Το Διαγενεαλογικό Ψυχικό Τραύμαως μνησιπήμων πόνος1 στην Ομαδική Ανάλυση
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην παρούσα εργασία αρχικά ανασκοπούνται θεωρητικές προσεγγίσεις που αφορούν το Διαγενεαλογικό Τραύμα (Δ.Τ.), ως ανεπεξέργαστο και άλυτο Πένθος. Το Δ.Τ συνδέεται με τραυματογενείς καταστάσεις που συμβαίνουν, σε ατομικό (επώδυνα, βίαια ή ηθικώς κατακριτέα γεγονότα κλπ.) ή συλλογικό (κρίσεις, πόλεμοι, γενοκτονίες κλπ.) επίπεδο, και προκαλούν ισχυρή ψυχοσωματική διέγερση. Οι επακόλουθες μνήμες και τα αναδυόμενα συναισθήματα φόβου, ντροπής και ενοχής παραμένουν ασύνδετα και ανοηματικά, ως ξένα σώματα, εντός του ψυχισμού και διαταράσσουν σοβαρά το δίπολο ευχαρίστησης – δυσαρέσκειας.
Στη συνέχεια διερευνώνται απόψεις σχετικές με τη διαγενεαλογική μεταφορά του τραύματος από προγόνους (θύτες ή θύματα) σε απογόνους τρίτης γενεάς, μέσω ασυνειδήτων ταυτίσεων, καθώς και με το διαγενεαλογικό τραυματογενές αντικείμενο, που μπορεί να αφορά πρόγονο, γεγονότα ή φαντασιώσεις.
Επίσης μελετάται η θεμελιώδης και η δυναμική matrix της ομάδας κατά Foulkes, ως θεραπευτικό πλαίσιο επούλωσης των τραυματικών εμπειριών.
Τονίζεται ότι η σφοδρότητα του τραύματος, κινητοποιεί τους αρχέγονους μηχανισμούς άμυνας της διχοτόμησης και της άρνησης, και παραβλάπτει την ικανότητα του ατόμου για εμπιστοσύνη και συμβολοποίηση.
Αναφέρονται ενδεικτικές περιπτώσεις θεραπευομένων στην Ομαδική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, των οποίων το Τραύμα και η συνακόλουθη δυσφορία και οδύνη, δεν συνδέονται εμφανώς με γεγονότα της δικής τους ζωής και της γενεάς των. Παρατηρείται όμως ότι το “εκεί και τότε” που αφορά καταστροφικές εμπειρίες των προηγουμένων γενεών τους, επαναβιώνεται στο “εδώ και τώρα” της ομαδικής επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης, μέσω δε των ειδικών ομαδικών θεραπευτικών παραγόντων, των μεταβιβαστικών και αντιμεταβιβαστικών φαινομένων και ερμηνειών, συμβολοποιείται λαμβάνοντας Νόημα, εντός της Ομάδος.
Ιδιαιτέρως επισημαίνεται ότι μαζικές, ιστορικές κοινωνικοοικονομικές έντονες κρίσεις, από την ελληνική αρχαιότητα, ως τη σημερινή εποχή, συνδέονται με συλλογικά Δ.Τ., που ενδεχομένως έχουν μεταφερθεί ασυνειδήτως στις επόμενες γενεές, έχουν εγκολπωθεί στη συλλογική μνήμη και εν δυνάμει, μπορεί να ενεργοποιούνται επιλεκτικά, ως δυσλειτουργικά ταυτοτικά στοιχεία.
Τέλος, συμπεραίνεται ότι η λεκτικοποίηση και η έκφραση του Πένθους, είτε μέσω θεραπευτικών διεργασιών, είτε μέσω πολιτισμικών αναμνηστικών εκδηλώσεων, συνεισφέρει στη σύνδεση και συνειδητοποίηση των εμπειριών και πιθανόν συμβάλλει στην ανακοπή της διαγενεαλογικής μεταφοράς του Τραύματος και στην αποφυγή της επανάληψης της βίας.
