θεών, οι αλαζονικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς δεν βρίσκουν στις επικές της εκδηλώσεις ένα μόνιμο καταφύγιο. Στην ίδια μοναδική ως προς την εκφραστική της δύναμη γλωσσική κοινότητα, με μοιρασμένη την εύνοια των Θεών, συγκατοικούν Έλληνες και Εχθροί: η ποιητική ενσυναίσθηση κάνει ίσως να αναφαίνεται, να χαράζεται μέσα μας, περισσότερο η τρυφερότητα του Έκτορα από την οργή του Αχιλλέα.
Στους τόπους της Οδύσσειας εισερχόμαστε αμέσως μετά από μία σύντομη έκκληση του ποιητή προς τη Μούσα που θα πρέπει να αναλάβει την αναμενόμενη εξιστόρηση του δραματικού, δαιδαλώδους νόστου ενός πολύπλαγκτου, πολυπλάνητου ήρωα. Θα θυμάστε από το σχολείο τους αρχικούς στίχους του προοιμίου με τους οποίους υπενθυμίζονται στη Θεά οι προσμονές του ακροατηρίου το οποίο αδημονεί να ακούσει τα όσα συντρέχουν μετά τον Τρωικό Πόλεμο τη μοίρα του Οδυσσέα.
«Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του
τον γυρισμό…..»
Ήδη σ’ αυτό το σημείο η απαίτηση των συμμετεχόντων στην απαγγελία εστιάζεται σε κάποιον του οποίου η απαράμιλλη πολυμήχανη σκέψη, η πολύτροπη ιδιοσυγκρασία του, η προπάντων άκαμπτη περιέργεια του να διεισδύει στη μυστικότητα του κόσμου του έχει εξασφαλίσει τεράστια γνώση ανθρώπων και πολιτισμών. Αυτού του πολυίδριου, του συνετού και πανούργου, ο εναγκαλισμός και η πολυμήχανη αξιοποίηση των βιωμάτων του στηρίχτηκε σε δοκιμασίες – τις οποίες δεν θέλησε πάντα να αποφύγει –, στους μεγάλους ερωτικούς πειρασμούς, στη δεξιοτεχνική αντιμετώπιση δαιμόνων, στην καρτερικότητα μπροστά στους φυσικούς κινδύνους. Όλη αυτή την ασίγαστη πολυμορφία μιας μετατρωϊκής περιπέτειας που τη συγκλονίζει ο απειλούμενος νόστος καλείται να εκδιπλώσει η Μούσα. Πρόκειται για μια θεότητα της Μουσικής, την προστάτιδα της Επικής Ποίησης, χάρη στην οποία μπορούν να μεταφερθούν οι εικόνες και οι ήχοι, οι εξιστορήσεις των νέων συναντήσεων του Οδυσσέα και των συντρόφων του που διαφέρουν από τη πολύχρονη εμπειρία του πολέμου που μόλις τερματίστηκε. Τα πάθη των ανθρώπων ανήκουν εδώ σε μία νέα προοπτική που διαγράφεται στη ζωή του ήρωα. Για την ανάδειξη της αναζητείται και κρίνεται απαραίτητη η απαράμιλλη ευαισθησία της Μούσας όταν μπορεί και συνάπτει τη γλώσσα με τη μουσική, όταν χρειάζεται να εγκαταλείψει την γλωσσική ευστάθεια για να υπενθυμίσει πρώιμες καταβολές μέσα από την αμεσότερα μεταδιδόμενη συγκίνηση των φθόγγων. Στη σειρά των βιωμάτων που του επιφυλάσσει αυτή η συμπληρωματική γνώση ο βίος του Οδυσσέα διεκδικεί μία επανερχόμενη συνάφεια με καταστάσεις απόκοσμες, μαγικές, ονειρικές, ψαύει προσυνειδητές διεγέρσεις. Στο έπος εμφανίζονται πολλά πρόσωπα με μουσικό τάλαντο: οι ραψωδοί και κιθαρωδοί Φήμιος και Δημόδοκος, που επαινούνται για την απόδοση τους από τον Οδυσσέα, αλλά και η Καλυψώ και η Κίρκη που χρησιμοποιούν το τραγούδι τους για να γητέψουν. Είναι άλλωστε και ο ίδιος ο Οδυσσέας όχι μόνον ένας εντυπωσιακός χειριστής του προφορικού λόγου, αλλά και κάποιος που εντυπωσιάζει με την ποιότητα της φωνής του τους Φαίακες. Στο ίδιο γλέντι, στην απαραίτητη