῞Ερημη Χώρα T. S. Elliot (απόσπασμα)
Ε ΄. ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ
῞Υστερα ἀπό τό φῶς τοῦ πυρσοῦ κόκκινο σέ ἱδρω-
μένα πρόσωπα
῞Υστερα ἀπό τήν παγερή σιωπή μέσα στούς κήπους
῞Υστερα ἀπό την ἀγωνία σέ τόπους πετρωτούς
325 Τίς κραυγές καί τούς ἀλαλαγμούς
Τή φυλακή τό παλάτι και τ᾽ἀντιφέγγισμα
Τοῦ ἀνοιξιάτικου κεραυνοῦ πάνω ἀπό μακρινά
βουνά
᾽Εκεῖνος πού ἦταν ζωντανός εἶναι τώρα πεθα-
μένος
᾽Εμεῖς πού ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
330 Μέ λίγη ὑπομονή
Δέν ἔχει έδῶ νερό παρά μονάχα βράχια
Βράχια χωρίς νερό κι ὁ ἄμμος τοῦ δρόμου
Τοῦ δρόμου πού ξετυλίγεται στά βουνά
Πού εἶναι βραχόβουνα χωρίς νερό
335 ῎Αν εἶχε νερό ἐδῶ-πέρα θά στεκόμασταν νά πιοῦμε
Μέσα στα βράχια πῶς νά σταθοῦμε πῶς νά
στοχαστοῦμε
Ξερός ὁ ἱδρώς και τά πόδια μές στόν ἄμμο
῎Αν εἶχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
Στόμα νεκρό τοῦ βουνοῦ μέ σάπια δόντια πού
δέν μπορεῖ νά φτύσει
Έδῶ κανείς δεν μπορεῖ νά σταθεῖ οὔτε νά πλαγιά-
340 σει οὔτε νά καθίσει
Δέν ἔχει μηδέ σιωπή μέσα στά βουνά
Μόνο ὁ ξερός κεραυνός στεῖρος χωρίς βροχή
Δέν ἔχει μηδέ μοναξιά μέσα στά βουνά
Μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και
γρυλίζουν
Μέσα ἀπ᾽ τίς πόρτες ξεροσκασμένων λασποκα-
λυβιῶν
345 ῎Αν εἶχε νερό
Χωρίς τά βράχια
῎Αν ἦταν τά βράχια
Μαζί μέ τό νερό
Καί νερό
350 Μιά πηγή
Μιά γούρνα μές στά βράχια
῎Αν ἦταν ἧχος μοναχά νεροῦ
῎Οχι ὁ τζίτζικας
Καί τό ξερό χορτάρι τραγουδώντας
355 Μά ἧχος νεροῦ πάνω ἀπό βράχο
᾽Εκεῖ πού ἡ τσίχλα κελαηδεῖ μέσα στά πεῦκα
Βρίξ βρόξ βρίξ βρόξ βρόξ βρόξ βρόξ
᾽Αλλά δέν ἔχει νερό
Ποιός εἶναι ὁ τρίτος πού περπατεῖ πάντα
στο πλάι σου;
360 ῞Οταν μετρῶ, εἶμαι μονάχα ἐγώ και σύ μαζί μου
Μά ὅταν κοιτάζω ἐμπρός τόν ἄσπρο δρόμο
῾Υπάρχει πάντα κάποιος πού περπατεῖ στό πλάι
σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σέ καστανό μανδύα,
κουκουλωμένος
῎Αν εἶναι ἄντρας ἄν εἶναι γυναίκα δεν το ξέρω
365 – Μ’ αὐτός ἐκεῖ ποιός εἶναι ἀπ᾽τ᾽ἄλλο πλάι σου;
Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἧχος ψηλά στόν ἀέρα
Μουρμούρισμα μητρικοῦ ὀλολυγμοῦ
Ποιές εἶναι αὐτές οἱ κουκουλωμένες ὀρδές πού
μερμηγκιάζουν
Πάνω σ᾽ ἀτέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας
στή σκασμένη γῆς
370 Ζωσμένες ἀπό τὀν ὁρίζοντα τό χαμηλό μονάχα
Ποιά εἶναι ἡ πολιτεία πέρα ἀπ᾽ τά βουνά
Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μές στό
μενεξεδένιο ἀέρα
Πύργοι πέφτουν
῾Ιερουσαλήμ ᾽Αθήνα ᾽Αλεξάντρεια
375 Βιέννη Λόντρα
᾽Ανύπαρχτες