Ο Pam Kleinot (2011) στην εργασία του “Trabsgenerational Trauma and Forgiveness: Looking at the Israeli-Palestinian Families Forum Through a Group Analytic Lens” γράφει:
“Κάθε βίαιη ενέργεια στη ζωή του ανθρώπου, επιφέρει πόνο, ανεπεξέργαστα τραύματα και απένθητες απώλειες. Οι τραυματισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι ικανοί να μιλήσουν για τις εμπειρίες και τις ιστορίες τους, μπορεί ασυνειδήτως να τις επικοινωνήσουν, μέσω διαδραματίσεων. Τα τραύματα που είναι συγκαλυμμένα στον πόνο και την απώλεια και η μνήμη δεν μπορεί να τα επεξεργαστεί, προκαλούν συναισθήματα απελπισίας και οργής. Άτομα και κοινωνίες, που υπέφεραν μαζικά, σε μια προσπάθεια απώθησης της ενοχής και της ντροπής από ταπεινώσεις που υπέστησαν, χρησιμοποιούν εκ νέου βία για να επιλύσουν τον ανυπόφορη ψυχική διέγερση. Πιο συγκεκριμένα, γονείς με φρικιαστικά βιώματα που δεν μπορούν να πενθήσουν, μέσω ασυνείδητων διεργασιών, τα μεταφέρουν στα παιδιά τους, προκαλώντας το αποκαλούμενο Διαγενεαλογικό Τραύμα ( Δ. Τ.) που διολισθαίνει από γενιά σε γενιά. Αυτή είναι η αλήθεια των ατόμων και των κοινωνιών που έχουν υποφέρει από μαζικό τραύμα”.
Η ομαδική ανάλυση έχει τις ρίζες της σε έναν πολιτικό τομέα όπως έγραψε ο Foulkes στο πρώτο του βιβλίο μετά από τη θεραπεία στρατιωτών που τραυματιστήκαν κατά τη διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου” (Kleinot, 2011, σελ.98).
Διαπιστώνεται σήμερα, κάτι που ήδη έχει επισημανθεί από τους αρχαίους τραγωδούς μας, ότι το Δ.Τ. πολλάκις, σχετίζεται με ιστορικές συγκυρίες ισχυρών κοινωνικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, μπορεί δε να διαρρεύσει σε τρεις γενιές, μέσω ασυνείδητων ταυτισιακών διαδικασιών, όπως προείπαμε και συμπυκνώνει μια ιστορία, που μερικώς τουλάχιστον, δεν ανήκει στη γενιά του υποφέροντος ατόμου (Χατζηανδρέου,2012).
Ο Αισχύλος στους Πέρσες (Στ. 818-22), δια στόματος του ειδώλου του Δαρείου, λέει: “ Στη γη των Πλαταιών, από τις λόγχες τις δωρικές, τόσο αίμα θα κυλήσει, που οι νεκροί, στοίβες, ακόμα και ως την τρίτη γενεά, θα δείχνουν άφωνα στα μάτια των ανθρώπων, πως δεν αρμόζει, όντας θνητός, να ‘χεις φρονήματα τόσο αλαζονικά,…. γιατί τότε, έχεις καταστροφή και δάκρυα να θερίσεις ”.
Επίσης τα δεινά που κατατρέχουν τον οίκο των Ατρειδών, παρουσιάζονται ως ένα είδος κληρονομικής νόσου, που, η γενεαλογία της, εμπεριέχουσα αλλεπάλληλους φόνους και μοιχείες, η κορύφωση της και η θεραπεία της, από την ομαδική διεργασία στον Άρειο Πάγο, την οντότητα η οποία θεσπίζεται από την συλλογικότητα της πόλης, που ομονοεί, αποτελούν το κεντρικό θέμα της Ορέστειας.
Όσον αφορά την σημαντικότητα των διεργασιών του πένθους, στον Οιδίποδα επί Κολωνώ του Σοφοκλή, η Αντιγόνη αναφωνεί, αναφερόμενη στο θάνατο του πατέρα της <<Ουδέ πένθος έλιπ’ άκλαυτον >> και ούτε άκλαυτον άφησε πένθος.
Τέλος, μπορεί κανείς να διακρίνει την διαγενεαλογική μεταφορά, στην τραγωδία Ορέστης του Ευριπίδη, όπου η Ηλέκτρα λέει: <<να λούσω με κατάρες τον γέροντα πρόγονό μου Τάνταλο που γέννησε απανωτές γενιές δυστυχισμένων>>. Ενώ ο Ορέστης πράττει, φονεύοντας τη μητέρα, η Ηλέκτρα εκδικείται, αξιοποιώντας τη λυτρωτική, αναστοχαστική και επουλωτική ιδιότητα του θρηνώδους λόγου.