συνεστίαση με τους οικοδεσπότες και συνδαιτημόνες που προστατεύουν τον νόστο του, ο Οδυσσέας θα διατυπώσει απερίφραστα την έλξη και τον θαυμασμό του για τη Μουσική στρεφόμενος προς τον Δημόδοκο: «Γιατί» – θα του πει – «πάνω στη γη όλοι οι θνητοί οφείλουν σέβας και τιμή στους αοιδούς που η Μούσα τούς εδίδαξε τον δρόμο στα τραγούδια τους και αγάπησε πολύ των αοιδών το γένος»…»Τραγουδάς των Αχαιών τη μοίρα, τι έπραξαν, τι έπαθαν, τι έχουν υποφέρει σάμπως να βρέθηκες παρών ο ίδιος». Η βαθιά απόλαυση που του προσφέρει ο Δημόδοκος, ο ραψωδός και κιθαρωδός, περιλαμβάνεται στη θ’ Ραψωδία πριν από την Ραψωδία μ’, όπου ένα προγενέστερο γεγονός κατά την εξέλιξη του έπους προδίδει την απειλητική ισχύ του άσματος των Σειρήνων με την οποία έχουν αποτολμήσει την οριστική του υποταγή στην ενορμητική τους βούληση. Γιατί παραμένει αυτό το επεισόδιο μόνιμης σημασίας για τους σχολιαστές της Οδύσσειας, και ακόμη γιατί εξακολουθεί να ασκεί μία ‘ακαθόριστη γοητεία’ στους αναγνώστες της; (Όσο και αν είναι τετριμμένη αυτή η διατύπωση, τη δανείζομαι από την ανάλυση ενός νέου άντρα με νευρωτική μετουσιωτική ανάγκη που τον καθήλωνε σ’ αυτό το εδάφιο της Οδύσσειας αποστρεφόμενος τη φωνή της ερωμένης του.) Και ποια μπορεί να είναι η ψυχοδυναμική του σημασία αφού μάλιστα συμφύονται με την παρουσίασή του ξενικά, όντα με ιδιότυπα σώματα;
Ποιες είναι οι σειρήνες που μεταπηδούν στο Έπος; Στη ‘Μυθολογία των Ελλήνων’, του Karl Kerenyi (1966) με σώμα δισυπόσαστο. Από τη μέση και κάτω έχουν τη μορφή αρπακτικού πουλιού με πόδια πτηνού που κατατείνουν να μεταβληθούν σε πόδια λιονταριού, ενώ το κεφάλι τους είναι γυναικείο. Η αρπακτική τους επιθετικότητα που αφορά κυρίως νέους απεικονίζεται σ’ ένα μεγάλο αριθμό από βάζα- και παράλληλα σε άλλες παραστάσεις μπορούν να κρατούν τη λύρα, ή τον διπλό αυλό, και με μοιρασμένους ρόλους όταν είναι δύο η μία να παίζει ένα όργανο και η άλλη να τραγουδάει. Το σώμα τους παρουσιάζει ομοιότητα με τη μορφή του πατέρα τους τού Αχελώου, του θεού των ποταμών που έχει ως υπογάστριο ένα φιδίσιο ψάρι. Η προσήλωση των Σειρήνων στη Μουσική θυμίζει τις Μούσες και το διφυές κορμί τους θυμίζει τη Σφίγγα. Χρησίμευαν στην Περσεφόνη για να διευκολύνουν με μουσική υπόκρουση την είσοδο των νεκρών στον Άδη, αλλά θεωρούνταν και θεότητες του έρωτα διαθέτοντας προφανώς για ζωντανούς και νεκρούς την ίδια σαγήνη. Παραμόνευαν την ανίσχυρη να αντισταθεί λεία τους από ναυτικούς που πάντοτε ενέδιδε στο άκουσμα των τραγουδιών τους στη νήσο Ανθεμόεσσα του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου είναι εγκαταστημένες από την Περσεφόνη. Εκεί κατασπαράσσουν τα θύματα, πετούν τα κατακερματισμένα, κατασπαραγμένα πτώματα, τα κόκκαλά τους σαπίζουν, λιώνουν αφημένα στο λιβάδι που τις περιστοιχίζει, εκτεθειμένα στη θέα όσων προλαβαίνουν να τα κοιτάξουν. Ωστόσο στη Μυθολογία ανακαλύπτει κανείς ακόμη μία παραπομπή στις ιδιότητες τους: οι φτερωτές γυναίκες είναι σκεπτόμενες και ξέρουν το πως θάπρεπε να δελεάσουν τον αντιστεκόμενο Οδυσσέα στα αποπλανητικά θέλγητρα του τραγουδιού τους.