Ανακεφαλαιώνοντας τονίζεται ότι το αίσθημα της γενεαλογίας, είναι ένα ψυχικό φαινόμενο στον καθορισμό του οποίου συμμετέχουν τρείς συνιστώσες: η βιολογική (μετάδοση γενετικού υλικού κτλ.), η νομική (μετάδοση υλικών αγαθών κτλ.) και η ψυχική που βασίζεται κατά το πλείστον στις ασυνείδητες ταυτίσεις. (Λαζαράτου, 2007).
Στο ψυχικό επίπεδο μεταδίδεται μια θετική – αντικειμενoτρόπoς πλευρά (μία γνώση, ένα αντικείμενο, μια παρουσία) και μια αρνητική – ναρκισσιστική (μια έλλειψη, ένα μη αντικείμενο, μια απουσία) μεταδίδεται δηλαδή αυτό που λείπει, αυτό που δεν έχει ειπωθεί.
Έτσι, οι αναπαραστάσεις με τις οποίες το τραυματογενές διαγενεαλογικό αντικείμενο (που αφορά πρόγονο, γεγονότα ή φαντασιώσεις που προκαλούν τρόμο και ντροπή) είναι εγγεγραμμένες στον ψυχισμό των γονέων, αναφέρονται σε επώδυνους τραυματισμούς και είναι ηθικά κατακριτέες.
Στις επόμενες γενιές υπάρχει έλλειψη αναπαράστασης ή μια πρωτοαναπαράσταση του πράγματος, ανίκανη να φτάσει στο επίπεδο του λόγου.
Αυτό φαίνεται ευκρινώς στο ποίημα “Τελευταίος Σταθμός” του Σεφέρη από τη συλλογή
“Ημερολόγιο Καταστρώματος” που γράφει:
“Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τα ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος”.
Το Δ.Τ. λοιπόν, λόγω της μεγάλης διέγερσης που ασκεί στον ψυχισμό, παραμένει ένα απολύτως άλυτο Πένθος, έξω από τις δυνατότητες συμβολοποίησης της σκέψης, με τις τραυματικές μνήμες να διατηρούνται σαν ξένα σώματα εντός του ψυχισμού, (Χατζηανδρέου, 2012). Επισημαίνεται ότι στη θέση των διεργασιών του πένθους δια του καταναγκασμού της επανάληψης, επαναφέρεται το τραύμα σε μορφές έκφρασης που εμπεριέχουν την τραχύτητα της πρώτης του εκδοχής.
Θα αναφερθούμε τώρα στο αποκαλούμενο μαζικό – κοινωνικό τραύμα, που συνδέεται με ολικά κοινωνικά γεγονότα και φαινόμενα που αφορούν τη διάρρηξη των ορίων και των όρων αναπαραγωγής των κοινωνικών συστημάτων. Θυμίζουμε τις συγκρούσεις Ισραηλινών – Αράβων, Εσθονών – Ρώσων, τις φυλετικές συγκρούσεις στην Αφρική, την Μικρασιατική καταστροφή και τον Εμφύλιο στη χώρα μας. Τέτοια γεγονότα όπως, πόλεμοι, γενοκτονίες κ.α. επηρεάζουν τη συγκρότηση της συλλογικής μνήμης και δεν συνιστούν απλώς έκφραση πολλών ατομικών βιωμάτων. Για να εξελιχθεί σε τραύμα ένα συμβάν μαζικής κλίμακας πρέπει να υποστεί μια διαδικασία κοινωνικής νοηματοδότησης, να σημανθεί δηλαδή, επιφέροντας αμετάκλητες αλλαγές στη συλλογική μνήμη και ταυτότητα, ως ολικο κοινωνικό τραυματικό συμβάν.
Κάθε άτομο έχει τη μοναδική του ταυτότητα, αλλά και την προσωπική του αντίδραση στο τραύμα, αλλά όλα τα μέλη μοιράζονται την ψυχική αναπαράσταση των τραγωδιών που έχουν συμβεί στην Μεγάλη Ομάδα (Μ.Ο.), στην οποία ανήκουν (Erikson, 1956). Η ταυτότητα μιας Μ.Ο. (εθνικής, εθνοτικής ή θρησκευτικής) ορίζεται ως η αντικειμενική εμπειρία πληθώρας ανθρώπων, μιας επίμονης αίσθησης ομοιότητας, καθώς αυτοί σχετίζονται με τα μέλη άλλων ξένων ομάδων. Κύριο καθήκον των μελών μιας Μ.Ο. αποτελεί η διατήρηση και προστασία αυτής της ταυτότητας.
Το επιλεγμένο τραύμα, όρο που εισάγει ο V. Volkan, μελετητής συγκρουόμενων διαχρονικά Μ.Ο. ανά τον κόσμο, είναι συστατικό αυτής της ταυτότητας και συνδέεται με τις ψυχικές αναπαραστάσεις, ενός διαμοιρασμένου τραυματικού γεγονότος, από το οποίο υπέφεραν οι πρόγονοι, από εχθρικές ενέργειες. Παράδειγμα: Μία μητέρα, η Marli όπως διαπιστώνει ο Volkan, σε ένα καταυλισμό στη Γεωργία, μετά τον Ρωσογεωργιανό πόλεμο, ανησυχεί διαρκώς, χωρίς ποτέ να μιλά, για την επάρκεια της διατροφής της κόρης της Doruna. H έφηβη Doruna είναι υπέρβαρη. Ομολογεί ότι αντιλαμβάνεται εξωλεκτικά την ανησυχία της μητέρας της και προσπαθεί με σωματικά μηνύματα να την καθησυχάσει. Χωρίς να λεχθεί τίποτε, η μεταβίβαση του φόβου είχε ήδη συντελεστεί (Volkan, 2001, σελ 85).
Οι αναπαραστάσεις αυτές των γονέων μιας γενιάς μεταβιβάζονται και είναι κατατεθειμένες στην αναπτυσσόμενη αναπαράσταση του εαυτού των παιδιών της επόμενης γενιάς. Αν αυτά τα παιδιά ως ενήλικες, δεν μπορέσουν να αντιμετωπίσουν, να θρηνήσουν δηλαδή την απώλεια, αυτό που είναι εγκατεστημένο μέσα τους, γίνεται ένα ψυχολογικό γονίδιο, το οποίο επηρεάζει την ταυτότητα τους και διαρρέει στις ψυχικές αναπαραστάσεις της επόμενης γενεάς. Οι πρωτόγονες άμυνες (splitting, dissociation and displacement) που κινητοποιούνται, παράγουν επιθετικότητα, για να αποφευχθεί ο πόνος.
Οι Mitscherlich, A., & Mitscherlich, M. (1975) στη μεταναζιστική Γερμανία, με συμπόσια και ερευνητικά δεδομένα για την ντροπή και την ενοχή της σύγχρονης κοινωνίας, προτείνουν το τέλος της σιωπής για το εγκληματικό της παρελθόν. Ο Gambel (2000) συνέκρινε τα μαζικά τραύματα με τη ραδιενέργεια, που δεν μπορεί να σταματήσει εύκολα. Και ο Ηopper (2003) αναφέρεται στο μαζικό – κοινωνικό τραύμα, που συνδέεται με το φόβο του αφανισμού και την εμπειρία του αβοήθητου.
Όταν ένα επιλεγμένο τραύμα επανενεργοποιείται σε μια Μεγάλη Ομάδα, κάτω από καταστάσεις απειλής, άγχους και αγωνίας, συμβαίνει αυτό που ονομάζεται κατάρρευση χρόνου. Ο όρος αυτός αναφέρεται στους φόβους, τις προσδοκίες, τις φαντασιώσεις και τις άμυνες που συνδέονται με ένα επιλεγμένο τραύμα, το οποίο επανεμφανίζεται όταν συνειδητές και ασυνείδητες συνδέσεις, συμβαίνουν μεταξύ της ψυχικής αναπαράστασης ενός παρελθόντος τραύματος, με μια σύγχρονη απειλή. Ο παλιός εχθρός ταυτίζεται με τον καινούριο. Ένα γεγονός που έγινε αιώνες πριν, μοιάζει σαν να έγινε χθες και τα αισθήματα φόβου και εκδίκησης μεγεθύνονται. Ο αρχηγός και τα μέλη μιας παλινδρομημένης Μεγάλης Ομάδος οδηγούνται σε παράλογες σαδομαζοχιστικές ενέργειες και η βία μεταξύ των αντικροουμένων ομάδων, επαναλαμβάνεται αενάως.