Στον Όμηρο όπου πρωτοεμφανίζονται θα του ψιθυρίσουν προσεγγίζοντας τον:
«Έλα, Οδυσσέα περίφημε, δόξα των Αχαιών, πλησίασε,
αφού κανείς δεν μας προσπέρασε στο μελανό καράβι του,
προτού ν’ ακούσει….τη μελιστάλαχτη φωνή μας.
Πρώτα ευφραίνεται κι ύστερα συνεχίζει το ταξίδι του,
κερδίζοντας καινούρια γνώση.»
Ο ήρωας αισθάνεται το βάθος του ανελέητου πειρασμού, της οπισθοδρόμησης που υπόσχεται την ολοσχερή αποδέσμευση από τις αντικειμενότροπες σχέσεις που χάνονται, ξεθωριάζουν καθώς ακούγεται η μοναδική, απροσδιόριστης ποιότητας άδουσα φωνή που καταλαμβάνει το σώμα του. Η ενσυναισθητική της διείσδυση στον Εαυτό του προσφέρει την ανάπλαση αρχέγονων διεγέρσεων, μιας πρώτης στιγμής των εν τω γεννάσθαι αισθητηριακών οργάνων, της απαρχής ή του αφανισμού του έξω κόσμου. (Είναι η κοχουτιανή άποψη για την αναπόδραστη αέναη νοσταλγία που αφορά την επιστροφή του Εγώ σε μια περίοδο του σχηματιζόμενου περιγράμματος του – όταν η συνύπαρξη με τη μητέρα ανέχεται μόλις τη θωπεία του τραγουδιού της που η ίδια συνθέτει ανιχνεύοντας ανεπαίσθητα τις ναρκισσιστικές ανάγκες του άλλου.) Αυτή η υπόσχεση των Σειρήνων της υπέρτατης θανατηφόρας ηδονής συνυφαίνεται με μουσικές στιγμές ωσάν εκείνες που διαπερνούν το όνειρο όταν το άτομο θα αναζητήσει την προσωρινή επούλωση του τραύματος μέσω της ασυνείδητης επαναφοράς παλαιών ασχημάτιστων ηχητικών βιωμάτων τραγουδιού.