Για να κατανοήσουμε πώς ο ομαδικός αναλυτικός τρόπος του σκέπτεσθαι παρέχει εργαλεία επεξεργασίας των προαναφερομένων τραυμάτων, θα αναφερθούμε σε ορισμένες βασικές ιδέες του Foulkes που αποτελούν και τον βασικό πυρήνα της εργασίας του. Πρωτίστως θεωρεί ότι ο ατομικός νους δεν είναι αυτοκατευθυνόμενος, αυτοπεριορισμένος εις εαυτόν, αλλά έχει ένα ημιδιαπερατό όριο, δια μέσου του οποίου το εμείς της ομάδος που ανήκει το άτομο, μπορεί να εσωτερικευθεί και να προβληθεί εκ νέου προς τα έξω. Υποστηρίζει επίσης ότι όλοι εμείς είμαστε συνδεδεμένοι σε ένα διαμοιρασμένο δίκτυο επικοινωνιών που καλείται Matrix. Διαθέτουμε δηλαδή ένα ατομικό νου και τις αναπαραστάσεις των ομάδων που ανήκουμε. Σε ένα τέτοιο δίκτυο περιορισμών και δυνατοτήτων δρούμε, ομιλούμε και έχουμε την εμπειρία της παρουσίας των άλλων.
Επιπλέον κάθε Μικρή Ομάδα, σαν ένα άτομο έχει το δικό της νου και είναι αοράτως συνδεδεμένη με άλλες ομάδες, απαρτίζοντας τη Θεμελιώδη Μήτρα της κοινωνίας, του πολιτισμού, των οργανισμών κλπ.
Από ανθρωπολογικής σκοπιάς θεωρούμενη η Θεμελιώδης Μήτρα, αναπαριστά τη συμβολική τάξη της κοινωνίας, ένα νοηματοδοτημένο δίκτυο ομάδων το οποίο δομεί και επαναδομεί τον πολιτισμό, δια μέσου των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών του συναλλαγών, των συγκρούσεων, των πολέμων και των απαρτιωτικών του τελετουργιών πένθους και αποχωρισμών.
Από Ομαδικής – Αναλυτικής πλευράς η Θεμελιώδης Μήτρα, αναπαριστά την εσωτερίκευση και ενδοβολή σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, όλων των στοιχείων του κοινωνικού ασυνειδήτου παρόντων και προηγουμένων γενεών (Foulkes 1990).
Αυτά τα εσωτερικευμένα στοιχεία μύθων και προτύπων σχετικών με γονείς και αδέλφια θα παρουσιασθούν ως οργανωτική αρχή σε κάθε δυαδική σχέση, θεραπεία ομάδος, οργανισμού και στην κοινωνία, ως φιγούρα – φόντο της Gestalt.
Yπό φυσιολογικές συνθήκες αυτό μας επιτρέπει να ξεπερνούμε φόβους και δισταγμούς στην επαφή μας με τους ξένους.
Όταν όμως υπάρχει εγκυστωμμένο κοινωνικό τραύμα ή και έντονες ιδεολογικές ή θρησκευτικές απαγορεύσεις, ο φόβος από ξένες ομάδες, κινητοποιεί ασυνείδητους και δυνητικά καταστροφικούς τρόπους επαφής (Wilke, 2007).
Η μνήμη ανεπεξέργαστων συμβάντων, μετά από πολέμους ή εθνικές συγκρούσεις, που δεν τα χωρά η φαντασία, υπερβαίνει την ατομική μορφή της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, και ως άρρητη μνήμη δεν μπορεί να απαρτιώσει τα τραυματικά μνημονικά ίχνη.
Επηρεάζεται έτσι η συμπεριφορά και τα μέλη στις αναλυτικές και κοινωνικές ομάδες, τα οποία, αντί να θυμηθούν πράττουν, παραβιάζουν π.χ. τα όρια, εμφανίζουν δηλαδή μνήμη μέσω πράξης.
Η επανεργοποίηση του Διαγενεαλογικού Τραύματος, δια του καταναγκασμού της επανάληψης, γίνεται αντιληπτή με αυτόματο άγχος, πανικό, αισθήματα κενού, δυσφορίας, μαζοχιστικές συμπεριφορές αποφυγής ή υποταγής, αναστολές, φοβίες κλπ. Στην Αναλυτική Ομάδα μέσω των πολύπλοκων μεταβιβάσεων και αντιμεταβιβάσεων, το ευάλωτο εγώ στην δυναμικώς εξελισσόμενη Matrix, συνειδητοποιεί την ιστορία του με τα θεμελιώδη στοιχεία της, και ενδυναμώνεται, εκπαιδευόμενο εν δράσει.
Κλινικά παραδείγματα
1ο. Η νεαρή Άννα, θεραπευόμενη σε αναλυτική ομάδα, αναφέρεται στον διαρκή φόβο της ότι δεν μπορεί να φάει και τρομοκρατείται ότι θα πεινάσει. Αυτή η κατάσταση την ακινητοποιεί. Οι γονείς της, κατά τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα σε παιδική ηλικία, μεταφέρθηκαν και οι δύο από το ΕΑΜ σε χώρα όπου παρέμειναν πεινασμένοι για πολύ καιρό. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, παντρεύτηκαν και αφού γεννήθηκε η Άννα, η μητέρα ανησυχούσε συνέχεια για τη διατροφή της, και την πήγαινε στο νοσοκομείο, γιατί, παρά του ότι μεγάλωνε φυσιολογικά, έκανε εμέτους, στην προσπάθεια της να της δίνει τροφή, χωρίς να το επιθυμεί. Όπως και τότε, τώρα η Άννα δεν έχει κανένα οργανικό πρόβλημα. Για πολύ καιρό λέει ότι η ομάδα δεν την βοηθά και έρχεται επειδή της το ζητούν τα μέλη. Κάποιο μέλος της λέει, δηλαδή νοιώθεις σαν να σε υπερτρέφουμε, όπως η μητέρα σου. Μετά από αυτό, η Άννα κατανόησε, συνέδεσε τα συμπτώματα της με την ιστορία της, πένθησε για τα όσα είχε χάσει και άρχισε να σχετίζεται με πιο ώριμους μηχανισμούς, αφού ένοιωσε τη βασική εμπιστοσύνη στην Ομάδα.
2ο. Ο Γιώργος υψηλού μορφωτικού επιπέδου εύστροφος, εμφανίσιμος και επαγγελματικά αποκατεστημένος, ο Γ. 50 ετών, διαζευγμένος και πατέρας τριών παιδιών, είναι Μικρασιάτης, πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Προσέρχεται για θεραπεία με φόβο κατάρρευσης, οργή, απελπισία, φόβο διαρκούς εκμετάλλευσης από τους άλλους και απόρριψης από ερωτικές συντρόφους. Έχει διαρκείς συγκρούσεις με τον πρωτότοκο γιο, ο οποίος του ασκεί βία. Παραμένει για πολύ καιρό χωρίς σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων αλλά εμφανώς ασφαλής, αρχικά από τη θεραπευτική σχέση με το θεραπευτή και εν συνεχεία με την ομάδα. Από την αφήγηση διαπιστώνεται ότι και οι γονείς του χωρίσανε εν μέσω συγκρούσεων. Στα παιδικά του χρόνια για εκφοβισμό ο πατέρας του χρησιμοποιούσε το όπλο του και του έλεγε θα σε εκτελέσω. Στην ομάδα καθώς ξετυλίγονται οι πρώιμες αναμνήσεις, αποκαλύπτει ότι στο καράβι της φυγής, η γιαγιά του εγκαταλείπεται από τον πρώτο άντρα της, αφού προηγήθηκε ο θάνατος των παιδιών, λόγω κακουχιών. Παντρεύεται εκ νέου, τον επίσης πρόσφυγα παππού του, ο οποίος παρουσίασε σοβαρή ψυχική νόσο, χωρίς να υπάρχει ιστορικό, είχε εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, όπου και τελικά κατέληξε. Οι αναμνήσεις αυτές φέρνουν λυγμούς θρηνώδεις, ανησυχία και φόβο στο θεραπευόμενο. Στην Ομάδα υπάρχει θλίψη, σιωπή και κατανόηση. Φαίνεται ότι στα μέλη ενεργοποιήθηκαν, ενδοψυχικές διεργασίες συνδεδεμένες με στοιχεία της Θ,Μ που αφορούν μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού από την Μικρασιατική καταστροφή. Για πρώτη φορά, θυμάται και μιλά για τα συμβάντα του οικογενειακού στερεώματος. Εμπιστεύεται σταδιακά και συνειδητοποιεί την προσωπική του συμμετοχή στις σχέσεις. Αυτό απορρέει από την αποδοχή από τα άλλα μέλη και την ανοχή που δείχνουν απέναντι στην απαιτητικότητα να μιλά πρώτος ή και να επιτίθεται. Ο Γιώργος καθώς ανήκει σε μια μεγάλη ομάδα αυτή των προσφύγων Μικρασιατών φαίνεται να είναι τραυματισμένος από τα συμβάντα στη διαγενεαλογική του ιστορία. Η οικογένεια της πρώτης γενεάς καταρρέει, ο παππούς αποδιοργανώνεται ψυχικά, ο πατέρας ασκεί βία. Το νέο περιβάλλον καθίσταται απειλητικό.