Όμως ο Οδυσσέας είναι κάποιος που χαίρεται και επαίρεται για τις κατακτήσεις του Εγώ του το οποίο έχει επενδύσει γιατί του εξασφαλίζει από παιδί την Ηδονή της μάθησης. Στη γλώσσα του Φρόυντ τη Wißbegierde, την ηδυπαθή ενασχόληση με τις εγκόσμιες πλευρές του Είναι που του υπαγορεύει η ενόρμηση της γνώσης, η περιέργεια που κατακλύζει τον πολύτροπο, πολυμήχανο ψυχισμό του από τον οποίο δεν πρόκειται ποτέ του να παραιτηθεί. Γι’ αυτό το λόγο είναι σε θέση να συνομιλεί με φίλους, συνοδοιπόρους και ερωμένες, όπως με την Κίρκη, για να εξασφαλίζει την αποποίηση της καταστροφικής οριστικής παλινδρόμησης που θα τον απομάκρυνε από πράγματα και ανθρώπους που ορέγεται και ψηλαφεί. Οι Σειρήνες γνωρίζουν ως σκεπτόμενα δαιμονικά την αδιάσειστη επιθυμία του Οδυσσέα να επιστρέψει στον νόστο παρά την απορροφητική δύναμη της ερευνητικότητας και του υπόσχονται μετά τον ηδονικό εκτροχιασμό την απελευθερωτική πρόσθετη διεύρυνση της γνώσης του. Ο θαλασσοπόρος δεν θέλει να παραιτηθεί ωστόσο από την πρωτάκουστη («τον ανάκουστο κελαηδισμό και λιγοθυμισμένο» για να θυμηθούμε τον στίχο του μέγιστου ποιητή μας που ίσως και μόνον κατά προσέγγιση μπορεί σ’ αυτό το σημείο να εξυπηρετήσει την φαντασιωσική προσέγγιση της εδώ οπισθοδρομικής εμπειρίας ) την ανήκουστη μουσική δίνη που επαγγέλλεται την έσχατη μαζοχιστική αποδέσμευση από ανούσιες αντικειμενότροπες σχέσεις.
Στηριζόμενος στην προβλεπτικότητα του Εγώ του που δεν αγνοεί τα όρια της αντοχής θα αποδεχθεί την αρωγή της Κίρκης με την οποία εκπονεί τη στρατηγική υπέρ του κορεσμού της περιέργειας του και της επιβίωσης του. Θα παραμείνει δεμένος στο κατάρτι του πλοίου του όσο είναι εκτεθειμένος στο μαγικό θέλγητρο του τραγουδιού με το οποίο παραλύει η αντίσταση κατά της ενόρμησης του θανάτου. Με μια γνώση τελέσφορη, οριακή για έναν βροτό άνδρα που τη διεκδίκησε ακουμπώντας στις εκμεταλλεύσιμες ψυχαναγκαστικές πλευρές του Εαυτού του υπερβαίνει εν τέλει την αμφιθυμία των αντιθετικών ροπών που διαπερνούν τη μοίρα του. Στο ίδιο περιπετειώδες πλαίσιο με την προνοητικότητά του, τη συστηματικότητά του που η ψυχοσεξουαλική του ιδιοσυγκρασία-εξέλιξη έχει προσθέσει στην ευφυΐα του, διασώζει τους συντρόφους του με τους οποίους συνεργάζεται αποτελεσματικά. Το Υπέρ-Εγώ του τούς εκχωρεί τη δικαιοδοσία αυστηρής εποπτείας της συμπεριφοράς του οπότε του ανταποδίδουν, κωφοί στο γήτεμα των Σειρήνων, τη σωτηρία τους. Η δράση και η στάση του Ήρωα αποδεικνύεται υπερκαθορισμένη: Διερευνά μία ξένη οντότητα, τις Σειρήνες-Μούσες με τις οποίες τον συνδέουν τόσο οι σεξουαλικές – ερωτικές του αναπόδραστες τάσεις, όσο και η δυσφορία απέναντι στο ίδιο ερωτικό αντικείμενο που αποτελεί ένα μέρος της μετουσίωσης* επιδεικνύει την ανάγκη επικράτησης του Ορθού Λόγου απέναντι στη τάση κατίσχυσης του αβυσσαλέου ασυνειδήτου την οποία μπορεί να εκτιμήσει και να αποδεχθεί την απειλή της. Η σοφία του έγκειται στην απόκρουση της αφελούς άποψης ότι την ελέγχει αμετάκλητα.* Παράλληλα γίνεται στον ίδιο και τους αναγνώστες της Οδύσσειας αντιληπτό πόσες εσωτερικές συγκρούσεις οφείλει να αποφύγει ο επιθυμητός νόστος για να διατηρήσει την αμφιρρεπή πορεία του. Οι Σειρήνες συμβολίζουν με την απομόνωσή τους σ’ ένα απόμερο, απρόσιτο νησί – το οποίο εντούτοις δεν αποφεύγουν οι ζηλωτές ενός μαγικού φίλτρου που υπόσχεται τη θανατερή ειρήνευση – έναν ανίερο, αλλά υπαρκτό συμβολισμό ενός τραγικού συγκερασμού της άπληστης, εξαρχής ανικανοποίητης στοματικής κοιλότητας με τη Μουσική. Όποιος εμφανίζεται στη θάλασσα που περιβρέχει το νησί τους τις μετατρέπει σ’ αυτό που υποκρύπτουν τα τραγούδια της λήθης: στη ζωώδη φύση τους. Ένας μοναδικός πιθανόν συμβολισμός της αρχαϊκότερης καταβολής της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης του ανθρώπου, όταν αυτές οι δύο πλευρές της σωματικής του ύπαρξης συνεργούν, συμπράττουν αυτονόητα εναλλασσόμενες.
Ας μου επιτρέψετε εντούτοις σ’ αυτό το σημείο προς στιγμήν να επανέλθω στη σύγκριση των ανθρωπόμορφων πουλιών, των Σειρήνων με τη Σφίγγα, σύγκριση που υπαινίχτηκα πριν από λίγο. Η εμφάνισή της στην Τραγωδία σχετίζεται ως παγκοίνως γνωστό με τον Οιδίποδα ο οποίος υποχρεώθηκε αποδεχόμενος το χρησμό της Πυθίας να εγκαταλείψει την Κόρινθο. Η φυγή του υπαγορευόταν από την πεποίθηση που επέβαλε η προφητεία πως θα δολοφονούσε τον αγαπημένο του πατέρα. Καθ’ όδόν προς τη Θήβα σκοτώνει τον φυσικό του πατέρα, έναν ξένο μαζί με τους φρουρούς του. Η φρικτή πράξη τον απαλλάσσει από την ενορμητική επιθετική ένταση που συναποκομίζει μετά τον ξεριζωμό του από την πατρίδα του ενώ ταυτόχρονα του παρέχει το άλλοθι της παράκαμψης του αιμομικτικού εγκλήματος. Εφησυχασμένος συνεχίζει την πορεία του για να συναντήσει λίγο μετά τη Σφίγγα της οποίας τη φρικαλέα φήμη δεν μπορεί να αγνοεί. Προέρχεται από την Ασία και εγκαθίσταται στη Βοιωτία, στην ελληνική περιοχή που δείχνει τη μεγαλύτερη δεκτικότητα για θρησκευτικά και μυθολογικά αποσπάσματα από μη ελληνικές παραδόσεις που προκαλούν την ελληνική πολιτισμική εξέλιξη. Αυτό το δαιμονιακό τέρας βρίσκεται εκτός των πόλεων, εκτός της Θήβας προς την οποία κατευθύνεται το πριγκιπόπουλο που ανήκει σε δύο βασιλικούς οίκους. Η ιδιομορφία της Σφίγγας φέρει τα χαρακτηριστικά των δίφυλλων όντων που αποτελούν συχνά δημιουργήματα της ελληνικής μυθολογικής φαντασίας προδίδοντας συχνά πέραν της ομοιότητας των κοινές προγονικές αφετηρίες. Έτσι και η Σφίγγα με το κάτω ήμισυ με λιονταρίσιο σώμα που επίσης είναι σημαδεμένο από πόδια με αρπαχτικά νύχια και το επάνω με το φτερωτό κορμί γυναίκας θυμίζει τη συγγένεια της με τις Σειρήνες. Αυτή η ξενόφερτη αποτρόπαιη, ανθελληνική εκ πρώτης όψεως παρουσία διαθέτει την ικανότητα να ομιλεί και να τραγουδάει αγκαλιάζοντας με τη φωνή της τα τείχη της Θήβας. Ο Σοφοκλής την αποκαλεί ως γνωστό ‘αοιδό κόρη’. Και έτσι επιτυγχάνει να ελκύει τους νέους άντρες στους οποίους υπόσχεται τον ανυπέρβλητο ερεθισμό ενός πολύμορφου-διαστροφικού εναγκαλισμού με την καταστροφική του συγχώνευση. Και εδώ προσκρούομε στις φαντασιώσεις των ανυπεράσπιστων νέων θυμάτων να παραδοθούν στη διεισδυτική παντοδυναμία της Σφίγγας που ισοδυναμεί με την εθελημένη ολοσχερή παραίτηση από τον κόσμο της ναρκισσιστικής απογοήτευσης και υπέρ της επικράτησης της μαζοχιστικής, ολέθριας υποταγής σε μία τελευταία σύντηξη με το εγκαταλελειμμένο σε αρχαϊκούς χρόνους μητρικό κορμί.