Τα μέλη χάνουν την βασική τους εμπιστοσύνη προς το εαυτό τους και τους άλλους, αφού πρώτα έχασαν τα πάντα. Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΙΑ ΒΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΒΙΑΖΕΙ. Θυμηθείτε τις εικονικές εκτελέσεις στην παιδική ηλικία του Γιώργου. Θανατηφόρα ατυχήματα συγγενών πρώτου βαθμού και άλλες συγκυρίες απωλειών, αθροίστηκαν στη ζωή του, κάτι παγώνει και ακινητοποιείται ενδοψυχικά, η σκέψη του αποσυνδέεται από τα διεγειρόμενα αναίτια στο παρόν συναισθήματα. Στην ομάδα άλλοτε εξιδανικεύει το θεραπευτή και απορρίπτει τα μέλη. Άλλοτε εκλαμβάνει όλους στην ομάδα ως διώκτες και αποσύρεται σε απομόνωση, απελπισία, και αισθήματα κενού και αβοήθητου. Τα ίδια συναισθήματα ένοιωθε σε όλες τις στενές σχέσεις. Την μητέρα του την περιγράφει ως απορριπτική, απούσα και πολλάκις εχθρική και τις ερωτικές συντρόφους ως άδειες από συναισθήματα. Επαναλάμβανε στο Θεραπευτικό πλαίσιο όπως και στη ζωή, όλη την διαγενεαλογική του, τραυματική συνθήκη, ενός εχθρικού και στερητικού, βίαιου κόσμου. Η σταδιακή εξιστόρηση και αναμνημόνευση των συμβάντων των προγόνων, η επικοινωνία και αλληλεπίδραση με την ομάδα, της οποίας τα μέλη αναγνώριζαν και ίδιες διαγενεαλογικές επιδράσεις, δημιούργησαν ένα νέο νόημα αποδοχής και ευθύνης. Ο Γ. απενοχοποίηθηκε για την επιθετικότητά του, η αυτοπεποίθησή του ενδυναμώθηκε και συνειδητοποίησε ότι ο ψυχικός πόνος ήταν έσωθεν και προεβάλλετο στην εξωτερική πραγματικότητα, που δεν ομοίαζε με την πραγματικότητα των αληθών διώξεων και τρόμων των παππούδων του.
Ο Γ. τώρα πενθεί, εμπεριέχει τη διαφορετικότητα του άλλου και συγκρατεί το θυμό, χωρίς να καταστρέφει τις σχέσεις του. Μπορεί να λησμονεί αφού μπορεί να θυμάται και να εξιστορεί.
Συμπερασματικά, ο στόχος της ομαδικής αναλυτικής θεραπείας είναι να νοηματοδοτήσει την έλλειψη συναισθηματικής διαθεσιμότητας και να χρησιμοποιήσει τη φαντασία για να δομήσει μια κατανόηση στο κενό (blank space) δημιουργώντας λέξεις πάνω στη σιωπή. Η ομαδική Matrix μπορεί να εξελιχθεί σε ένα προστατευτικό περίβλημα για τραυματισμένα μέλη στα οποία ενθαρρύνεται η αυτοαποκάλυψη. Έτσι τα μέλη λέγοντας τις ιστορίες τους οι οποίες μπορεί να περιέχουν ένα συγκαλυμμένο μυστικό διαπιστώνουν ότι οι ίδιοι δε θεωρούνται φρικτοί και σταδιακά αισθάνονται ότι δεν είναι πλέον μόνοι και ότι οι άλλοι άνθρωποι τους καταλαβαίνουν και τους συμπονούν.
Τέλος, η παλινδρόμηση στην αναπαράσταση πρώιμων αντικειμένων και η χρήση αρχαϊκών αμυντικών μηχανισμών που συμβαίνουν συχνά στην ομάδα, δίνουν την ευκαιρία στους συμμετέχοντες να λάβουν ανατροφοδότηση σχετικά με την παλινδρομική τους συμπεριφορά, να εξερευνήσουν τις πρωτόγονες άμυνες τους και εν δυνάμει να τις αλλάξουν (Foulkes, 1964, 1975, 1957).
Η Χατζηανδρέου γράφει “… η ιστορικοποίηση του τραύματος συμβαδίζει με την βιωματική ανάλυση των τραυματικών καθηλώσεων, τη σταδιακή αποδέσμευση του Εγώ από αυτές και την ισχυροποίηση του. Η ανάδυση των τραυματικών ιχνών σε μια ανάλυση μπορεί να οδηγήσει σε μία σύνθεση που πραγματοποιείται μέσα από τον πλούτο των διαβάσεων μεταβίβασης / αντιμεταβίβασης και την παράλληλη ύφανση αυτών των διαδράσεων στα όνειρα και προωθεί τελικά τη σχέση του ατόμου με τον εαυτό του, κάνοντας το υποκείμενο της ιστορίας του και εν τέλει της ίδιας του της ζωής” (Χατζηανδρέου, 2016, σελ. 347).
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Χατζηανδρέου, Μ., (2012). Διαγενεαλογικό Τραύμα και ιδεολογία. Οιδίπους 8: 371-380.
Χατζηανδρέου, Μ., (2016). Επανενεργοποίηση και Επεξεργασία Τραύματος κατά τη διάρκεια μιας Ανάλυσης. Οιδίπους 16: 336-347.
Erikson, E.H. (1956). The Problem of Ego Identification. Journal of the American Psychoanalytic Asssociation 4: 56-121.
Foukes, S.H., (1990). Selected Papers Psychoanalysis and Group Analysis. Karnac Books: London.
Foulkes, S.H. (1964). Therapeutic Group Analysis. London : George Allen and Unwin.
Foulkes S.H. (1975). Group- Analytic Psychotherapy, Method and Principles. London : Gordon and Breach.
Foulkes S.H. and Anthony, E.J. (1957[1984]). Group Psychotherapy : the Psychoanalytic Approach. London : Karnac .
Gampel,Y. (2000). “Reflection on the Prevalence of the Uncanny in social Violence”. In: Robben, A.C.G.M. and Suarez-Orozco, M.M. (eds) Cultures under Siege: Collective Violence and Trauma (Publication of the society for Psychological Anthropology). Cambridge University press.
Hooper, E. (2003). The Social Unconscious: Selected Papers, London and Philadelphia: Jessica Kingsley, pp. 72-162.
Kleinot, P. (2011). Transgenerational Trauma and Forgiveness: Looking at the Israeli-Palestinian Families Forum through a Group Analytic Lens. Group Analysis 44 (1): 97-111.
Mitscherlich, A. and Mitscherlich, M. (1975). The Inability to Mourn: Principles of Collective Behavour. New York: Groove Press.
Volkan, V.D., (2001). Transgenerational Transmissions and Chosen Traumas: An Aspect of Large Identity. Group Analysis 34:1: 79-97.
Wilke, G. (2007). Second Generation Perpetrator Symptoms in Groups. The Group – Analytic Society, Vol 40 (4): 429-447.
[1] Αισχύλος, Αγαμέμνων: ΄΄Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας μνησιπήμων πόνος΄΄
Σεφέρης Γ., Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, Ίκαρος (19η έκδοση), Αθήνα, 1998, σελ. 215.
Φώτης Γιωτάκης
Εισήγηση στο 2ο Ομαδικό – Αναλυτικό Συμπόσιο Αρχαίας Δωδώνης, 2019