Αυτή είναι μία από τις δυνατές ερμηνείες αυτού του μυθικού προπλάσματος που αφορούν το φτερωτό λιοντάρι με το πρόσωπο ενός κοριτσιού. Όμως αυτό το τάχατες μόνο ξένο, απροσδιόριστο ον, του οποίου η όψη, το παρουσιαστικό σαρκάζει τα κοινά ελληνικά αισθητικά κριτήρια, χρησιμοποιεί εντούτοις τη γλώσσα της χώρας που το φιλοξενεί. Η Σφίγγα δεν χειρίζεται μόνον την Ελληνική, αλλά διαθέτει παράλληλα τη στοχαστική οξύνοια του Ορθού Λόγου την οποία μάλιστα θα θελήσει να εκμεταλλευτεί ο Οιδίπους. Αυτό το τραυματισμένο στους αστραγάλους βασιλόπουλο, που εγκαταλείφτηκε γυμνό νεογνό στην αγριότητα της φύσης και στιγματίστηκε από τις ναρκισσιστικές ανασφάλειες των μητέρων του, θα αναζητήσει τον διάλογο με την εκφραστική ετοιμότητα της Σφίγγας αφού η εκτόνωση της λιμνάζουσας επιθετικότητας θα τον οδηγήσει στην ηρεμία για να μπορεί να σκέπτεται ελεύθερα αποδεχόμενος την ερμηνευτική της ασιατικής κόρης. (Οι πολλαπλές απεικονίσεις αυτής της συνάντησης με τη Σφίγγα που έχουν εμπνεύσει όλες τις Τέχνες πείθουν για τον υπερκαθορισμό της. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η επιλογή μιας αναπαράστασής της που κοσμεί το πρόγραμμα του Συνεδρίου.) Δεν πρόκειται για μια βαθιά διένεξη, αλλά για μια από κοινού προσπάθεια να απαντηθούν ερωτήσεις που απασχολούν τους δύο. Μία αποσεξουαλικοποιημένη συνεργασία πρωτογενούς ομοφυλοφιλίας.
Μια μεταβολή στην πολλές φορές παρερμηνευμένη σχέση τους που αμφισβητεί την πόλωση ανάμεσα στα γνωρίσματα, τα ατομικά και πολιτισμικά πως δήθεν δεν είναι διαμεσολαβήσιμα και υποθάλπουν τη δυσπιστία, το φόβο και την εκατέρωθεν άρνηση. Το συγκεκριμένο μυθολογικό δάνειο της Αιγύπτου εξυπηρετεί προφανώς την ανάδειξη της νοσταλγίας για εκείνες τις εγκαταλελειμμένες πλευρές του ψυχισμού που ο αναδεικνυόμενος ελληνικός ορθολογισμός θέλει να αγνοήσει τη σημασία τους αμυνόμενος κατά μιας μοιραίας οπισθοδρόμησης. Είναι ενδεικτική μία παρατήρηση του Νίτσε για τον κίνδυνο μιας υποτροπής, μιας ολίσθησης του Ελληνισμού στην ασιατική πραγματικότητα που πάντα τον αφορούσε «έτσι ώστε καταποντιζόταν πότε-πότε σ’ ένα σκοτεινό ρεύμα μυστικιστικών προθέσεων, στοιχειώδους αγριότητας και ζοφερότητας.» («Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο», Δεύτερος Τόμος, Nizza 1886, σελ. 820 της Γερμανικής Έκδοσης Karl Schlechta 1954)
Νίκος Τζαβάρας
Ομιλία στο Συνέδριο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας για τον «Ξένο», Δελφοί, 2022


